Ο «Μότσαρτ» του ποδοσφαίρου δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα του Ράιχ: Η ιστορία του ανθρώπου που χάθηκε μαζί με τη χώρα του

Η προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία διέλυσε μία από τις κορυφαίες εθνικές ομάδες της Ευρώπης και άφησε πίσω μια ιστορία που εξακολουθεί να γεννά ερωτήματα σχεδόν ενενήντα χρόνια αργότερα

Ο «Μότσαρτ» του ποδοσφαίρου δεν φόρεσε ποτέ τη φανέλα του Ράιχ: Η ιστορία του ανθρώπου που χάθηκε μαζί με τη χώρα του

Ο Ματίας Σίντελαρ δεν είναι ο πιο διάσημος ποδοσφαιριστής στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων. Είναι όμως ίσως η πιο μυστηριώδης μορφή που συνδέθηκε ποτέ με αυτά. Ο ηγέτης της θρυλικής Wunderteam («Ομάδα Θαύμα») της Αυστρίας βρέθηκε στο επίκεντρο μιας εποχής όπου το ποδόσφαιρο και η πολιτική έπαψαν να κινούνται σε παράλληλους δρόμους. Η προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, η εξαφάνιση μιας από τις κορυφαίες εθνικές ομάδες του κόσμου και ο ανεξιχνίαστος θάνατός του λίγους μήνες αργότερα δημιούργησαν έναν μύθο που επιβιώνει μέχρι σήμερα.

σχετικά άρθρα

Ο Σίντελαρ δεν υπήρξε απλώς ένας μεγάλος παίκτης της εποχής του. Για πολλούς ήταν ο κορυφαίος ποδοσφαιριστής της Ευρώπης πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας επιθετικός που δεν ταίριαζε στα σωματικά και αγωνιστικά πρότυπα της δεκαετίας του 1930. Λεπτός, ευέλικτος, τεχνικός και απρόβλεπτος, έπαιζε με τρόπο που έμοιαζε περισσότερο με χορό παρά με μάχη. Γι’ αυτό οι Αυστριακοί τον αποκαλούσαν «Der Papierene», δηλαδή «ο Χάρτινος», ενώ άλλοι τον θυμούνται ως τον «Μότσαρτ του ποδοσφαίρου».

Η Αυστρία εκείνης της εποχής δεν ήταν μια συνηθισμένη εθνική ομάδα. Η Wunderteam του Ούγκο Μάισλ θεωρείται ένα από τα πρώτα μεγάλα εργαστήρια του σύγχρονου ποδοσφαίρου. Έπαιζε με κίνηση, συνδυασμούς, αλλαγές θέσεων και τεχνική ανωτερότητα σε μια εποχή όπου μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού παιχνιδιού στηριζόταν ακόμη περισσότερο στη δύναμη και στην ευθεία επίθεση. Ο Σίντελαρ ήταν το μυαλό και η ψυχή εκείνου του συνόλου, ο παίκτης που έκανε την ομάδα να μοιάζει διαφορετική από όλες τις άλλες.

Μια «Ομάδα Θαύμα» μπροστά από την εποχή της

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Αυστρία είχε μετατραπεί σε σημείο αναφοράς για το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Η Wunderteam συνέτριψε αντιπάλους με σκορ που ακόμη και σήμερα μοιάζουν εντυπωσιακά, ενώ η φήμη της έφτασε πολύ πέρα από τη Βιέννη. Το παιχνίδι της δεν ήταν μόνο αποτελεσματικό, αλλά και αισθητικά διαφορετικό. Οι Αυστριακοί έμοιαζαν να βλέπουν γωνίες, χώρους και λύσεις εκεί όπου οι αντίπαλοι έβλεπαν απλώς σώματα και μαρκαρίσματα.

Στο Mundial του 1934, η Αυστρία πήγε στην Ιταλία ως μία από τις ομάδες που μπορούσαν να φτάσουν μέχρι το τέλος. Στον πρώτο της αγώνα απέναντι στη Γαλλία, σε μια αναμέτρηση που κρίθηκε στην παράταση, ο Σίντελαρ σκόραρε και η Αυστρία προκρίθηκε με 3-2. Στη συνέχεια απέκλεισε την Ουγγαρία στα προημιτελικά, πριν συναντήσει την οικοδέσποινα Ιταλία στα ημιτελικά.

Η ήττα από την Ιταλία με 1-0 παραμένει φορτισμένη ιστορικά, όχι μόνο επειδή σταμάτησε την πορεία μιας μεγάλης ομάδας, αλλά και επειδή το Mundial του 1934 υπήρξε βαθιά συνδεδεμένο με το φασιστικό καθεστώς του Μπενίτο Μουσολίνι. Η Αυστρία έχασε την ευκαιρία να διεκδικήσει τον τίτλο, όμως δεν έχασε τη θέση της στη μνήμη του ποδοσφαίρου. Η Wunderteam συνέχισε να θεωρείται μια ομάδα που άφησε πίσω της ιδέες πολύ μεγαλύτερες από το αποτέλεσμα ενός ημιτελικού.

Το 1938 θα μπορούσε να είναι η δεύτερη ευκαιρία. Η Αυστρία είχε προκριθεί στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας και, παρότι η κορύφωση της Wunderteam είχε περάσει, το όνομα του Σίντελαρ εξακολουθούσε να κουβαλά τεράστιο βάρος. Όμως η Ιστορία δεν άφησε το ποδόσφαιρο να συνεχίσει τη δική του διαδρομή.

Η εξαφάνιση από τον χάρτη και η τελευταία παράσταση

Τον Μάρτιο του 1938 η ναζιστική Γερμανία προσάρτησε την Αυστρία. Το Anschluss δεν άλλαξε μόνο τα σύνορα και την πολιτική πραγματικότητα. Διέλυσε και την αυστριακή ποδοσφαιρική ταυτότητα. Η εθνική ομάδα που είχε προκριθεί στο Mundial του 1938 δεν θα κατέβαινε ποτέ στη διοργάνωση ως Αυστρία. Οι καλύτεροι παίκτες της θεωρητικά θα ενσωματώνονταν στη Γερμανία, στο πλαίσιο μιας νέας ομάδας που θα υπηρετούσε και την προπαγανδιστική εικόνα του καθεστώτος.

Για έναν παίκτη όπως ο Σίντελαρ, αυτό δεν ήταν μια απλή ποδοσφαιρική μεταβολή. Ήταν η εξαφάνιση του κόσμου μέσα στον οποίο είχε γίνει σύμβολο. Η Βιέννη του μεσοπολέμου, τα καφέ, η κουλτούρα της Austria Wien και η ιδιαίτερη ποδοσφαιρική ταυτότητα της χώρας του βρέθηκαν ξαφνικά κάτω από τη βαριά σκιά του ναζισμού.

Λίγες εβδομάδες μετά την προσάρτηση, στις 3 Απριλίου 1938, οργανώθηκε ένας αγώνας ανάμεσα στην Αυστρία και τη Γερμανία στο Prater της Βιέννης. Επισήμως παρουσιάστηκε ως παιχνίδι συμφιλίωσης και ενοποίησης. Στην πράξη, όμως, έμελλε να γίνει η τελευταία παράσταση της αυστριακής εθνικής ομάδας πριν από τον πόλεμο.

Η Αυστρία νίκησε 2-0 και ο Σίντελαρ σημείωσε το πρώτο γκολ. Γύρω από εκείνον τον αγώνα χτίστηκε ένας από τους πιο επίμονους μύθους του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Σύμφωνα με πολλές αφηγήσεις, ο Σίντελαρ πανηγύρισε επιδεικτικά μπροστά στους ναζιστές αξιωματούχους, σαν να μετέτρεπε ένα γκολ σε τελευταία χειρονομία αυστριακής αξιοπρέπειας. Το γεγονός ότι σκόραρε είναι δεδομένο. Οι λεπτομέρειες του πανηγυρισμού, όπως συμβαίνει συχνά με ιστορίες που περνούν από γενιά σε γενιά, έχουν αποκτήσει σχεδόν θεατρική διάσταση και χρειάζονται προσοχή.

Αυτό που δεν χρειάζεται υπερβολή είναι το ίδιο το πλαίσιο. Ο Σίντελαρ δεν αγωνίστηκε στο Mundial του 1938 με τη Γερμανία. Επικαλέστηκε την ηλικία του και προβλήματα φυσικής κατάστασης, όμως η μεταγενέστερη μνήμη είδε στην απουσία του κάτι πολύ μεγαλύτερο: την άρνηση ενός ποδοσφαιριστή να γίνει σύμβολο μιας εξουσίας που είχε καταπιεί τη χώρα του.

Ο θάνατος που έκανε τον μύθο αθάνατο

Τον Ιανουάριο του 1939, λίγους μήνες μετά τον αγώνα με τη Γερμανία, ο Ματίας Σίντελαρ βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στη Βιέννη μαζί με τη σύντροφό του, Καμίλα Καστανιόλα. Η επίσημη εκδοχή απέδωσε τον θάνατο σε δηλητηρίαση από μονοξείδιο του άνθρακα, λόγω προβλήματος στη θέρμανση ή στον καπναγωγό. Η υπόθεση όμως δεν έπαψε ποτέ να γεννά ερωτήματα.

Η εποχή, η δημόσια εικόνα του Σίντελαρ, οι σχέσεις του με ανθρώπους που διώκονταν από το καθεστώς, η άρνησή του να ενταχθεί στη νέα γερμανική ποδοσφαιρική πραγματικότητα και η ταχύτητα με την οποία έκλεισε η υπόθεση δημιούργησαν το έδαφος για θεωρίες που επιβιώνουν μέχρι σήμερα. Άλλοι μίλησαν για ατύχημα, άλλοι για αυτοκτονία, άλλοι για δολοφονία με πολιτικό κίνητρο. Καμία από αυτές τις εκδοχές δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως βεβαιότητα.

Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που έκανε τον Σίντελαρ κάτι περισσότερο από ποδοσφαιριστή. Αν η καριέρα του είχε κλείσει απλώς με μια τελευταία εμφάνιση, θα τον θυμόμασταν ως έναν από τους μεγάλους τεχνίτες του μεσοπολέμου. Επειδή όμως η ζωή του τέλειωσε μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου, καταπίεσης και πολιτικής βίας, η μορφή του μετατράπηκε σε θρύλο που κινείται ανάμεσα στην ιστορία και στον μύθο.

Η ιστορία του θυμίζει ότι τα Παγκόσμια Κύπελλα δεν γράφονται μόνο από όσους σήκωσαν τρόπαια. Γράφονται και από όσους έμειναν πίσω ως απουσίες, ως χαμένες πιθανότητες και ως πρόσωπα που κουβαλούν πάνω τους μια εποχή ολόκληρη. Ο Ματίας Σίντελαρ ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία: ένας παίκτης που έπαιξε στο Mundial, αλλά έγινε θρύλος κυρίως για το Mundial που του πήρε η Ιστορία.