Όταν φεύγει η Αμερική: μπορεί η Ευρώπη να αμυνθεί μόνη της;
Τυπικά οι ΗΠΑ παραμένουν στη συμμαχία· πολιτικά συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται ήδη με το ένα πόδι έξω. Η Ευρώπη έχει 5 έως 7 χρόνια για να ετοιμαστεί.
Τον Μάιο του 2026 το Πεντάγωνο ανακοίνωσε ότι αποσύρει περίπου 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Λίγες μέρες αργότερα ο Ντόναλντ Τραμπ διευκρίνισε ότι η μείωση θα προχωρήσει «πολύ περισσότερο». Δεν ήταν η πρώτη φορά: τον Οκτώβριο του 2025 είχαν ήδη αποχωρήσει περίπου χίλιοι Αμερικανοί στρατιώτες από τη Ρουμανία, ενώ οι αμερικανικές μάχιμες ταξιαρχίες στην Ευρώπη μειώθηκαν από τέσσερις σε τρεις.
Κανένα από αυτά τα νούμερα δεν είναι, από μόνο του, καταστροφικό. Μαζί όμως συνθέτουν ένα μήνυμα που καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν μπορεί πια να αγνοήσει: η εγγύηση ασφαλείας που για ογδόντα χρόνια θεωρούσαμε δεδομένη έπαψε να είναι δεδομένη.
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα παράδοξο που οι αναλυτές του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR) περιγράφουν εύστοχα ως ένα «ΝΑΤΟ του Σρέντινγκερ»: μια συμμαχία που είναι ταυτόχρονα παρούσα και απούσα. Τυπικά οι ΗΠΑ παραμένουν μέσα διατηρούν δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στην ήπειρο και ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής του ΝΑΤΟ εξακολουθεί να είναι Αμερικανός. Πολιτικά όμως συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται ήδη με το ένα πόδι έξω. Και το ερώτημα δεν είναι πλέον θεωρητικό: αν η Αμερική γυρίσει την πλάτη τη στιγμή της κρίσης, μπορεί η Ευρώπη να αμυνθεί μόνη της;
Ο εχθρός δεν περιμένει
Η απάντηση πρέπει να δοθεί γρήγορα, γιατί στα ανατολικά της ηπείρου ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος. Η Ρωσία συνεχίζει τον πόλεμο στην Ουκρανία και δοκιμάζει διαρκώς τα όρια της Ευρώπης από παραβιάσεις εναέριου χώρου μέχρι δολιοφθορές και εκστρατείες παραπληροφόρησης. Ακόμη και μια κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία δεν θα άλλαζε τη βαθύτερη πραγματικότητα: μια αναθεωρητική Μόσχα που επιδιώκει σφαίρα επιρροής στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη.
Τα νούμερα του ρωσικού επανεξοπλισμού είναι ενδεικτικά. Όπως προειδοποίησε ο Εμανουέλ Μακρόν, η Ρωσία δαπανά πλέον περίπου το 40% του προϋπολογισμού της στην άμυνα και σχεδιάζει, έως το 2030, να προσθέσει τρία εκατομμύρια στρατιώτες και τέσσερις χιλιάδες άρματα μάχης. Παρά τις τεράστιες απώλειες στην Ουκρανία κατά δυτικές εκτιμήσεις πάνω από ένα εκατομμύριο νεκροί και τραυματίες σε μια «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» που έχει ήδη διαρκέσει περισσότερο από τη συμμετοχή της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Κρεμλίνο δεν έχει αλλάξει πορεία. Μια ασπίδα και μόνο δεν αρκεί για να το αποτρέψει.
Δύο δρόμοι που δεν οδηγούν πουθενά
Πριν από τη λύση, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε δύο ψευδαισθήσεις.
Η πρώτη είναι ότι αρκεί μια απλή «μεταφορά βαρών»: οι Ευρωπαίοι αναλαμβάνουν περισσότερες συμβατικές ευθύνες, αλλά μέσα στο ίδιο πλαίσιο όπου η διοίκηση παραμένει αμερικανική. Αυτό αφήνει την Ευρώπη εξαρτημένη από μια Ουάσιγκτον που έχει επανειλημμένα δείξει ότι μπορεί να αξιοποιήσει μια κρίση ασφαλείας ως μοχλό για να αποσπάσει παραχωρήσεις. Είναι σαν να χτίζεις σπίτι αφήνοντας τα κλειδιά σε κάποιον που απειλεί να τα κρατήσει.
Η δεύτερη ψευδαίσθηση είναι το αντίθετο άκρο: ένας πλήρως ολοκληρωμένος «ευρωπαϊκός στρατός» ή ένα αυτόνομο πυρηνικό αποτρεπτικό της ΕΕ. Όσο ελκυστικές κι αν ακούγονται αυτές οι ιδέες, βάζουν το κάρο μπροστά από το άλογο. Η ΕΕ δεν διαθέτει δομές διοίκησης, επιχειρησιακή εξουσία ούτε εντολή για μεγάλης κλίμακας πόλεμο — τα κράτη μέλη ποτέ δεν της τις έδωσαν, και δεν πρόκειται να το κάνουν μέσα στην επόμενη πενταετία. Η αποκλειστική στήριξη στην ΕΕ θα άφηνε εκτός κρίσιμους στρατούς όπως της Βρετανίας, της Νορβηγίας και του Καναδά, και θα αγνοούσε τα ουδέτερα κράτη της.
Το συμπέρασμα είναι ρεαλιστικό, όχι ηττοπαθές: η Ευρώπη δεν χρειάζεται να αναπαραγάγει την Αμερική ούτε να χτίσει μια νέα θεσμική υπερδομή. Χρειάζεται να αξιοποιήσει έξυπνα ό,τι ήδη υπάρχει ώστε να μπορεί να δράσει «με την Αμερική όπου γίνεται, με λιγότερη Αμερική όπου χρειάζεται, και χωρίς την Αμερική αν χρειαστεί».
Πυλώνας πρώτος: ηγεσία χωρίς αρχηγό
Επί δεκαετίες οι ΗΠΑ δεν ήταν μόνο η στρατιωτική ασπίδα της Ευρώπης· ήταν και ο διαιτητής που κρατούσε ενωμένες χώρες με αποκλίνουσες αντιλήψεις για τις απειλές. Το πρόβλημα είναι ότι καμία ευρωπαϊκή δύναμη δεν είναι αρκετά μεγαλύτερη από τις άλλες ώστε να αναλάβει φυσικά αυτόν τον ρόλο. Η λύση επομένως δεν είναι ένας Ευρωπαίος «αρχηγός», αλλά μια κατανεμημένη ηγεσία.
Στην πράξη αυτό σημαίνει τρία αλληλένδετα επίπεδα. Το ΝΑΤΟ παραμένει η επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά, αλλά με τους Ευρωπαίους να αναλαμβάνουν προοδευτικά τον σχεδιασμό και τη διοίκηση ένα πρώτο βήμα έγινε όταν συμφωνήθηκε Ευρωπαίοι αξιωματικοί να αναλάβουν τις τρεις Διοικήσεις Κοινών Δυνάμεων της συμμαχίας. Η ΕΕ προσφέρει τη χρηματοδότηση, την πολιτική νομιμότητα και την αλληλεγγύη. Και ευέλικτοι «μικρομερείς» συνασπισμοί προθύμων κρατών δίνουν την ταχύτητα να δράσει κανείς όταν οι μεγάλοι θεσμοί κολλάνε.
Η ιδέα-κλειδί εδώ είναι η αναβίωση μιας παλιάς πρακτικής του Ψυχρού Πολέμου: η εκ των προτέρων ανάθεση εξουσίας σε περιφερειακούς διοικητές, ώστε ορισμένες δυνάμεις να ενεργοποιούνται χωρίς να περιμένουν ομόφωνη συναίνεση και των 32 μελών του ΝΑΤΟ. Όταν ο εχθρός μπορεί να χτυπήσει σε ώρες, η αναμονή για συμφωνία ανάμεσα σε δεκάδες πρωτεύουσες είναι θανάσιμα αργή. Η συνοχή ανάμεσα στις πέντε μεγάλες δυνάμεις: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Πολωνία, η λεγόμενη ομάδα E5 μπορεί να κρατήσει το σύστημα δεμένο. Συλλογικά, αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν σχεδόν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων εξαγωγών όπλων.
Εδώ η ΕΕ έχει ήδη κάνει περισσότερα απ’ όσα φαντάζονται οι περισσότεροι. Η ρήτρα αμοιβαίας άμυνας (άρθρο 42.7) μπορεί να μετατρέψει μια τοπική κρίση σε πανευρωπαϊκή υπόθεση, με προκαθορισμένα «πακέτα» στήριξης που ενεργοποιούνται αυτόματα μόλις ξεπεραστεί μια κόκκινη γραμμή μεταφορές πυρομαχικών, διάδρομοι εφοδιασμού, χρηματοδότηση έκτακτης ανάγκης. Η λογική είναι απλή: δεν διαπραγματεύεσαι υπό πυρά· συμφωνείς ποιος κάνει τι από πριν.
Πυλώνας δεύτερος: αληθινές δυνατότητες και το πυρηνικό αγκάθι
Μια έξυπνη αρχιτεκτονική αποφάσεων δεν αξίζει τίποτα αν δεν υπάρχει τι να διοικηθεί. Κι εδώ η Ευρώπη έχει σοβαρά κενά: σε ισχύ πυρός, σε αποθέματα πυρομαχικών, σε συστήματα αναγνώρισης και στόχευσης, σε αεράμυνα. Η παραγωγή οβίδων αυξήθηκε από περίπου 300.000 ετησίως το 2022 σε στόχο δύο εκατομμυρίων εντυπωσιακό άλμα που παραμένει ανεπαρκές για παρατεταμένη σύγκρουση.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξε τι μετράει: drones αναγνώρισης και κρούσης, οχυρώσεις που επιβραδύνουν τον εισβολέα, ταχείς κύκλοι στόχευσης. Οι Ευρωπαίοι δεν πρέπει ούτε να αντιγράψουν τυφλά την αμερικανική στρατιωτική στάση ούτε να μιμηθούν την ουκρανική η οποία είναι προϊόν ανάγκης όσο και ευρηματικότητας. Χρειάζονται μια δική τους «επιθετική άμυνα»: ικανή όχι μόνο να κρατήσει τη γραμμή, αλλά και να αρνηθεί στη Ρωσία τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το έδαφός της ως ορμητήριο.
Το πιο λεπτό ζήτημα όμως είναι πυρηνικό. Η απόλυτη εγγύηση της Ευρώπης στηρίχθηκε πάντα στην αμερικανική «ομπρέλα». Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ μιλά για «κατοχή» εδαφών συμμάχων και απειλεί με εγκατάλειψη όσους δεν «πληρώνουν», η εμπιστοσύνη ότι η Ουάσιγκτον θα ρίσκαρε πυρηνικό πόλεμο για χάρη της Ευρώπης κλονίζεται.
Η αντίδραση ήρθε. Στις 2 Μαρτίου 2026, στη βάση υποβρυχίων Ιλ-Λονγκ, ο Μακρόν εκφώνησε ίσως την πιο σημαντική ομιλία δυτικού ηγέτη για τα πυρηνικά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, εισάγοντας ένα δόγμα «προωθημένης αποτροπής»: πρώτη αύξηση του γαλλικού οπλοστασίου από το 1992, δυνατότητα ανάπτυξης πυρηνικών μέσων εκτός γαλλικού εδάφους και απόκρυψη του μεγέθους του αποθέματος για στρατηγική ασάφεια. Παράλληλα, η Βρετανία αύξησε τις κεφαλές της και επιστρέφει στη συμφωνία πυρηνικού επιμερισμού του ΝΑΤΟ. Η αδυναμία είναι ορατή: στη λίστα των Γάλλων εταίρων απουσιάζουν χαρακτηριστικά οι χώρες που συνορεύουν άμεσα με τη Ρωσία οι Βαλτικές, η Νορβηγία, η Φινλανδία. Μια ευρωπαϊκή πυρηνική αρχιτεκτονική που να στέκεται μόνη της θα χρειαστεί μια δεκαετία, ίσως περισσότερο. Οι αποφάσεις όμως πρέπει να ληφθούν τώρα.
Πυλώνας τρίτος: μια βιομηχανία που να παράγει, όχι να σχεδιάζει
Όλα αυτά καταρρέουν χωρίς μια ισχυρή ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αδυναμία. Με 27 εθνικούς προϋπολογισμούς, 27 συστήματα προμηθειών και δεκάδες ανταγωνιστικές εταιρείες, η ευρωπαϊκή συνεργασία παραμένει η εξαίρεση, όχι ο κανόνας. Πολλές κυβερνήσεις αγοράζουν έτοιμα αμερικανικά συστήματα· ακόμη και «τυποποιημένα» όπλα του ΝΑΤΟ συχνά δεν είναι μεταξύ τους συμβατά. Σε περίπτωση σύγκρουσης, τα αποθέματα κρίσιμων πυραύλων αεράμυνας θα εξαντλούνταν μέσα σε εβδομάδες.
Η ΕΕ κινητοποίησε επιτέλους χρήμα. Τον Μάιο του 2025 ενέκρινε τον μηχανισμό SAFE, που προσφέρει έως 150 δισεκατομμύρια ευρώ σε δάνεια χαμηλού επιτοκίου για κοινές προμήθειες, με δεκαετή περίοδο χάριτος. Ο μηχανισμός είναι ο πρώτος πυλώνας του ευρύτερου σχεδίου ReArm Europe / Readiness 2030, που φιλοδοξεί να κινητοποιήσει πάνω από 800 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η ενεργοποίηση της «εθνικής ρήτρας διαφυγής» του Συμφώνου Σταθερότητας που είχε εγκριθεί για 17 κράτη ως τις αρχές του 2026 ανοίγει δημοσιονομικό χώρο έως 650 δισεκατομμυρίων. Η Λευκή Βίβλος για την Ευρωπαϊκή Άμυνα του Μαρτίου 2025 έδωσε το στρατηγικό πλαίσιο.
Το χρήμα όμως δεν αρκεί. Η ΕΕ μπορεί να ορίσει προτεραιότητες και να χρηματοδοτήσει, αλλά δεν μπορεί να υποχρεώσει τα κράτη να μετασχηματίσουν τις βιομηχανίες τους δεν υπάρχει μηχανισμός που να επιβάλλει ποιος παράγει τι. Υπάρχει όμως προηγούμενο: όταν η Ρωσία χρησιμοποίησε την ενέργεια ως όπλο το 2022, η ΕΕ πέρασε μέσα σε μήνες από τον εθελοντικό συντονισμό σε νομικά δεσμευτική σταδιακή κατάργηση του ρωσικού πετρελαίου και αερίου. Η ίδια αίσθηση υπαρξιακής απειλής χρειάζεται τώρα στην άμυνα: μετάβαση από φιλόδοξες υποσχέσεις σε εκτελεστές υποχρεώσεις, με τη χρηματοδότηση της ΕΕ ως μοχλό που να επιβραβεύει τη συνεργασία αντί τον εθνικό κατακερματισμό.
Κρίσιμο σημείο: η Ευρώπη δεν μπορεί ακόμη να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την Αμερική. Πολλά ευρωπαϊκά όπλα εξαρτώνται από αμερικανικό λογισμικό, συστήματα διοίκησης και ελέγχου, δορυφορική αναγνώριση. Η ρεαλιστική στάση είναι διπλή: βραχυπρόθεσμα, αγόρασε ό,τι χρειάζεται ακόμη και αμερικανικό γιατί «ένα όπλο εξαρτημένο από αμερικανικό λογισμικό είναι προτιμότερο από κανένα όπλο»· μεσοπρόθεσμα, χτίσε ευρωπαϊκές εναλλακτικές στους τομείς της μεγαλύτερης εξάρτησης, πριν αυτές μετατραπούν από σημεία εξάρτησης σε σημεία εκβιασμού.
Το πραγματικό διακύβευμα
Πίσω από τα ακρωνύμια και τους μηχανισμούς κρύβεται ένα απλό ερώτημα πολιτικής βούλησης. Η Ευρώπη Σύνοδος του ΝΑΤΟ στη Χάγη, Ιούνιος 2025: οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν για δαπάνες 5% του ΑΕΠ έως το 2035.διαθέτει ήδη τον πλούτο, την τεχνολογία, τη βιομηχανική βάση και τη στρατιωτική εμπειρία για να αμυνθεί. Αυτό που της έλειπε ήταν η ανάγκη να το κάνει μόνη της και αυτή την ανάγκη της τη χάρισε, παραδόξως, η ίδια η Ουάσιγκτον.
Η μετάβαση δεν θα είναι ούτε φθηνή ούτε άνετη. Στη σύνοδο της Χάγης τον Ιούνιο του 2025 οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν να ανεβάσουν τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035 ένα νούμερο που για τα περισσότερα κράτη μοιάζει με βουνό, τη στιγμή που οι ευρωπαϊκές δαπάνες μόλις έφτασαν κατά μέσο όρο το 2,3% το 2025. Όμως η εναλλακτική είναι χειρότερη: μια ήπειρος που, την κρίσιμη στιγμή, ανακαλύπτει ότι το «ΝΑΤΟ του Σρέντινγκερ» είναι, τελικά, νεκρό.
Το ζητούμενο δεν είναι ένα τέλειο μεγάλο σχέδιο που θα έρθει κάποτε. Είναι πρακτικά βήματα που μπορούν να σταθούν ακόμη κι αν η Αμερική όχι απλώς αποσυρθεί, αλλά κάποτε στραφεί ενεργά εναντίον της ευρωπαϊκής αυτονομίας. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να γίνει Αμερική. Χρειάζεται, για πρώτη φορά εδώ και ογδόντα χρόνια, να γίνει ικανή να σταθεί χωρίς αυτήν.
