Ανάλυση: Από τα «χαμόγελα της Γενεύης» στα σημερινά χτυπήματα κατά Τεχεράνης – Η Ουάσιγκτον άνοιξε την πόρτα ενός νέου πολέμου

Η ραγδαία αλλαγή κλίματος, η πρωτοφανής αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση και το διπλωματικό αδιέξοδο - Πώς διαβάζουν οι Αμερικανοί αναλυτές το νέο γεωπολιτικό πόκερ και τι σημαίνει αυτό το σκηνικό κλιμάκωσης για την ευρύτερη γειτονιά μας

Ανάλυση: Από τα «χαμόγελα της Γενεύης» στα σημερινά χτυπήματα κατά Τεχεράνης – Η Ουάσιγκτον άνοιξε την πόρτα ενός νέου πολέμου

Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, η εντύπωση που επικρατούσε στα διεθνή διπλωματικά πηγαδάκια ήταν ότι ΗΠΑ και Ιράν κινούνταν –έστω και δύσκολα– προς μια ρεαλιστική φόρμουλα συνεννόησης. Οι έμμεσες συνομιλίες στη Γενεύη, με τη συμμετοχή του ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ από αμερικανικής πλευράς, είχαν καλλιεργήσει προσδοκίες για ένα σύνολο «κατευθυντήριων αρχών» γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και για συνέχιση των επαφών.

σχετικά άρθρα

Στη γεωπολιτική, όμως, λίγα εικοσιτετράωρα αρκούν για να ανατραπεί πλήρως το σκηνικό. Το θετικό κλίμα εξαϋλώθηκε, καθώς η Ουάσιγκτον πέρασε από τις διαρροές περί «90% πιθανότητας κινητικής δράσης τις επόμενες εβδομάδες» σε πραγματικά πλήγματα κατά ιρανικών στόχων, εγκαινιάζοντας στην πράξη μια νέα φάση ανοιχτής σύγκρουσης με το ισλαμικό καθεστώς.

Από την Ελλάδα, παρακολουθούμε για άλλη μια φορά ως θεατές μια υπερδύναμη να ανασχεδιάζει τον χάρτη της Μέσης Ανατολής – ενός χάρτη που αποτελεί την ευρύτερη γειτονιά μας. Τα μεγάλα αμερικανικά δίκτυα και τα think tanks στις ΗΠΑ περιγράφουν πλέον μια κατάσταση που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο της διπλωματίας, με τον Λευκό Οίκο να υλοποιεί αυτό που μέχρι πρότινος παρουσιαζόταν ως «σχέδιο στο συρτάρι»: μια εκστρατεία πολυήμερων, συντονισμένων χτυπημάτων, η οποία μοιάζει περισσότερο με κανονικό πόλεμο παρά με περιορισμένες «χειρουργικές» επιχειρήσεις.

Η γλώσσα της στρατιωτικής ισχύος

Ο πρώτος και πιο αδιάψευστος μάρτυρας της κλιμάκωσης είναι η μαζική στρατιωτική συγκέντρωση των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και η μετάβασή της από τη φάση της αποτροπής στη φάση των πραγματικών επιχειρήσεων. Το Πεντάγωνο έχει στήσει την πιο εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003, μεταφέροντας εκατοντάδες μαχητικά, στρατηγικά βομβαρδιστικά και δεκάδες ιπτάμενα τάνκερ σε βάσεις γύρω από το Ιράν, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για παρατεταμένη αεροπορική εκστρατεία.

Κομβικό ρόλο σε αυτή την αρχιτεκτονική ισχύος έχει η ανάπτυξη δύο ομάδων κρούσης αεροπλανοφόρων, με ναυαρχίδα το USS Gerald R. Ford – το μεγαλύτερο και τεχνολογικά πιο προηγμένο αεροπλανοφόρο του αμερικανικού ναυτικού. Το Ford κινήθηκε από τη Σούδα προς την Ανατολική Μεσόγειο και ανοικτά του Ισραήλ, ενισχύοντας την ικανότητα πλήγματος σε βάθος ιρανικού εδάφους, την ώρα που αεροσκάφη ανεφοδιασμού σταθμεύουν πλέον ακόμη και στο Ισραήλ για να επεκτείνουν την ακτίνα δράσης των αμερικανικών και συμμαχικών μαχητικών.

Η πρόσφατη φάση των επιχειρήσεων, με συντονισμένα αμερικανοϊσραηλινά χτυπήματα σε στρατηγικούς στόχους στο εσωτερικό του Ιράν, από στρατιωτικές εγκαταστάσεις μέχρι κρίσιμες υποδομές του IRGC, επιβεβαιώνει ότι η Ουάσιγκτον δεν μπλοφάρει. Όταν μια υπερδύναμη επιστρατεύει τέτοιο όγκο οπλικών συστημάτων, η «αποστράτευση χωρίς αποτέλεσμα» θα ερμηνευόταν ως γεωπολιτική ήττα – και αυτό είναι ένα κόστος που ο Λευκός Οίκος δείχνει να μην είναι διατεθειμένος να αναλάβει.

Το διπλωματικό αδιέξοδο και το πυρηνικό αγκάθι

Πίσω από τους πυραύλους και τα μαχητικά, παραμένει άλυτο το θεμελιώδες ζήτημα που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο: το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Η αμερικανική πλευρά επιμένει σε ένα πακέτο απαιτήσεων που περιλαμβάνει μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου εντός Ιράν, καταστροφή βασικών πυρηνικών εγκαταστάσεων και παράδοση του εμπλουτισμένου υλικού στο εξωτερικό, αφήνοντας μόνο περιορισμένης κλίμακας ειρηνικές δραστηριότητες.

Από την άλλη, η ιρανική ηγεσία επικαλείται τη Συνθήκη Μη Διάδοσης (NPT) και το «αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα» της χώρας στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας, αρνούμενη να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα ισοδυναμεί – στα μάτια της – με τελεσίγραφο άνευ όρων παράδοσης. Η Ουάσιγκτον έχει ταυτόχρονα διευρύνει την ατζέντα, ζητώντας περιορισμούς στο πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και αποκοπή της στήριξης σε δίκτυα πληρεξουσίων όπως η Χεζμπολάχ, οι ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές και οι Χούθι στην Υεμένη, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την επίτευξη συμβιβασμού.

Εδώ βρίσκεται και το στρατηγικό λάθος εκτίμησης πολλών δυτικών επιτελείων: η εσωτερική αδυναμία δεν μεταφράζεται αυτόματα σε εξωτερική υποχωρητικότητα. Η οικονομικά πιεσμένη, πολιτικά αποκλεισμένη Τεχεράνη δεν διαθέτει τον πολιτικό χώρο για ταπεινωτικές παραχωρήσεις σε ζητήματα που η ηγεσία της παρουσιάζει ως πυλώνες «εθνικής αξιοπρέπειας». Οποιοσδήποτε συμβιβασμός χρωματιστεί στο εσωτερικό ως συνθηκολόγηση, απειλεί τη συνοχή του ίδιου του καθεστώτος.

Από το «μοντέλο Βενεζουέλας» στην ανοιχτή συζήτηση για αλλαγή καθεστώτος

Οι αναλογίες με προηγούμενες αμερικανικές επεμβάσεις είναι αναπόφευκτες. Την ώρα που ο Λευκός Οίκος διαβεβαίωνε συμμάχους πως «η διπλωματία έχει ακόμη δρόμο», διαρροές σε αμερικανικά μέσα αποκάλυπταν ότι στρατιωτικοί σχεδιασμοί για μια ευρεία, πολυεβδομαδιαία εκστρατεία βρίσκονταν ήδη σε προχωρημένο στάδιο – με αναλυτές στο περιβάλλον του προέδρου να μιλούν για «90% πιθανότητα» στρατιωτικής δράσης.

Στον δημόσιο διάλογο στην Ουάσιγκτον, ο πραγματικός στόχος εμφανίζεται όλο και πιο καθαρά: η αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη ή, στην «ήπια» εκδοχή του σεναρίου, μια ελεγχόμενη ενδοκαθεστωτική μετάβαση που θα αναδείκνυε έναν πιο διαλλακτικό ηγέτη, χωρίς να καταρρεύσει πλήρως το ιρανικό κράτος. Στο τραπέζι πέφτουν τόσο σενάρια στήριξης εξόριστων προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης, όσο και σενάρια εσωτερικής διαδοχής μέσα στους κόλπους του ίδιου του συστήματος, κατά τα πρότυπα όσων είδαμε τα τελευταία χρόνια σε Λατινική Αμερική και ειδικά στη Βενεζουέλα.

Ωστόσο, το Ιράν δεν είναι Βενεζουέλα. Η γεωπολιτική του θέση, ο ρόλος του στο ενεργειακό σύστημα, η διασύνδεσή του με ένοπλα δίκτυα από τον Λίβανο μέχρι την Υεμένη και το γεγονός ότι οι επίδοξοι διάδοχοι του σημερινού ανώτατου ηγέτη είναι συχνά πιο σκληροπυρηνικοί από τον ίδιο, καθιστούν το σενάριο «χειρουργικής» αλλαγής καθεστώτος εξαιρετικά επισφαλές. Ακόμη και μια επιτυχημένη στρατιωτική φάση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας επόμενης μέρας γεμάτης χάος, εμφύλια ρήξη και περιφερειακή ανάφλεξη.

Το επικίνδυνο ντόμινο στην ευρύτερη γειτονιά μας

Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δεν περιορίζεται στον άξονα Ουάσιγκτον–Τεχεράνη. Ήδη, ιρανικοί proxies, από σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία μέχρι τους Χούθι στην Υεμένη, προσαρμόζουν την τακτική τους, απειλώντας με πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις και θαλάσσιες οδούς στρατηγικής σημασίας. Στη Χεζμπολάχ, οι φόβοι για μια πολυμετωπική σύγκρουση που θα συμπαρασύρει τον Λίβανο, το Ισραήλ και την Ανατολική Μεσόγειο, είναι πλέον έκδηλοι.

Για την Ευρώπη – και ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα – η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση. Η ενεργειακή ασφάλεια, τα θαλάσσια περάσματα, η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων σε βάσεις όπως η Σούδα και η Αλεξανδρούπολη, αλλά και η πιθανότητα νέων μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών, μετατρέπουν κάθε κίνηση στην περιοχή σε κρίσιμη μεταβλητή για τη δική μας εσωτερική και εξωτερική πολιτική.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ψευδαίσθηση μιας «ασφαλούς διπλωματικής ρουτίνας» έχει αντικατασταθεί από τον ψυχρό ρεαλισμό των εξοπλισμών και των αεροπορικών επιδρομών. Η επόμενη περίοδος θα δείξει αν οι ΗΠΑ επιδιώκουν μια περιορισμένη, τιμωρητική εκστρατεία ή αν βαδίζουμε προς μια πλήρη αναδιάταξη ισορροπιών στη Μέση Ανατολή, με τίμημα ένα νέο, μακροχρόνιο πόλεμο στην αυλή της Ευρώπης.