Εκλογές 2027: Θα γίνει της… διαπλοκής!

Βαριές κατηγορίες και κλίμα τοξικό

Εκλογές 2027: Θα γίνει της… διαπλοκής!

Όσο πλησιάζουν οι κάλπες, η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε πόλεμο καταγγελιών, με βαριές κουβέντες για συμφέροντα, τραπεζίτες, επιχειρηματίες, εξυπηρετήσεις και «γραμμάτια». Μητσοτάκης και Τσίπρας ανταλλάσσουν πυρά, η ΕΛ.Α.Σ. ζητά ονόματα και αποδείξεις, το Μαξίμου απαντά με το 2019 και τον Κοντονή. Στη μέση η λέξη «διαπλοκή», που επιστρέφει δυναμικά στο πολιτικό λεξιλόγιο.

σχετικά άρθρα

Αν κάποιος αναζητούσε ένα πρώτο δείγμα του πολιτικού κλίματος που διαμορφώνεται ενόψει των εκλογών του 2027, οι τελευταίες ανακοινώσεις ανάμεσα στο Μέγαρο Μαξίμου και την πλευρά του Αλέξη Τσίπρα θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η λέξη «διαπλοκή» επιστρέφει στο προσκήνιο, οι υπαινιγμοί γίνονται ολοένα και πιο βαρείς, οι προσωπικές επιθέσεις διαδέχονται η μία την άλλη και οι πολιτικοί αντίπαλοι εμφανίζονται έτοιμοι να ανοίξουν τους φακέλους του παρελθόντος.

Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι στιγμής, η δημόσια αντιπαράθεση κινείται περισσότερο στη σφαίρα των πολιτικών καταγγελιών, των υπονοουμένων και των επικοινωνιακών πυροτεχνημάτων παρά σε μια οργανωμένη παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων που θα επέτρεπαν στους πολίτες να βγάλουν ασφαλή συμπεράσματα.

Και όλα αυτά ενώ απομένει σημαντικός χρόνος μέχρι τις κάλπες.

Τα «γραμμάτια» και η απάντηση της ΕΛ.Α.Σ.

Ο τελευταίος γύρος της σύγκρουσης άνοιξε με αφορμή τις αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις αλλαγές στον Ποινικό Κώδικα επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2019 και τους υπαινιγμούς περί εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων.

Η πλευρά του Αλέξη Τσίπρα δεν άφησε αναπάντητες τις αιχμές. Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) πέρασε στην αντεπίθεση, ζητώντας από τον πρωθυπουργό να κατονομάσει τα πρόσωπα και τα συμφέροντα στα οποία αναφέρεται. Με άλλα λόγια, του ζητά να αφήσει τους υπαινιγμούς και να παρουσιάσει συγκεκριμένα στοιχεία.

Η ανακοίνωση της ΕΛ.Α.Σ. ανέβασε ακόμη περισσότερο τους τόνους. Με αναφορές στην ακρίβεια, στη διαφθορά και στα οικονομικά συμφέροντα, η παράταξη επιχείρησε να παρουσιάσει τον πρώην πρωθυπουργό ως στόχο μιας πολιτικής επίθεσης που, κατά την εκτίμησή της, συνδέεται με την προσπάθεια επαναφοράς του στο πολιτικό προσκήνιο.

Η φράση «η εντιμότητα του Αλέξη Τσίπρα είναι καρφί στο μάτι της διαφθοράς τους» αποτυπώνει το ύφος της ανακοίνωσης. Η ΕΛ.Α.Σ. μάλιστα επανέφερε το αίτημα να δοθούν ονόματα και αποδείξεις για τα περί «γραμματίων».

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Ποια είναι τα συγκεκριμένα στοιχεία που επικαλείται κάθε πλευρά και πότε θα παρουσιαστούν δημόσια;

Το Μαξίμου επιστρέφει στο 2019

Η απάντηση από την κυβερνητική πλευρά ήταν εξίσου επιθετική. Κυβερνητικές πηγές σχολίασαν ότι το rebranding του Αλέξη Τσίπρα εξελίσσεται σε «πολιτικό βαρέλι δίχως πάτο», επιχειρώντας να μεταφέρουν την αντιπαράθεση από την ουσία των καταγγελιών στο ύφος και την πολιτική συμπεριφορά της νέας παράταξης.

Το Μαξίμου δεν περιορίστηκε, όμως, στην κριτική της ανακοίνωσης. Επανέφερε στο τραπέζι τον πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή, ο οποίος είχε διατυπώσει δημόσια επικρίσεις για τις μεθοδεύσεις και τις φωτογραφικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα του 2019.

Η κυβερνητική επιχειρηματολογία είναι σαφής: εάν ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να απαντήσει στις αιτιάσεις, θα πρέπει να συζητήσει και όσα έχει καταγγείλει ο δικός του πρώην υπουργός.

Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό επίδικο. Η κυβέρνηση επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτό το κεφάλαιο του 2019, συνδέοντάς το με το σημερινό πολιτικό εγχείρημα του πρώην πρωθυπουργού. Από την άλλη, η πλευρά Τσίπρα ζητά να τεκμηριωθούν οι κατηγορίες και να μην αντιμετωπίζονται οι πολιτικοί υπαινιγμοί ως αποδεδειγμένα γεγονότα.

Η διαπλοκή επιστρέφει ως προεκλογικό όπλο

Το ενδιαφέρον είναι ότι η συγκεκριμένη αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο δύο πολιτικούς αρχηγούς. Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική συζήτηση ενόψει του 2027.

Η λέξη «διαπλοκή» χρησιμοποιείται πλέον ως πολιτικό όπλο και από τις δύο πλευρές. Η μία πλευρά επικαλείται τις παλιές υποθέσεις και τις καταγγελίες για νομοθετικές διευθετήσεις. Η άλλη απαντά με αναφορές σε οικονομικά συμφέροντα, τραπεζίτες, καρτέλ και κυβερνητικές σχέσεις με την οικονομική εξουσία.

Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος αλληλοκατηγοριών, στον οποίο κάθε νέα δήλωση γεννά μια ακόμη πιο επιθετική απάντηση.

Και δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι όσο πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση τόσο μεγαλύτερη σημασία θα αποκτά η προσπάθεια κάθε πολιτικού χώρου να εμφανίσει τον αντίπαλό του ως εκπρόσωπο συγκεκριμένων συμφερόντων.

Για τη Νέα Δημοκρατία, το παρελθόν της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα πεδίο στο οποίο μπορεί να επανέρχεται, ζητώντας εξηγήσεις για επιλογές και νομοθετικές παρεμβάσεις. Για τον Αλέξη Τσίπρα, η πρόκληση είναι να αποδείξει ότι η επιστροφή του στην πολιτική σκηνή δεν θα εγκλωβιστεί σε μια ατελείωτη συζήτηση για το 2015-2019, αλλά θα στηριχθεί σε συγκεκριμένες προτάσεις και απαντήσεις για το σήμερα.

Πολιτική με τσιτάτα, αλλά χωρίς απαντήσεις;

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα απομείνει από αυτή την αντιπαράθεση όταν σβήσουν τα φώτα των τηλεοπτικών παραθύρων και ολοκληρωθεί ο κύκλος των ανακοινώσεων.

Θα παρουσιαστούν ονόματα; Θα δοθούν συγκεκριμένα στοιχεία; Θα υπάρξουν απαντήσεις για τις νομοθετικές αλλαγές, τις καταγγελίες και τις σχέσεις πολιτικής και οικονομικής εξουσίας; Ή θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε μια σύγκρουση στην οποία η μία πλευρά θα μιλά για «γραμμάτια» και η άλλη για «βαρέλια δίχως πάτο»;

Η διαφάνεια δεν εξασφαλίζεται με βαρύγδουπες ανακοινώσεις. Ούτε η πολιτική ευθύνη αποδεικνύεται με χαρακτηρισμούς. Χρειάζονται έγγραφα, συγκεκριμένα πρόσωπα, αποφάσεις, χρονολογίες και τεκμηριωμένες απαντήσεις.

Και αυτό αφορά όλους, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

Το 2027 μπορεί να απέχει ακόμη μήνες, αλλά η προεκλογική αντιπαράθεση έχει ήδη αρχίσει να αποκτά χαρακτηριστικά σύγκρουσης χωρίς κανόνες αποκλιμάκωσης. Η διαπλοκή, τα συμφέροντα και τα υποτιθέμενα «γραμμάτια» επιστρέφουν στην πρώτη γραμμή, την ώρα που η κοινωνία περιμένει απαντήσεις για την καθημερινότητά της.

Αν αυτή είναι η πρόγευση της προεκλογικής περιόδου, τότε ένα είναι βέβαιο: οι κάλπες του 2027 δεν θα κριθούν μόνο από τις υποσχέσεις και τα προγράμματα. Θα συνοδεύονται και από μια σκληρή μάχη για το ποιος εκπροσωπεί ποιον, ποιος χρωστάει σε ποιον και ποιος εξυπηρέτησε ποια συμφέροντα.

Το ερώτημα είναι αν πίσω από τα μεγάλα λόγια θα εμφανιστούν και οι μεγάλες αποδείξεις. Γιατί διαφορετικά, η πολιτική αντιπαράθεση κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαγωνισμό συνθημάτων, με τη λέξη «διαπλοκή» να χρησιμοποιείται από όλους και να τεκμηριώνεται από κανέναν.