Οι εξοπλισμοί της Γερμανίας προκαλούν ερωτήματα στην Ευρώπη – Η στροφή σε ΗΠΑ και Ισραήλ παρά τα κοινά ευρωπαϊκά προγράμματα
Το Βερολίνο αυξάνει θεαματικά τις αμυντικές δαπάνες, ωστόσο η επιλογή αμερικανικών και ισραηλινών οπλικών συστημάτων αντί ευρωπαϊκών λύσεων εντείνει τις επικρίσεις για τη στάση του απέναντι στην ευρωπαϊκή αμυντική αυτονομία
Η Γερμανία έχει θέσει ως στόχο τη δημιουργία του ισχυρότερου συμβατικού στρατού στην Ευρώπη, ωστόσο η στρατηγική που ακολουθεί στις αμυντικές προμήθειες προκαλεί αυξανόμενα ερωτήματα, καθώς συνεχίζει να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε προμηθευτές εκτός Ευρώπης αντί να δίνει προτεραιότητα στην ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών δυνατοτήτων.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά την απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να μην προχωρήσει στην ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και υπερηχητικών πυραύλων στη Γερμανία, γεγονός που αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το κατά πόσο το Βερολίνο θα πρέπει να επενδύσει περισσότερο σε ευρωπαϊκά προγράμματα αμυντικής τεχνολογίας.
Για το 2026, η Γερμανία σχεδιάζει να διαθέσει 108 δισ. ευρώ για την άμυνα, έναντι 85 δισ. ευρώ το 2025, επιδιώκοντας να καλύψει τα υφιστάμενα επιχειρησιακά κενά μέσω συνδυασμού εγχώριων εξοπλισμών και επιλεγμένων αγορών από το εξωτερικό, κυρίως σε τομείς όπως οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και τα συστήματα αεράμυνας.
Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου του Κιέλου που δημοσιεύθηκε τον Μάιο, η γερμανική στρατηγική παραμένει προσανατολισμένη κυρίως στη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, ενώ γίνεται περιορισμένη αναφορά στη συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους ή στα κενά που θα μπορούσε να αφήσει μια ενδεχόμενη μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας.
Η ίδια έκθεση εξέτασε στρατιωτικές παραγγελίες συνολικής αξίας 222,3 δισ. ευρώ που πραγματοποιήθηκαν από τον Ιανουάριο του 2020 έως τον Ιανουάριο του 2026. Από αυτές, μόλις το 3% κατευθύνθηκε σε μη γερμανικές ευρωπαϊκές εταιρείες, ενώ το 12% αφορούσε προμηθευτές εκτός Ευρώπης.

Κατά την ίδια ανάλυση, οι αγορές αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού δεν εξυπηρετούν μόνο επιχειρησιακές ανάγκες, αλλά αποτελούν και μέρος της στρατηγικής του Βερολίνου για τη διατήρηση της διατλαντικής σχέσης ασφαλείας και των εμπορικών δεσμών με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα λόγω της σημασίας της αμερικανικής αγοράς για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Επικριτική απέναντι σε αυτή την προσέγγιση εμφανίστηκε και η πρόεδρος της Επιτροπής Ασφάλειας και Άμυνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μαρί-Άγκνες Στρακ-Τσίμερμαν, η οποία σε συνέντευξή της στο Der Spiegel υποστήριξε ότι, παρότι η Ευρώπη σημειώνει πρόοδο στην προσπάθεια να καλύψει δυνατότητες που σήμερα παρέχουν οι ΗΠΑ, εξακολουθούν να κυριαρχούν τα εθνικά συμφέροντα. Όπως ανέφερε, ακόμη και υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Μερτς, η Γερμανία συνεχίζει να δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στον εαυτό της παρά στην Ευρώπη συνολικά.
Πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς και αεράμυνα στο επίκεντρο
Η απόφαση της Ουάσιγκτον να μην προχωρήσει στην ανάπτυξη αμερικανικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία έχει επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των γερμανικών επιλογών στους εξοπλισμούς.
Το 2024 είχε συμφωνηθεί η ανάπτυξη πυραύλων Tomahawk και υπερηχητικών Dark Eagle στη Γερμανία από το 2026, ως προσωρινή λύση μέχρι να αναπτυχθούν αντίστοιχα ευρωπαϊκά συστήματα.

Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους επιδιώκει να καλύψει το κενό μέσω τριών κατευθύνσεων: της επιτάχυνσης της ανάπτυξης των πυραύλων Taurus Neo, της συνέχισης της προσπάθειας προμήθειας Tomahawk και εκτοξευτών Typhon από τις ΗΠΑ, καθώς και της συμμετοχής στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα European Long-Range Strike Approach (ELSA), στο οποίο συμμετέχουν επίσης η Πολωνία, η Γαλλία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Σουηδία.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνεται ότι η επιδίωξη αγοράς Tomahawk προηγείται των ευρωπαϊκών λύσεων, παρά τις εκτιμήσεις ότι οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα χρειαστούν τουλάχιστον τρία χρόνια για να αναπληρώσουν τα δικά τους αποθέματα μετά τη χρήση πυραύλων στον πόλεμο με το Ιράν, γεγονός που ενδέχεται να μεταθέσει ακόμη περισσότερο τις παραδόσεις προς ξένους πελάτες.
Παράλληλα, ο Land Cruise Missile (LCM), ο οποίος βασίζεται στον Naval Cruise Missile (NCM) της MBDA, εκτιμάται ότι θα είναι διαθέσιμος έως το 2029 και παρουσιάζεται ως ευρωπαϊκή εναλλακτική λύση απέναντι στον Tomahawk.

Η Γερμανία συμμετέχει επίσης μαζί με το Ηνωμένο Βασίλειο στην ανάπτυξη ενός νέου όπλου μεγάλης ακρίβειας, πιθανόν υπερηχητικού, με εμβέλεια περίπου 2.000 χιλιομέτρων, αν και το πρόγραμμα βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη ενεργές συνομιλίες για πιθανή προμήθεια τουρκικών υπερηχητικών πυραύλων Tayfun Block-4, οι οποίοι δεν αναμένεται να είναι διαθέσιμοι πριν από τη δεκαετία του 2030. Μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση, ωστόσο πηγές αναφέρουν ότι ενδέχεται να υπάρξουν ανακοινώσεις στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο στην Άγκυρα.
Αντίστοιχες συζητήσεις υπάρχουν και στον τομέα της αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας. Η Γερμανία ηγείται της European Sky Shield Initiative (ESSI), η οποία βασίζεται σε τρία βασικά συστήματα: το γερμανικό IRIS-T SLM, το αμερικανικό Patriot και το ισραηλινοαμερικανικό Arrow-3.
Η συγκεκριμένη επιλογή έχει προκαλέσει αντιδράσεις από χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Πολωνία, οι οποίες υποστηρίζουν ότι οι επενδύσεις σε αμερικανικά και ισραηλινά συστήματα περιορίζουν την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και διατηρούν την εξάρτηση από τρίτες χώρες.
Παράλληλα, η Γερμανία συνεχίζει να επενδύει στα συστήματα Patriot και Arrow. Το 2024 η Bundeswehr παρήγγειλε οκτώ νέα συστήματα Patriot αξίας 2,4 δισ. δολαρίων και πυραύλους αναχαίτισης αξίας 5 δισ. δολαρίων, ενώ στα τέλη του 2025 εγκρίθηκε επέκταση της σύμβασης για το Arrow-3 ύψους 3,1 δισ. δολαρίων, επιπλέον της αρχικής συμφωνίας ύψους 3,5 δισ. δολαρίων που είχε υπογραφεί δύο χρόνια νωρίτερα.
Παράλληλα, το Βερολίνο ανακοίνωσε τον Μάιο του 2025 την πρόθεσή του να αποκτήσει και το μελλοντικό σύστημα Arrow-4, παρότι συμμετέχει ήδη σε δύο χρηματοδοτούμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση προγράμματα ανάπτυξης ευρωπαϊκών αντιπυραυλικών συστημάτων, τα HYDEF και HYDIS², στα οποία συμμετέχουν γερμανικές εταιρείες και έχουν διατεθεί σημαντικοί ευρωπαϊκοί πόροι.
Το δημοσίευμα καταλήγει ότι η γερμανική πολιτική στις αμυντικές προμήθειες εμφανίζει έλλειψη στρατηγικής συνέπειας, καθώς από τη μία πλευρά συμμετέχει ενεργά στην ανάπτυξη κοινών ευρωπαϊκών προγραμμάτων και από την άλλη ανακοινώνει την πρόθεση αγοράς αντίστοιχων συστημάτων από τρίτες χώρες.
Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται και η πρόσφατη τοποθέτηση της προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ρομπέρτα Μέτσολα, στο GLOBSEC Forum, σύμφωνα με την οποία το βασικό ζητούμενο πλέον για την Ευρώπη δεν είναι μόνο να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες, αλλά να επενδύει συντονισμένα και από κοινού στην ανάπτυξη των αμυντικών της δυνατοτήτων.

