Ο πόλεμος της εξάντλησης – Το σενάριο που μπορεί να σύρει ΗΠΑ και Ιράν σε μεγαλύτερη σύγκρουση και το παράδειγμα της Αιγύπτου

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σημερινή συμπεριφορά της Τεχεράνης παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με εκείνη την προσέγγιση

Ο πόλεμος της εξάντλησης – Το σενάριο που μπορεί να σύρει ΗΠΑ και Ιράν σε μεγαλύτερη σύγκρουση και το παράδειγμα της Αιγύπτου

Ενώ η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές εκτιμούν ότι η κατάσταση δεν θυμίζει μια προσωρινή κρίση, αλλά ίσως τα πρώτα στάδια ενός σύγχρονου πολέμου φθοράς.

σχετικά άρθρα

Παρά τις κατά καιρούς διαπραγματεύσεις, τα περιορισμένα στρατιωτικά επεισόδια, τις επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων δυνάμεων και τις μετρημένες απαντήσεις των δύο πλευρών, ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η εικόνα της «ελεγχόμενης αντιπαράθεσης» μπορεί να είναι παραπλανητική.

Κατά την εκτίμησή τους, το πιο χρήσιμο ιστορικό παράδειγμα για να κατανοήσει κανείς όσα συμβαίνουν σήμερα δεν είναι ο λεγόμενος «Πόλεμος των Δεξαμενόπλοιων» της δεκαετίας του 1980, αλλά ο Πόλεμος Φθοράς μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ.

Πόλεμος ΗΠΑ Ιράν

Τότε, η Αίγυπτος, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούσε να νικήσει το Ισραήλ σε μια άμεση συμβατική αναμέτρηση μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών, ακολούθησε μια διαφορετική στρατηγική. Αντί να επιδιώξει μια αποφασιστική μάχη, επέλεξε να ασκεί συνεχή πίεση μέσω βομβαρδισμών, αιφνιδιαστικών επιθέσεων και πολιτικής φθοράς, ενώ ταυτόχρονα προετοίμαζε το έδαφος για μια μελλοντική κλιμάκωση.

Σύμφωνα με την ανάλυση, το Ισραήλ αντιμετώπισε αρχικά τη σύγκρουση ως μια ελεγχόμενη ενόχληση, όμως στην πραγματικότητα η Αίγυπτος αξιοποιούσε τον χρόνο για να αλλάξει σταδιακά τους όρους του παιχνιδιού. Οι συνέπειες αυτής της στρατηγικής έγιναν εμφανείς στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ το 1973, όταν η ισορροπία δυνάμεων είχε ήδη μεταβληθεί σημαντικά.

Η στρατηγική του Ιράν και το κόστος για τις ΗΠΑ

Αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σημερινή συμπεριφορά της Τεχεράνης παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με εκείνη την προσέγγιση.

Το Ιράν φαίνεται να αναγνωρίζει ότι μια άμεση στρατιωτική αναμέτρηση με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είχε τεράστιο κόστος. Αντί γι’ αυτό, επιλέγει μια πιο σταδιακή στρατηγική, η οποία του επιτρέπει να κερδίζει χρόνο, να βελτιώνει τις δυνατότητές του και ταυτόχρονα να επιβαρύνει τον αντίπαλο.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι παρενοχλήσεις πλοίων στα Στενά του Ορμούζ, οι επιθέσεις με drones, οι επιχειρήσεις μέσω συμμαχικών ή παραστρατιωτικών δυνάμεων, οι κυβερνοεπιθέσεις και οι περιορισμένες πυραυλικές ενέργειες.

Κατά τους ειδικούς, οι διαπραγματεύσεις και η αντιπαράθεση δεν αποτελούν αντίθετες διαδικασίες. Αντίθετα, λειτουργούν παράλληλα ως εργαλεία μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η συνεχής ανάπτυξη του ιρανικού δικτύου παραγωγής πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, το οποίο αρκετοί συγκρίνουν με τη σταδιακή ανάπτυξη των αντιαεροπορικών συστημάτων που είχε πραγματοποιήσει η Αίγυπτος πριν από τον πόλεμο του 1973.

Στόχος της Τεχεράνης δεν φαίνεται να είναι η απόκτηση πλήρους στρατιωτικής κυριαρχίας. Αντίθετα, επιδιώκει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον συνεχούς αβεβαιότητας και αυξημένου κόστους για τις αμερικανικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας drones, αντιπλοϊκούς πυραύλους, ταχύπλοα σκάφη, θαλάσσιες νάρκες και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχικών οργανώσεων.

Παράλληλα, η διατήρηση αμερικανικών αεροπλανοφόρων, αντιτορπιλικών, συστημάτων αεράμυνας και μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή δημιουργεί μια αυξανόμενη οικονομική ανισορροπία.

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ένα σχετικά φθηνό ιρανικό drone μπορεί να υποχρεώσει τις ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν αναχαιτιστικά συστήματα αξίας εκατομμυρίων δολαρίων. Επιπλέον, οι παρατεταμένες αποστολές επιβαρύνουν το προσωπικό, τη συντήρηση του εξοπλισμού και τα αποθέματα πυρομαχικών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσινγκτον καλείται να προετοιμάζεται και για ενδεχόμενες εξελίξεις στον Ινδο-Ειρηνικό και την Κίνα.

Οι προτάσεις των ειδικών και ο φόβος μιας μεγαλύτερης σύγκρουσης

Η ανάλυση του GM υποστηρίζει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να προχωρήσουν σε έναν πιο οργανωμένο μηχανισμό ασφάλειας για τα Στενά του Ορμούζ, με μεγαλύτερη συμμετοχή συμμάχων όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα, οι οποίες εξαρτώνται ενεργειακά από τη σταθερότητα της περιοχής.

Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση των κοινών συστημάτων επιτήρησης, η ανάπτυξη περισσότερων μη επανδρωμένων μέσων και η δημιουργία αποθεμάτων αναχαιτιστικών πυραύλων, συστημάτων αντιμετώπισης drones και εξοπλισμού εκκαθάρισης ναρκών.

Οι αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι η Ουάσινγκτον θα πρέπει να καθορίσει σαφέστερα όρια για το ποιες ιρανικές ενέργειες θα προκαλούν αντίποινα, ώστε να αποτραπεί η σταδιακή «κανονικοποίηση» της κλιμάκωσης.

Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι οι πόλεμοι φθοράς συχνά μοιάζουν διαχειρίσιμοι ακόμη και όταν η στρατηγική ισορροπία έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται. Όπως συνέβη, σύμφωνα με τους συντάκτες, στην περίπτωση του Ισραήλ πριν από το 1973, έτσι και σήμερα υπάρχει ο κίνδυνος οι Ηνωμένες Πολιτείες να θεωρήσουν τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ ως μια σειρά μεμονωμένων περιστατικών και όχι ως τμήμα μιας ευρύτερης στρατηγικής.

Κατά την εκτίμησή τους, αυτό που σήμερα φαίνεται ως μια περιορισμένη αντιπαράθεση μπορεί στην πραγματικότητα να αποτελεί τη φάση προετοιμασίας μιας μελλοντικής περιφερειακής σύγκρουσης, με το Ιράν να αξιοποιεί τον χρόνο για να διαμορφώσει ευνοϊκότερους όρους και τους αντιπάλους του να επικεντρώνονται κυρίως στη διαχείριση της καθημερινής κρίσης.