Στη σκιά των αριστουργημάτων: Η National Gallery αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες για εργαζομένους δύο κατηγοριών

Συνδικάτο και ανώτερο στέλεχος κάνουν λόγο για άνιση μεταχείριση του προσωπικού φύλαξης, προκαλώντας ερωτήματα για τις εργασιακές πρακτικές και την εταιρική διακυβέρνηση του βρετανικού μουσείου

Στη σκιά των αριστουργημάτων: Η National Gallery αντιμέτωπη με σοβαρές καταγγελίες για εργαζομένους δύο κατηγοριών

Πίσω από τις αίθουσες που φιλοξενούν αριστουργήματα του Βαν Γκογκ, του Τιτσιάνο και του Βελάσκεθ, η National Gallery του Λονδίνου βρίσκεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που απειλεί να επισκιάσει την εικόνα της. Ανώνυμος ανώτερος επιμελητής και το συνδικάτο PCS καταγγέλλουν ότι οι εργαζόμενοι της ιδιωτικής εταιρείας ασφαλείας CIS Security, οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του προσωπικού φύλαξης του μουσείου, αντιμετωπίζονται ως «εργαζόμενοι δεύτερης κατηγορίας».

σχετικά άρθρα

Σύμφωνα με τις καταγγελίες, οι φύλακες δεν έχουν πρόσβαση στους σύγχρονους χώρους ανάπαυσης και εστίασης που χρησιμοποιεί το μόνιμο προσωπικό του μουσείου. Αντίθετα, χρησιμοποιούν υπόγειους χώρους χωρίς φυσικό φωτισμό και επαρκή εξαερισμό, με παλαιό εξοπλισμό και περιορισμένες παροχές. Ο ανώνυμος επιμελητής υποστηρίζει ότι η εικόνα που δημιουργείται θυμίζει «δύο διαφορετικούς κόσμους» μέσα στον ίδιο οργανισμό, ενώ το PCS κάνει λόγο για ένα σύστημα δύο ταχυτήτων που δεν συνάδει με τις αξίες ενός δημόσιου πολιτιστικού ιδρύματος.

Από μια εσωτερική διαφορά σε κρίση αξιοπιστίας

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους χώρους ανάπαυσης. Το PCS υποστηρίζει ότι οι φύλακες καλούνται συχνά να επιτηρούν ταυτόχρονα περισσότερες αίθουσες από όσες θεωρούν ασφαλείς, εκφράζοντας ανησυχίες τόσο για τις συνθήκες εργασίας όσο και για την προστασία της συλλογής. Οι καταγγελίες αποκτούν ιδιαίτερο βάρος αν ληφθεί υπόψη ότι η National Gallery έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο επιθέσεων ακτιβιστών, με πιο γνωστή τη ρίψη σούπας στα Ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ και τη βανδαλιστική επίθεση στη Rokeby Venus του Βελάσκεθ.

Το συνδικάτο υποστηρίζει επίσης ότι ο διαχωρισμός αποκτά και διάσταση έμμεσης διάκρισης, καθώς η πλειονότητα των εργαζομένων της εταιρείας ασφαλείας προέρχεται από εθνοτικές μειονότητες, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του μόνιμου προσωπικού που χρησιμοποιεί τους αναβαθμισμένους χώρους είναι λευκοί εργαζόμενοι. Με επιστολή προς τη διοίκηση, το PCS προειδοποίησε ότι η πρακτική ενδέχεται να εγείρει ζητήματα εφαρμογής του Equality Act 2010, χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει μέχρι στιγμής σχετική δικαστική κρίση.

Η θέση της διοίκησης και τα επόμενα βήματα

Η διοίκηση του μουσείου απορρίπτει ότι υπάρχει διακριτική μεταχείριση λόγω εθνικής ή φυλετικής καταγωγής. Σε ανακοίνωσή της υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί πρόσβασης στους χώρους του λεγόμενου Hub ισχύουν από τη δημιουργία τους και οφείλονται αποκλειστικά σε περιορισμούς χωρητικότητας, ενώ για το προσωπικό ασφαλείας και τους υπόλοιπους εξωτερικούς συνεργάτες έχουν διαμορφωθεί ξεχωριστές εγκαταστάσεις.

Παράλληλα, η National Gallery αναφέρει ότι η CIS Security πραγματοποίησε πρόσφατα εσωτερική έρευνα ικανοποίησης των εργαζομένων και ότι ήδη υλοποιούνται βελτιώσεις στις εγκαταστάσεις και στις παροχές, μεταξύ των οποίων η αναβάθμιση των χώρων εστίασης και η εγκατάσταση επιδοτούμενων αυτόματων πωλητών, σύμφωνα με τις προτιμήσεις που εξέφρασαν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι. Η διοίκηση υποστηρίζει επίσης ότι εφαρμόζει τακτικό πρόγραμμα αντιμετώπισης προβλημάτων συντήρησης και υγιεινής στους χώρους του μουσείου.

Όταν η φήμη γίνεται στρατηγικό κεφάλαιο

Ανεξάρτητα από την τελική κατάληξη της υπόθεσης, η εξέλιξη αναδεικνύει μια πρόκληση που αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότεροι μεγάλοι πολιτιστικοί οργανισμοί. Τα μουσεία κρίνονται πλέον όχι μόνο από τις εκθέσεις, τις συλλογές και τους επισκέπτες τους, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται το ανθρώπινο δυναμικό, τους εξωτερικούς συνεργάτες και τις αρχές της ισότιμης μεταχείρισης.

Η πρακτική της ανάθεσης υπηρεσιών φύλαξης σε εξωτερικούς αναδόχους είναι διαδεδομένη στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, καθώς προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία και συχνά μειώνει το λειτουργικό κόστος. Παράλληλα όμως δημιουργεί τον κίνδυνο να αναπτυχθούν εργαζόμενοι με διαφορετικά δικαιώματα, διαφορετικές παροχές και διαφορετική καθημερινή εμπειρία μέσα στον ίδιο οργανισμό.

Για ένα μουσείο όπως η National Gallery, που προβάλλει τον δημόσιο χαρακτήρα και την αποστολή του ως θεματοφύλακα της πολιτιστικής κληρονομιάς, τέτοιες καταγγελίες ξεπερνούν τα όρια μιας εσωτερικής εργασιακής διαφοράς. Αφορούν τη φήμη, την αξιοπιστία και την εταιρική διακυβέρνηση ενός οργανισμού που αποτελεί σημείο αναφοράς για τη διεθνή μουσειακή κοινότητα.