Λατινοπούλου: Επίθεση 45 λεπτών στην Τήνο – «Ανομία παντού»

Η ευρωβουλευτής της Φωνής Λογικής, Αφροδίτη Λατινοπούλου, βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης συζήτησης μετά την καταγγελία της για μια 45λεπτη φραστική επίθεση και απειλές που δέχτηκε από ομάδα 15-20 Ρομά, εν πλω προς την Τήνο. Το περιστατικό, που περιέγραψε στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA», προκαλεί προβληματισμό για την ασφάλεια και την επιβολή του νόμου.
Όπως αποκάλυψε η κ. Λατινοπούλου, ταξίδευε με τη μητέρα της για προσκύνημα στην Τήνο, μια στιγμή που χαρακτήρισε «ιερή και ιδιωτική». Κατά την επιστροφή τους στο λιμάνι της Ραφήνας, μια ομάδα ατόμων της επιτέθηκε φραστικά, ζητώντας εξηγήσεις για παλαιότερες δηλώσεις της. Οι ύβρεις, οι απειλές και οι χειρονομίες διήρκεσαν σχεδόν μία ώρα, αφήνοντας τρομοκρατημένη τη μητέρα της.
Το πιο ανησυχητικό, κατά την ίδια, είναι ότι κανείς από τους παρευρισκόμενους επιβάτες δεν παρενέβη. «Σε αυτή την κοινωνία ζούμε, όπου η ανομία και ο κάθε παραβατικός έχει ασυλία», τόνισε, εκφράζοντας απορία για την απουσία δημόσιας καταδίκης από πολιτικούς και οργανώσεις, ιδίως όσες ασχολούνται με τα δικαιώματα των γυναικών.
Η ευρωβουλευτής υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει εξίσωση θύτη και θύματος», κατηγορώντας ευθέως την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και τον Κυριάκο Μητσοτάκη για την επικράτηση της ανομίας. «Σε αυτή τη χώρα, αν ανήκεις σε συγκεκριμένες ομάδες, μπορείς να πράττεις χωρίς συνέπειες», είπε χαρακτηριστικά, συνδέοντας το περιστατικό με ευρύτερα ζητήματα Πολιτικής και κοινωνικής τάξης.
Πρόσθεσε επίσης ότι η ενσωμάτωση δεν έρχεται με οικονομικές παροχές, αλλά με «αυστηρούς κανόνες», επισημαίνοντας ότι τα επιδόματα δεν διακόπτονται σε περιπτώσεις εγκληματικών ενεργειών. Αναφέρθηκε, τέλος, σε παρόμοια περιστατικά ατιμωρησίας που αφορούν και άλλες ομάδες, όπως ο Ρουβίκωνας, καθώς και σε επιθέσεις εναντίον Ισραηλινών, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για άμεση αντιμετώπιση της ανομίας στην Ελλάδα.
Το συμβάν στην Τήνο αναδεικνύει για άλλη μια φορά την ένταση που επικρατεί στο δημόσιο διάλογο και την ανάγκη για αποφασιστικές κινήσεις των θεσμών. Πέρα από τις πολιτικές διαστάσεις, το ερώτημα παραμένει: Πώς διασφαλίζεται η ασφάλεια των πολιτών όταν οι φωνές καταγγελίας γίνονται στόχος και η κοινωνία αδρανεί;

