Ανοδική πορεία για την ελληνική οικονομία
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει την ανοδική της πορεία. Το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) κατέγραψε αύξηση 2,0% το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2025 σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ το αντίστοιχο μέγεθος στην Ευρωζώνη είναι 0,3%. Σε αυτή την επίδοση συνετέλεσαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (0,7%), η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (2,4% συνολικά, 3,1% για υπηρεσίες και 2,8% για αγαθά) και η αύξηση της δημόσιας κατανάλωσης (1,6%). Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 12,1% με αύξηση σε όλες τις συνιστώσες. Αρνητική για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ήταν η συμβολή της αύξησης των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (0,5% συνολικά, αύξηση 3,2% για υπηρεσίες και μείωση 0,6% για αγαθά).
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε τον κυρίαρχο εξωγενή κλονισμό για την παγκόσμια οικονομία στις αρχές του 2026. Οι διαταραχές στις ενεργειακές αγορές —κυρίως μέσω των Στενών του Ορμούζ— επιτάχυναν τον πληθωρισμό και επιβράδυναν την ανάπτυξη σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Σε σχέση με την ενεργειακή κρίση του 2021–2022, η τρέχουσα διαταραχή εκτιμάται ως ηπιότερη, λόγω της μειωμένης ευρωπαϊκής εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα και της διάχυσής της μέσω διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών. Με τη διαφαινόμενη αποκλιμάκωση, οι προβλέψεις των διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή) συγκλίνουν σε επιβράδυνση της ανάπτυξης για το 2026 και μερική ανάκαμψη το 2027, υπό την προϋπόθεση σχετικά ταχείας ομαλοποίησης των αγορών ενέργειας. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις συστήνεται να είναι στοχευμένες και προσωρινές.
Οι πρώτες οικονομικές συνέπειες της κρίσης στην Μέση Ανατολή είναι ήδη ορατές τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ελληνική οικονομία. Παρότι η κρίση έχει εισέλθει σε φάση ύφεσης, η αβεβαιότητα παραμένει αυξημένη σε σχέση με το διεθνές εμπόριο, τις αγορές ενέργειας, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Γραφείο αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω τη βασική του εκτίμηση για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας το 2026, στο 1,9%, από 2,0% στην ΄Εκθεση του Μαρτίου 2026, με εύρος πρόβλεψης από 1,7% έως 2,1%.
Η ολοκλήρωση του ΤΑΑ
Μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ, η αξιοποίηση όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων, και συμπληρωματικά η προσέλκυση εναλλακτικών τρόπων χρηματοδότησης για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής, καθίσταται κρίσιμη. Η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης και η ενίσχυση του ανταγωνισμού στις αγορές παραμένουν, σύμφωνα με την Επιτροπή, μείζονες προτεραιότητες για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής. Η δημοσιονομική σταθερότητα και η προβλεψιμότητα της οικονομικής πολιτικής αποτελούν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα σε ένα ασταθές διεθνές γεωοικονομικό περιβάλλον, και είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την προσέλκυση επενδύσεων. Η διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της ενίσχυσης της φορολογικής συμμόρφωσης παραμένει εξίσου σημαντική για τη δημιουργία δημοσιονομικού χώρου. Η θέση του Γραφείου, όπως έχει διατυπωθεί και σε προηγούμενες εκθέσεις, είναι ότι ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος θα πρέπει να αξιοποιείται με σύνεση και να κατευθύνεται κατά προτεραιότητα σε πολιτικές που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική της χώρας. Τέτοιες πολιτικές περιλαμβάνουν τη μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας, ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα συμμετοχής στην αγορά εργασίας, καθώς και φορολογικά κίνητρα για την επιτάχυνση αποσβέσεων επενδυτικών σχεδίων σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας με εξαγωγικές προοπτικές. Οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν, συνδυαστικά, να συμβάλουν στην αντιμετώπιση δύο βασικών διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας: της χαμηλής παραγωγικότητας εργασίας και της εξάρτησης από κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας
Υψηλότερος πληθωρισμός από της ευρωζώνης
Ο πληθωρισμός ανήλθε τον Μάιο του 2026 στο 4,9%, παραμένοντας αισθητά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (3,2%). ‘Όπως έχουμε επισημάνει και στην ΄Εκθεση του Μαρτίου 2026, η επιμονή αυτής της απόκλισης εξακολουθεί να αποτελεί πηγή προβληματισμού, καθώς διαβρώνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και επιβαρύνει το Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Αξιοσημείωτη είναι η πτωτική πορεία του πληθωρισμού τροφίμων στην Ελλάδα (συμπεριλαμβανομένων καπνού και αλκοόλ), τους τελευταίους μήνες (από 4,3% το Φεβρουάριο του 2026), ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,6% τον Μάιο του 2026, από 2,4% τον Μάιο του 2025. Ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 1,9% και παραμένει σταθερά χαμηλότερος από τον ελληνικό, από τον Νοέμβριο του προηγούμενου έτους.
Σχετικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις, το επίσημο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (ισοζύγιο) της Γενικής Κυβέρνησης για το 2025 σε όρους ESA 2010 διαμορφώθηκε στα 4.290 εκατ. ευρώ, ή 1,7% του ΑΕΠ. Το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε στα 12.131 εκατ. ευρώ, ή 4,9% του ΑΕΠ. Για το τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2026 το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές καταγράφει πλεόνασμα 5.896 εκατ. ευρώ (2,3% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 962 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2025. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ παρουσιάζουν αύξηση κατά 1.120 εκατ. ευρώ, οφειλόμενη εν μέρει στην σημαντική άνοδο των ταξιδιωτικών εισπράξεων και εν μέρει στην άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης. Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται αύξηση κατά 2.079 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο τετράμηνο του 2025, η οποία αποδίδεται στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 1.841 εκατ. ευρώ και την αύξηση των δαπανών ΠΔΕ και ΤΑΑ κατά 327 εκατ. ευρώ.
Το ποσοστό ανεργίας σημείωσε μικρή αύξηση. Σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας το α’ τρίμηνο του 2026 ανήλθε σε 9,5% έναντι 9,3% το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Ο αριθμός των ανέργων το α’ τρίμηνο του 2026 ανήλθε σε 454 χιλιάδες άτομα, αυξημένος κατά 13 χιλιάδες άτομα σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2025 (αύξηση 2,9%). Η συμμετοχή στην αγορά εργασίας παρουσίασε αύξηση (+1,2 ποσοστιαίες μονάδες) όπως και ο αριθμός των απασχολουμένων (+1,4% τον τελευταίο χρόνο). Η ταυτόχρονη αύξηση της ανεργίας, της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και της απασχόλησης σημαίνει ότι η αυξημένη ζήτηση για εργατικό δυναμικό δεν απορρόφησε εξ ολοκλήρου την αυξημένη προσφορά. Σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανά τύπο απασχόλησης, η αύξηση στην απασχόληση προήλθε από τις θέσεις πλήρους απασχόλησης οι οποίες, το α’ τρίμηνο του 2026 σημείωσαν αύξηση κατά 2,1% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2025, με τις θέσεις μερικής απασχόλησης να σημειώνουν σημαντική μείωση (11,0%). Ως εκ τούτου και σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η μερική απασχόληση κατά το α’ τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 5,1% του συνόλου της απασχόλησης (έναντι 5,9% στο α’ τρίμηνο του 2025), ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στην EE για το α’ τρίμηνο του 2026 ήταν 18,7% και για το ίδιο τρίμηνο του 2025 ήταν 18,6%. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, το ισοζύγιο ροών νέων θέσεων εργασίας (προσλήψεις μείον απολύσεις) για το α’ τρίμηνο του 2026 ήταν θετικό και ανήλθε στις 54.904 θέσεις εργασίας, αυξημένο (+3,3%) σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2025. Πιο συγκεκριμένα, το α΄ τρίμηνο του 2026 σημειώθηκαν 640.854 προσλήψεις με το 55,2% να είναι πλήρους απασχόλησης και οι υπόλοιπες μερικής ή εκ περιτροπής.
Τι προβλέπει το Εαρινό Πακέτο 2026 της Κομισιόν
Στο πλαίσιο του Εαρινού Πακέτου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα κατέγραψε την περίοδο 2023–2025 ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, υπερδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ, ενώ η ανεργία έχει υποχωρήσει σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα του 2008. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, με τα δημοσιονομικά πλεονάσματα και την ισχυρή ανάπτυξη να συνεισφέρουν στη σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η χώρα συγκαταλέγεται επίσης μεταξύ των πέντε κρατών-μελών με τον υψηλότερο ρυθμό απορρόφησης πόρων από το Ταμείο Συνοχής, ενώ οι πόροι του ΤΑΑ εκτιμάται ότι έχουν συμβάλει σωρευτικά στην αύξηση του ΑΕΠ κατά σχεδόν 4,5% σε σχέση με το σενάριο μη ύπαρξής τους. Παρά την τρέχουσα ενεργειακή κρίση, για το 2026 η ανάπτυξη αναμένεται ισχυρή με προβλεπόμενο ρυθμό 1.8%. Επισημαίνεται ότι με βάση την τρέχουσα πρόβλεψη του Γραφείου, το εύρος πρόβλεψης του ρυθμού ανάπτυξης για το 2026 ανέρχεται μεταξύ 1.7% και 2.1%. Σύμφωνα με το Εαρινό Πακέτο 2026, οι επενδύσεις και η κατανάλωση αποτελούν τις βασικές κινητήριες δυνάμεις πίσω από αυτή την ισχυρή ανάπτυξη. Για το 2027, και καθώς η υλοποίηση του ΤΑΑ ολοκληρώνεται, ο ρυθμός ανάπτυξης, σύμφωνα με το Εαρινό Πακέτο 2026, αναμένεται να υποχωρήσει στο 1.6%.
Μια επιπρόσθετη διαπίστωση στο Εαρινό Πακέτο 2026 αναφέρεται στη διαχρονική εξέλιξη του επενδυτικού κενού της Ελλάδας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Σύμφωνα με το ΕΠ 2026, ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ αυξήθηκε από 11.3% το 2018 στο 16.9% το 2025, με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό οι οποίες από το 2022 ξεπέρασαν τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επισημαίνεται ότι η εξέλιξη του επενδυτικού κενού αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης στην Έκθεση του Γραφείου του Δεκεμβρίου 2024, όπου είχε διαπιστωθεί ο σημαντικός περιορισμός του κατά τα τελευταία χρόνια αλλά και επισημανθεί η ανάγκη για περαιτέρω σύγκλιση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στο πλαίσιο της Διαδικασίας Μακροοικονομικών Ανισορροπιών για το 2026, και συμπληρωματικά με τις διαπιστώσεις στο Εαρινό Πακέτο 2026, η Αναλυτική Επισκόπηση για την Ελλάδα συμπεραίνει ότι η ακολουθούμενη δημοσιονομική πολιτική σε συνδυασμό με την εξέλιξη του ονομαστικού ΑΕΠ θα συνεχίσουν να οδηγούν σε περαιτέρω πτώση του λόγου δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ. Επιπρόσθετα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι οι ευπάθειες που αντιμετώπιζε η Ελλάδα σχετικά με το κρατικό και το εξωτερικό χρέος έχουν υποχωρήσει κατά τα τελευταία χρόνια, με την ισχυρή ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα να συνεισφέρουν σημαντικά σε αυτή τη θετική εξέλιξη. Επίσης, επισημαίνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι, παρά το μεγάλο έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, η ευνοϊκή χρηματοδότησή του περιορίζει τους σχετικούς κινδύνους. Με βάση τα ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμπεραίνει ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες.
