Η στρατηγική παγίδα των ΗΠΑ στην Τεχεράνη και ο μαζικός βομβαρδισμός του Ιράν
Πώς η Ουάσινγκτον χρησιμοποίησε την εκεχειρία για να αναδιατάξει τις δυνάμεις της στον Περσικό Κόλπο, η συντριπτική στρατιωτική απάντηση και το τέλος της κυριαρχίας της Τεχεράνης στα Στενά του Ορμούζ
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για άλλη μια φορά στη δίνη ραγδαίων και ανεξέλεγκτων εξελίξεων, με τα αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη να σφυροκοπούν ιρανικούς στόχους με πρωτοφανή σφοδρότητα. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να κηρύξει το οριστικό τέλος της εκεχειρίας έχει προκαλέσει πανικό στους κόλπους του ιρανικού καθεστώτος, πυροδοτώντας μια σειρά από γεωπολιτικές αλυσιδωτές αντιδράσεις. Σύμφωνα με κορυφαίους Αμερικανούς αναλυτές, τα όσα εκτυλίχθηκαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα αποτελούν ίσως την πιο καθοριστική στιγμή ολόκληρης της σύγκρουσης.
Αυτό που παρακολουθεί η διεθνής κοινότητα δεν είναι απλώς ένα ακόμη στρατιωτικό χτύπημα. Είναι, ουσιαστικά, η εκτέλεση μιας καλά μελετημένης στρατηγικής που βρισκόταν επιμελώς κρυμμένη πίσω από τις διαπραγματεύσεις για την ειρηνευτική συμφωνία. Όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις, η συμφωνία ειρήνης φέρεται να αποτέλεσε μια τακτική παγίδα της Ουάσινγκτον, στην οποία η Τεχεράνη εγκλωβίστηκε αναπάντεχα, αλλάζοντας άρδην τις ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Η επίθεση των Φρουρών της Επανάστασης στα εμπορικά πλοία
Το σημείο καμπής που οδήγησε στην τωρινή κλιμάκωση σημειώθηκε στις 7 Ιουλίου, όταν το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ξεκίνησε συντονισμένες επιθέσεις εναντίον εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για μια στοχευμένη επιχείρηση εναντίον πολλαπλών στόχων. Ένα καταριανό δεξαμενόπλοιο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), το Al Rakayat, τυλίχθηκε στις φλόγες μετά από χτύπημα ιρανικών πυραύλων στα ανοιχτά των ακτών του Ομάν. Ακολούθησαν επιθέσεις σε ένα δεξαμενόπλοιο σαουδαραβικών συμφερόντων και σε ένα σκάφος με σημαία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.

Η δικαιολογία που προέβαλε το ιρανικό καθεστώς για αυτές τις επιθέσεις ήταν ο ισχυρισμός ότι όλα τα πλοία οφείλουν να ακολουθούν μια συγκεκριμένη πορεία μέσω των Στενών του Ορμούζ, έχοντας προηγουμένως εξασφαλίσει τη ρητή άδεια της Τεχεράνης. Η αμερικανική πλευρά απέρριψε κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς, διαμηνύοντας ότι το στενό παραμένει απόλυτα ανοιχτό για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Όταν το καταριανό δεξαμενόπλοιο επέλεξε να χρησιμοποιήσει τον εγκεκριμένο από τις ΗΠΑ διάδρομο του Ομάν, αγνοώντας την ιρανική οδηγία, οι δυνάμεις του IRGC άνοιξαν πυρ.
Εάν η ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης θεωρούσε ότι η περίοδος της εκεχειρίας τους προσέφερε διπλωματικό πλεονέκτημα ή ότι η προσβολή εμπορικών στόχων θα εκλαμβανόταν ως μια συνηθισμένη τακτική εκφοβισμού, έκαναν έναν ολέθριο στρατηγικό υπολογισμό. Η προσπάθεια επίδειξης ισχύος, με την ελπίδα ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχίζονταν ανεπηρέαστες, γύρισε μπούμερανγκ.
Η απόλυτη αμερικανική απάντηση και το σφυροκόπημα της Τεχεράνης
Η αντίδραση της Ουάσινγκτον δεν είχε τον χαρακτήρα της αναλογικότητας, αλλά της απόλυτης και σαρωτικής στρατιωτικής τιμωρίας. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) ανακοίνωσε μαζικά πλήγματα σε περισσότερους από 80 στόχους εντός της ιρανικής επικράτειας. Επρόκειτο για μια επιχείρηση τέσσερις έως πέντε φορές μεγαλύτερη σε κλίμακα και καταστροφική ισχύ σε σύγκριση με οποιοδήποτε προηγούμενο αντίποινο.

Αξιοποιώντας τα δεδομένα και τον χρόνο που εξασφάλισε η εκεχειρία, οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν με ακρίβεια ιρανικά συστήματα αεράμυνας, δίκτυα διοίκησης και ελέγχου, παράκτιες εγκαταστάσεις ραντάρ, καθώς και δυνατότητες εκτόξευσης αντιπλοϊκών πυραύλων. Παράλληλα, καταστράφηκαν περισσότερα από 60 ταχύπλοα σκάφη του IRGC μέσα και γύρω από τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για τον διαβόητο «στόλο σμήνους» της Τεχεράνης, ο οποίος είχε ήδη υποστεί σοβαρές απώλειες τον περασμένο Μάρτιο. Το πρόσφατο χτύπημα φαίνεται να ολοκλήρωσε την εξουδετέρωσή του, με στρατηγικά σημεία όπως το νησί Κεσμ, το Μπαντάρ Αμπάς και το Σιρί να δέχονται καίρια πλήγματα.
Η ακύρωση των πετρελαϊκών εξαιρέσεων και η οργή Τραμπ
Πέρα από το στρατιωτικό σκέλος, η αμερικανική διοίκηση προχώρησε σε μια εξίσου καταστροφική, για την ιρανική οικονομία, κίνηση, την οποία τα διεθνή μέσα αρχικά υποτίμησαν. Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακάλεσε τις εξαιρέσεις από τις πετρελαϊκές κυρώσεις. Η προσωρινή άδεια που επέτρεπε στο Ιράν να πουλά πετρέλαιο στην παγκόσμια αγορά –μια παραχώρηση που είχε δοθεί στο πλαίσιο του Μνημονίου Κατανόησης (MoU)– ακυρώθηκε μονομερώς. Η οικονομική σανίδα σωτηρίας, την οποία η Τεχεράνη πίστευε ότι είχε εξασφαλίσει μέσω της ειρηνευτικής συμφωνίας, εξαφανίστηκε κυριολεκτικά μέσα σε ένα απόγευμα.
Λίγο αργότερα, από το βήμα της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποίησε ασυνήθιστα σκληρή γλώσσα, επιβεβαιώνοντας τους χειρότερους φόβους του ιρανικού καθεστώτος. Ερωτηθείς εάν η εκεχειρία και το Μνημόνιο Κατανόησης αποτελούν παρελθόν, απάντησε καταφατικά, εξαπολύοντας δριμεία επίθεση κατά της ιρανικής ηγεσίας. Αποκάλεσε τους Ιρανούς αξιωματούχους «αποβράσματα», «άρρωστους» και «βίαιους», τονίζοντας ότι εάν διέθεταν πυρηνικό όπλο, δεν θα δίσταζαν να το χρησιμοποιήσουν. Σημείωσε επίσης την αναξιοπιστία τους στις διαπραγματεύσεις, κατηγορώντας τους ότι τη μία ημέρα συμφωνούν και την επόμενη διαψεύδουν τα πάντα στον Τύπο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι κάθε προσπάθεια διαλόγου μαζί τους συνιστά χάσιμο χρόνου.
Η ειρηνευτική συμφωνία ως εργαλείο στρατιωτικής αναδιάταξης των ΗΠΑ
Για τους έμπειρους παρατηρητές των αμερικανο-ιρανικών σχέσεων, ο συνδυασμός στρατιωτικής συντριβής και οικονομικού στραγγαλισμού αποδεικνύει ότι η αρχική ειρηνευτική συμφωνία ήταν εξαρχής μια τακτική κίνηση της Ουάσινγκτον. Όπως είχε επισημάνει η Ζινέμπ Ριμπούα, γεωστρατηγική αναλύτρια για τη Μέση Ανατολή στο Ινστιτούτο Hudson, αμέσως μετά την υπογραφή του μνημονίου, τέτοιου είδους εκεχειρίες με το IRGC αποτελούν συνήθως προσχήματα. Λειτουργούν ως στάσεις σε μια ευρύτερη πορεία, δίνοντας στις ΗΠΑ τον απαραίτητο χρόνο είτε για να συγκεντρώσουν στρατιωτικές δυνάμεις είτε για να επιτρέψουν στην ενεργειακή αγορά να ανασάνει.
Αυτή η ανάγνωση επιβεβαιώθηκε απόλυτα. Ενώ η Τεχεράνη θεωρούσε ότι είχε κερδίσει ζωτικό χώρο και χρόνο, οι Ηνωμένες Πολιτείες προχωρούσαν σε αθόρυβη αναδιάταξη των δυνάψεών τους. Μια τρίτη ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου αναπτύχθηκε στον Περσικό Κόλπο, μεταφέρθηκαν πρόσθετες πεζοναυτικές εκστρατευτικές δυνάμεις και ξεκίνησε η προετοιμασία για την επόμενη φάση των επιχειρήσεων. Ήταν προφανές, σύμφωνα με τους αναλυτές, ότι η Ουάσινγκτον δεν είχε καμία πρόθεση να επιτρέψει στην εκεχειρία να αποτελέσει το τέλος της ιστορίας.
Η οριστική απώλεια του γεωπολιτικού πλεονεκτήματος στο Ορμούζ
Ο απώτερος στόχος αυτής της μακρόπνοης στρατηγικής αφορά την αφαίρεση του ισχυρότερου διαπραγματευτικού χαρτιού που διέθετε το Ιράν εδώ και σχεδόν μισό αιώνα: την απειλή κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Η παραμικρή υπόνοια αποκλεισμού του στενού αρκούσε στο παρελθόν για να εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου και να προκαλέσει φόβους για παγκόσμιο στασιμοπληθωρισμό. Η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε παραδοσιακά αυτή τη δίοδο ως μοχλό πίεσης απέναντι σε μια Δύση που έτρεμε το ενδεχόμενο να δει το πετρέλαιο να φτάνει τα 200 δολάρια το βαρέλι.

Η αμερικανική στρατηγική βασίστηκε σε μια απλή αλλά αμείλικτη λογική: να μετατραπεί η προσπάθεια κλεισίματος του Ορμούζ στην αιτία της καταστροφής του ίδιου του ιρανικού καθεστώτος. Κάθε φορά που το Ιράν απειλεί τη ναυσιπλοΐα, επωμίζεται τεράστιο στρατιωτικό και οικονομικό κόστος. Αυτό κατέστη εφικτό μόνο επειδή, από τα τέλη Φεβρουαρίου, οι αμερικανικές δυνάμεις φρόντισαν να αδρανοποιήσουν σε μεγάλο βαθμό τις επιθετικές ικανότητες της Τεχεράνης.
Σήμερα, η Ουάσινγκτον αποδεικνύει διεθνώς ότι το Ιράν δεν ελέγχει πλέον τα Στενά. Και με την εξουδετέρωση του ιρανικού καθεστώτος, ακυρώνεται ταυτόχρονα η επιρροή άλλων παγκόσμιων παικτών, όπως το Πεκίνο, αλλά και περιφερειακών πληρεξουσίων, όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, αλλάζοντας οριστικά τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής.
Ο εσωτερικός διχασμός και η κατάρρευση του ιρανικού καθεστώτος
Η εξωτερική πίεση έχει αρχίσει να προκαλεί ανεπανόρθωτα ρήγματα στο εσωτερικό του Ιράν. Το καθεστώς δεν αποτελεί πλέον έναν αρραγή συνασπισμό, αλλά σπαράσσεται από τη σύγκρουση διαφορετικών φατριών. Χαρακτηριστικό είναι το ρεπορτάζ που θέλει τον υπουργό Εξωτερικών της χώρας να φυγαδεύεται στους δρόμους της Τεχεράνης, κυνηγημένος από σκληροπυρηνικούς του IRGC, οι οποίοι θεωρούν τους διπλωμάτες προδότες λόγω των συνομιλιών με την Αμερική.
Η στρατιωτική πτέρυγα απορρίπτει την ειρήνη, ενώ η διπλωματική τρέμει τον ολοκληρωτικό πόλεμο. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ εκμεταλλεύεται στο έπακρο αυτόν τον διχασμό, αυξάνοντας την πίεση κάθε φορά που οι σκληροπυρηνικοί προχωρούν σε προκλήσεις. Με το 90% του αποθέματος ναρκών του να έχει καταστραφεί, τα εργοστάσια παραγωγής drones να έχουν μετατραπεί σε ερείπια και τον στόλο των ταχύπλοων σκαφών να έχει βυθιστεί, το Ιράν δεν πολεμά πλέον από θέση ισχύος, αλλά από απόλυτη απόγνωση.
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι η αντίδραση μιας χαοτικής εξωτερικής πολιτικής, αλλά η ψυχρή εκτέλεση ενός σχεδίου φθοράς. Η στρατηγική είναι ξεκάθαρη: υποβάθμιση των δυνατοτήτων, προσωρινή παύση για ανεφοδιασμό και άμεσο, σαρωτικό χτύπημα μόλις η Τεχεράνη κάνει το λάθος να αντιδράσει. Η συμφωνία ειρήνης ήταν, τελικά, μια παγίδα διαρκείας. Και το ιρανικό καθεστώς φαίνεται πως δεν έχει πια καμία διέξοδο διαφυγής.
