Μαγδαληνή: Η γυναίκα-αίνιγμα που στοιχειώνει την Τέχνη
Η Μαρία Μαγδαληνή κουβαλά μια ιστορία που η ίδια δεν έγραψε. Στα Ευαγγέλια είναι η αφοσιωμένη ακόλουθος του Ιησού, παρούσα στη Σταύρωση και πρώτη μάρτυρας της Ανάστασης. Στη μεταγενέστερη παράδοση, μεταμορφώθηκε σε μετανοημένη πόρνη, μια γυναίκα που ορίστηκε από την αμαρτία και τη μετάνοιά της.
Από τον Ντίρερ μέχρι τη Lady Gaga, η εικόνα της αλλάζει διαρκώς, ακολουθώντας τις αντιλήψεις για τη γυναικεία επιθυμία, την πίστη και την ενοχή. Αυτές τις μεταμορφώσεις αναδεικνύει η έκθεση «Μαρία Μαγδαληνή. Αμαρτία. Προσευχή. Αγάπη», που φιλοξενούν το Μουσείο Στέντελ και η Συλλογή Γλυπτικής Λίμπιγκχαους στη Φρανκφούρτη. Περισσότερα από εκατό έργα, από τον Μεσαίωνα έως σήμερα, συνθέτουν το πορτρέτο μιας μορφής που κάθε εποχή αναγνωρίζει – και ερμηνεύει διαφορετικά. Ένα ιστορικό λάθος ενός Πάπα φαίνεται να πυροδότησε τη μετατόπιση της εικόνας της.
Γύρω στο 591 μ.Χ., ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας ταύτισε τη Μαγδαληνή με την ανώνυμη αμαρτωλή που έπλυνε τα πόδια του Ιησού στο Ευαγγέλιο του Λουκά και με τη Μαρία της Βηθανίας, αδελφή του Λαζάρου. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύνθετη μορφή με ένα παρελθόν που κανένα κείμενο δεν της αποδίδει. Οι επιμελητές της έκθεσης, Μπαστιάν Εκλερσί και Στέφαν Ρόλερ, τονίζουν πως δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι ήταν πόρνη.
Τα κίνητρα του Γρηγόριου παραμένουν ασαφή. Πιθανόν να συνδέονται με μια πατριαρχική κοινωνία που δυσκολευόταν να δεχθεί ότι μια γυναίκα είδε πρώτη τον αναστημένο Χριστό. Η τέχνη χρειάστηκε σχεδόν χίλια χρόνια για να ακολουθήσει, όταν η Αντιμεταρρύθμιση καθιέρωσε την αμαρτωλή ως το τέλειο πρότυπο της μεταμέλειας.
Οι αντιρρήσεις εμφανίστηκαν γρήγορα: το 1517, ο θεολόγος Ζακ Λεφέβρ ντ’ Ετάπλ υποστήριξε πως επρόκειτο για τρία διαφορετικά πρόσωπα σε μία ταυτότητα. Η Εκκλησία φοβήθηκε την απώλεια του δημοφιλέστερου προτύπου μετανοίας της. Το Βατικανό διόρθωσε την ταύτιση μόλις το 1969.
Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Μαγδαληνή αποκτά σώμα, και μάλιστα όχι αυτό που θα περίμενε κανείς από μια ασκήτρια. Στην «Ανάληψη της Μαγδαληνής» (περ. 1504-05), ο Αλμπρεχτ Ντίρερ απεικονίζει τη στιγμή που άγγελοι την ανεβάζουν στον ουρανό έπειτα από 30 χρόνια ασκητικής ζωής. Η ερημίτισσα, όμως, δεν είναι λιπόσαρκη, αλλά ακολουθεί τον ιδανικό σωματότυπο της εποχής, εμπνευσμένο από τα αρχαία αγάλματα της Αφροδίτης.
Πολιτική δήλωση
Ωστόσο, η Μαγδαληνή δεν ήταν πάντα μόνο η αμαρτωλή. Γύρω στο 1520-30, ο Μπάρεντ βαν Ορλεϊ ζωγραφίζει τη Μαργαρίτα της Αυστρίας με το αγγείο των μύρων και τα μαλλιά της αγίας. Το πορτρέτο αποτελεί πολιτική δήλωση: η Μαργαρίτα διεκδικούσε τη Βουργουνδία για τους Αψβούργους, και στο Βεζελέ της Βουργουνδίας βρισκόταν ο πρώτος σημαντικός τόπος λατρείας της Μαγδαληνής. Έτσι, ακούσια, έγινε όργανο πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Στο «Μη μου άπτου» του Λοράν ντε λα Ιρ (1656), ο Χριστός, παρά την απαγόρευση της αφής, ακουμπά ελαφρά το μέτωπό της. Η χειρονομία ίσως εμπνέεται από τον θρύλο του κρανίου της αγίας στη Σαν-Μαξιμέν-λα-Σαντ-Μπομ: όταν βρέθηκε, στο μέτωπο διατηρούνταν άθικτο το δέρμα, ακριβώς εκεί όπου την είχε αγγίξει ο αναστημένος Ιησούς.
Ενώ οι προτεστάντες απέρριπταν τη λατρεία αγίων και εικόνων, η Καθολική Εκκλησία πρόβαλλε τη Μαγδαληνή ως την ύψιστη εικόνα της φορτισμένης συγκινησιακά μετανοούσας: κοκκινισμένα μάγουλα, δάκρυα, βλέμμα στραμμένο στον ουρανό. Η Σύνοδος του Τρέντο όμως απαγόρευε το γυμνό, κι ο Τιτσιάνο σκέπασε το στήθος της, παρόλο που σε προγενέστερη εκδοχή την είχε ζωγραφίσει εντελώς γυμνή. Στο ίδιο κλίμα κινείται και ο Ελ Γκρέκο.
Στο Σαλόν του Παρισιού του 1891, ο Ζαν Μπερό μετέφερε το δείπνο στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου, σε αστικό σαλόνι της εποχής του, προκαλώντας σκάνδαλο. Ο Σίμων είχε το πρόσωπο του Ερνέστ Ρενάν, ο οποίος είχε υποστηρίξει ότι η Μαγδαληνή απλώς φαντάστηκε την Ανάσταση. Η αμαρτωλή που σωριάζεται θεατρικά στο πάτωμα είναι η χορεύτρια του καμπαρέ Λιάν ντε Πουζί, ενώ για πρώτη φορά στην τέχνη ένας υπαρκτός άνθρωπος, ο σοσιαλιστής Αλμπέρ Ντικ-Κερσί, εμφανίζεται ως Χριστός.
Η φαντασία γύρω από τη Μαγδαληνή τροφοδοτείται ακόμη και από αρχαιολογικά ευρήματα, όπως το Ευαγγέλιο της Μαρίας, αντίγραφο κειμένου του 2ου αιώνα που βρέθηκε στο Κάιρο το 1896. Από τέτοια απόκρυφα αποσπάσματα γεννήθηκε ο «Κώδικας Ντα Βίντσι» του Νταν Μπράουν, που θέλει τη Μαγδαληνή να είναι η σύζυγος του Ιησού. Ο Εκλερσί ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει ιστορική απόδειξη και εξηγεί σε συνέντευξή του στους «New York Times» ότι αποσπάσματα του κειμένου διαβάστηκαν «με σύγχρονο και εντυπωσιοθηρικό τρόπο». Το φιλί στο στόμα που αναφέρεται σε κάποια από αυτά τα απόκρυφα κείμενα, προσθέτει, σήμαινε κάτι εντελώς διαφορετικό στην εποχή του Ιησού.
Η Μαγδαληνή είχε κατακτήσει τη μαζική κουλτούρα πολύ πριν από τον Μπράουν: η ροκ όπερα «Jesus Christ Superstar» (1971) των Αντριου Λόιντ Βέμπερ και Τιμ Ράις καθιέρωσε τη γυναίκα που τραγουδά το «Δεν ξέρω πώς να τον αγαπήσω», εννοώντας τον Ιησού.

Έγινε είδωλο επειδή η εικόνα της παραμένει ανοιχτή: οι πηγές σιωπούν για την ηλικία και την εμφάνισή της, κι έτσι χωράνε μέσα της αμαρτία και αγιότητα, πάθος και λύτρωση. Κάθε εποχή τη ζωγραφίζει στα μέτρα της: στο πορτρέτο «Μαρία Μαγδαληνή, διαρκής θρήνος» (2018) του Ντέιβιντ Λα Σαπέλ, ποζάρει ως Μαγδαληνή η Κιμ Καρντάσιαν.
Το τελευταίο κεφάλαιο της έκθεσης, που αφορά την πρόσληψη της Μαρίας Μαγδαληνής από τη σύγχρονη τέχνη, αποκαλύπτει ότι τα έργα που φιλοτεχνήθηκαν από το 1994 έως το 2025 έχουν σε ποσοστό 90% γυναικείες υπογραφές. Η Κίκι Σμιθ δημιούργησε το 1994 μια Μαγδαληνή σε φυσικό μέγεθος, καλυμμένη με μαλλιά από την κορυφή ως τα πόδια, με σώμα γεμάτο ουλές και ευάλωτο. Η σπασμένη αλυσίδα στη βάση, αφού το γλυπτό φτιάχτηκε για πρώην προαύλιο φυλακής, ίσως υπονοεί την απελευθέρωσή της από τους ρόλους της αμαρτωλής και της μετανοούσας. Το έργο της Νιέβες Γκονθάλεθ «Η πρόκληση» (2025), που έγινε και η αφίσα της έκθεσης, δείχνει μια νεαρή ξανθιά γυναίκα με βλέμμα γεμάτο αυτοπεποίθηση.
Μια μορφή που αλλάζει ταυτότητα ανά τους αιώνες δεν άφησε αδιάφορη τη Lady Gaga, η οποία εμφανίζεται στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού της «Judas» (2011) ως αισθησιακή, προκλητική Μαγδαληνή, μέλος συμμορίας μηχανόβιων και μέλος ενός ερωτικού τριγώνου: αναζητά την οικειότητα με τον Ιησού και νιώθει ταυτόχρονα έλξη για τον Ιούδα. Η ίδια εξηγούσε το 2022: «Με γοήτευε όσο μεγάλωνα, επειδή τη θεωρούσαν αυτή την πόρνη που ουσιαστικά ήταν η κοπέλα του Ιησού και του έπλυνε τα πόδια. Είναι μια εμβληματική ύπαρξη».
Γιώργης Μαγγίνης, επιστημονικός διευθυντής Μουσείου Μπενάκη: «Θύμα και μαγνήτης του πατριαρχικού βλέμματος»
Σε μια προθήκη του Μουσείου Μπενάκη Ελληνικού Πολιτισμού εκτίθεται ένα φύλλο από κρητικό τρίπτυχο του 15ου αιώνα. Στα δεξιά στέκει ο Χριστός με πληγές από τη σταύρωσή του στα χέρια και τα πόδια, ενώ απέναντί του γονατίζει κι απλώνει τα χέρια προς το μέρος Του μια γυναίκα. Πίσω τους, σε μια σπηλιά στο βραχώδες τοπίο, χάσκει ανοικτός ένας τάφος. Πρόκειται για τη σκηνή «Μη Μου Άπτου», όπου ο αναστημένος Ιησούς εμφανίζεται στη Μαρία από τα Μάγδαλα της Γαλιλαίας, τη «Μαγδαληνή», κι εκείνη προσπαθεί να τον αγγίξει για να βεβαιωθεί πως δεν βλέπει όραμα.
Το πρόσωπο της Μαγδαληνής στην εικόνα έχει τελείως αποξεσθεί, και μόνο τα λυτά μαλλιά της διακρίνονται πάνω από το μαφόριό της. Αυτή η τυχαία φθορά υπογραμμίζει απροσδόκητα τη διαστρέβλωση της εικόνας της Μαρίας Μαγδαληνής, μιας αφοσιωμένης ακολούθου του Θεανθρώπου που από μέσα της είχε εξορκίσει επτά δαίμονες. Η διαστρέβλωση προέκυψε από την ταύτισή της στη ρωμαιοκαθολική παράδοση τόσο με την ανώνυμη «αμαρτωλή» στο σπίτι του Φαρισαίου που έπλυνε με τα δάκρυά της τα πόδια Του και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, όσο και με την άλλη Μαρία, την αμαρτωλή «Αιγυπτία», που μετανόησε για τον έκφυλο βίο της, μόνασε και πέθανε στην έρημο.
Από τη στιγμή της στρεβλής ταύτισης και για αιώνες μετέπειτα, η ευσεβής Μαρία μετατράπηκε σε έναν θηλυκό Σεβαστιανό, κατατρυπημένη από τα βέλη επιθυμίας των έκλυτων και απέχθειας των ηθικολόγων. Δεν ήταν πια απαλλαγμένη από επτά δαίμονες, αλλά σκεύος των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων – κυρίως βέβαια της λαγνείας. Ακόμα και στην ορθόδοξη εικόνα του Μουσείου Μπενάκη, το μαφόριο – κατακόκκινο, στο χρώμα του πάθους – έχει τραβηχτεί και αφήσει τα ξανθά μαλλιά να πέσουν κυματιστά στην πλάτη της.
Η δυτική τέχνη έμελλε να προχωρήσει περισσότερο από αυτόν τον υπαινιγμό, γυμνώνοντάς τη Μαρία ως πόρνη, βασανίζοντάς την ως ασκήτρια, καθιστώντας τη σύμβολο όλων όσα φοβόταν και λαχταρούσε το καταπιεσμένο συλλογικό ασυνείδητο των ανδρών σε μια γυναίκα που τόλμησε να αγγίξει το Θείο. Έτσι, απομακρυσμένη από τον ρόλο της στην ευαγγελική παράδοση και παραδομένη στη φαντασία θεολόγων, κηρύκων και καλλιτεχνών, η Μαγδαληνή έγινε αντικείμενο πόθου και μαγνητική φιγούρα, θύμα και μαγνήτης του πατριαρχικού βλέμματος και τελικά, χάρη σε μια δραματική μεταστροφή τον 20ό αιώνα, σύμβολο γυναικείας ενδυνάμωσης στο πλαίσιο φεμινιστικών αναγνώσεων της τέχνης.
Δημήτρης Αληθεινός, ζωγράφος: «Γοητεύτηκα από την προσωπικότητά της»
Θα έλεγα ότι η παρουσία της Μαρίας Μαγδαληνής στην Τέχνη μοιάζει με διαχρονική προσωπογραφία, ένα αποτύπωμα όπου πάνω του κάθε εποχή προβάλλει τα δικά της κοινωνικά χαρακτηριστικά, τις δικές της ηθικές αξίες, ζωγραφίζοντάς την άλλοτε ως «ισαπόστολο» και άλλοτε ως λάγνα πόρνη. Το αποτέλεσμα είναι η αληθινή μορφή της, αυτή που περιγράφουν οι ευαγγελιστές, να εξαφανίζεται στις αλλεπάλληλες στρώσεις ενός διαπολιτισμικού παλίμψηστου, όπως ακριβώς η εικόνα του μοντέλου, στο «Άγνωστο αριστούργημα» του Μπαλζάκ.
Στη δική μας εποχή, μια μερίδα καλλιτεχνών εγκαταλείπει τις παλιές «ελκυστικές», αλλά πλέον παρωχημένες, ιδιότητες της Μαγδαληνής, όπως το «μπαροκικό» πάθος, η αμαρτία και η μετάνοια, αποδίδοντάς της αυτονομία, αγωνιστικότητα, αποκατάσταση της κοινωνικής θέσης της γυναίκας, με κυρίαρχη την αμφισβήτηση της ανδρικής εξουσίας. Μια άλλη μερίδα, μέσα από το σινεμά, τις εικαστικές εκθέσεις και τα ψηφιακά μέσα, τη χρησιμοποιεί αυθαίρετα ως σύμβολο μιας pop κουλτούρας, χωρίς την ανάγκη ιστορικής τεκμηρίωσης.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, σε μια περίοδο της δουλειάς μου κατά την οποία κυριάρχησε η αγωνία για το «πιθανό τέλος των γνωστών πολιτισμών και απαρχής άλλων, απρόβλεπτων», γοητεύτηκα από την προσωπικότητά της Μαρίας Μαγδαληνής. Διαισθανόμουν ότι η εποχή της έμοιαζε πολύ με τη δική μας: και οι δύο βρίσκονταν μεταξύ δύο πόλων, ανάμεσα σε ένα αμετάκλητα καταδικασμένο παρελθόν κι ένα εντελώς αβέβαιο μέλλον. Κι όπως εκείνη μετέφερε πρώτη το μήνυμα της νέας κοσμοθεωρίας – αυτής που, διακόπτοντας βίαια τη ροή και τη σπουδαιότητα των προηγουμένων, τις «υποβίβασε» ονομάζοντάς τες προ Χριστού – έτσι κι εμείς, είμαστε φορείς-μάρτυρες αυτού που θα μπορούσε να οριστεί ως εποχή «προ τεχνολογίας» ή πρόσφατα ως εποχή «προ και μετά ΑΙ».
Η Μαγδαληνή ήταν, και κατά τη γνώμη μου εξακολουθεί συμβολικά να είναι, προάγγελος, μια γυναίκα που αιωρείται σαν φάντασμα ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, μάρτυρας μιας ανθρώπινης περιόδου που ολοκληρώθηκε και μιας άλλης, εντελώς άγνωστης, που έρχεται και επιβάλλεται ως παγκόσμια θρησκεία, με έναν καινούργιο θεό, υπαρκτό όσο και ανύπαρκτο, «πανταχού παρόντα», δίχως προηγούμενο, χωρίς γνωστή αναφορά σε αυτό που φέρνει, πέρα από καθολική εξάρτηση. Η αναζήτηση της αλήθειας της Μαγδαληνής συνεχίζεται, αποκαλύπτοντας περισσότερα για την ανθρώπινη φύση και την τέχνη που την απεικονίζει.

