Η ιρλανδική ουδετερότητα δοκιμάζεται καθώς η άμυνα επιστρέφει στην ατζέντα της Ευρώπης
Πώς η Ιρλανδία, ένα από τα τρία ουδέτερα κράτη της ΕΕ, αναθεωρεί σιωπηλά τη στρατιωτική της στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ
Η άμυνα και η ασφάλεια βρίσκονται σήμερα στην κορυφή της ατζέντας τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του ΝΑΤΟ. Μέσα σε αυτό το κλίμα γενικευμένου επανεξοπλισμού, τρεις χώρες της ΕΕ εξακολουθούν επίσημα να τηρούν στάση στρατιωτικής ουδετερότητας: η Ιρλανδία, η Αυστρία και η Μάλτα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η Ιρλανδία φαίνεται να αποκλίνει σταδιακά από την παραδοσιακή της θέση, γεγονός που τροφοδοτεί συζητήσεις για το κατά πόσο η ουδετερότητά της διαβρώνεται.
Οι ρίζες της ιρλανδικής ουδετερότητας
Η ιρλανδική ουδετερότητα έχει τις καταβολές της στα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου κράτους, μετά την ανεξαρτησία του από το Ηνωμένο Βασίλειο το 1922. Χαρακτηρίζεται από τη μη συμμετοχή σε στρατιωτικές συμμαχίες, όπως το ΝΑΤΟ, και από την αποχή από ξένες συγκρούσεις. Η Ιρλανδία εντάχθηκε στην τότε Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1973, ωστόσο, καθώς η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχωρούσε και η αμυντική συνεργασία ενισχυόταν μέσω των συνθηκών της Νίκαιας και της Λισαβόνας, το Δουβλίνο τροποποίησε το 2002 το Σύνταγμά του, εισάγοντας το άρθρο 29.4.9. Το άρθρο αυτό ορίζει ότι η χώρα δεν θα υιοθετήσει απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για κοινή άμυνα, αν αυτή περιλαμβάνει και την Ιρλανδία. Στην πράξη, πρόκειται για μια συνταγματική ασφαλιστική δικλείδα που αποκλείει τη συμμετοχή της χώρας σε ενδεχόμενο ευρωπαϊκό στρατό.

Στην πράξη πάντως, η ουδετερότητα της χώρας δεν υπήρξε ποτέ απόλυτη. Οι ιστορικοί συγκλίνουν στην άποψη ότι κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ιρλανδία ήταν ουδέτερη «στα χαρτιά», όχι όμως και στην πράξη. Επέτρεψε στις αμερικανικές δυνάμεις να χρησιμοποιούν τον εναέριο χώρο της για να φτάνουν στις βρετανικές βάσεις, ενώ αμερικανικά αεροσκάφη που κατευθύνονταν προς τη Βόρεια Αφρική ανεφοδιάζονταν στο αεροδρόμιο του Σάνον. Παράλληλα, ο ιρλανδικός στρατός αντάλλασσε πληροφορίες με τους Βρετανούς και είχε ετοιμάσει σχέδιο κοινών επιχειρήσεων σε περίπτωση ναζιστικής εισβολής. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο, όμως, είναι πως περίπου 70.000 Ιρλανδοί πολίτες κατατάχθηκαν εθελοντικά στον βρετανικό στρατό εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας, δείχνοντας ότι, ακόμη κι αν η κυβέρνηση παρέμενε τυπικά ουδέτερη, ο ίδιος ο λαός είχε επιλέξει πλευρά.
Ουδέτερη στρατιωτικά, όχι όμως και πολιτικά
Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σήμερα. Η Ιρλανδία έχει σταθεί σταθερά στο πλευρό της Ουκρανίας και έχει τηρήσει έντονα φιλανθρωπική στάση στη Γάζα, στηρίζοντας πολλαπλούς γύρους κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας και αποστέλλοντας μη θανατηφόρα στρατιωτική βοήθεια στο Κίεβο, όπως οχήματα και ρομπότ αποναρκοθέτησης. Η ίδια η ιρλανδική κυβέρνηση επαναλαμβάνει συχνά ότι η χώρα μπορεί να είναι στρατιωτικά ουδέτερη, δεν είναι όμως πολιτικά ουδέτερη.
Την τελευταία περίοδο, όμως, η ιρλανδική ουδετερότητα έχει γίνει αντικείμενο έντονης κριτικής. Επικριτές υποστηρίζουν ότι η χώρα επωφελείται από τις δυτικές δομές ασφάλειας χωρίς να συνεισφέρει ανάλογα στην κοινή άμυνα. Ορισμένα δημοσιεύματα κατηγορούν το Δουβλίνο ότι «τζαμπατζήδικα» επωφελείται του ΝΑΤΟ, χωρίς να είναι μέλος του, επισημαίνοντας ότι η Ιρλανδία έχει τις χαμηλότερες αμυντικές δαπάνες σε όλη την ΕΕ, μόλις 0,2% του ΑΕΠ. Ενώ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν δεσμευτεί να ανεβάσουν τις δαπάνες τους στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, η Ιρλανδία δεν έχει αυξήσει το αντίστοιχο ποσοστό από το 2021, παρά τις πρόσφατες αυξήσεις στον αμυντικό της προϋπολογισμό.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας. Περίπου το 75% των υποθαλάσσιων καλωδίων που συνδέουν την Ευρώπη με τη Βόρεια Αμερική περνούν από ή κοντά στα ιρλανδικά χωρικά ύδατα. Παράλληλα, το Δουβλίνο φιλοξενεί την ευρωπαϊκή έδρα 16 από τους 20 μεγαλύτερους τεχνολογικούς κολοσσούς του πλανήτη —όπως η Apple, η Amazon, η Google, η Meta, η Microsoft και η Intel— καθιστώντας τη χώρα δυνητικό στόχο κυβερνοεπιθέσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι το περιοδικό Foreign Policy περιέγραψε πρόσφατα την Ιρλανδία ως ένα είδος «γαλλικού στρατιωτικού προτεκτοράτου».
Το «τριπλό κλείδωμα» και η αναθεώρησή του
Η πρώτη μεγάλη αλλαγή αφορά τη χαλάρωση των κανόνων που διέπουν την αποστολή ιρλανδικών στρατευμάτων στο εξωτερικό. Ιστορικά, η Ιρλανδία είναι από τους σημαντικότερους προμηθευτές ειρηνευτικών δυνάμεων παγκοσμίως, με συνεχή παρουσία σε αποστολές του ΟΗΕ από το 1958, με πιο γνωστή και μακροχρόνια την αποστολή στον Λίβανο, η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το 2027.
/ireland/Ireland.jpg/jcr:content/renditions/cq5dam.web.1280.1280.jpeg)
Μέχρι σήμερα, το λεγόμενο «τριπλό κλείδωμα» απαιτούσε την έγκριση τριών φορέων —της ιρλανδικής κυβέρνησης, του Κοινοβουλίου και του ΟΗΕ— για την αποστολή πάνω από δώδεκα στρατιωτών στο εξωτερικό. Τον Ιούνιο, η ιρλανδική κυβέρνηση μπήκε στην τελική φάση αναθεώρησης αυτού του μηχανισμού, ανεβάζοντας το όριο από τους δώδεκα στους πενήντα στρατιώτες και καταργώντας παράλληλα την ανάγκη έγκρισης από τον ΟΗΕ. Οι επικριτές θεωρούν πως η αλλαγή αυτή αποδυναμώνει μία από τις βασικές νομικές και πολιτικές δικλείδες που διαφοροποιούσαν την ιρλανδική αμυντική πολιτική από αυτή των υπόλοιπων κρατών-μελών της ΕΕ.
Στενότερη συνεργασία με το ΝΑΤΟ
Η δεύτερη τάση που φαίνεται να δοκιμάζει την ιρλανδική ουδετερότητα είναι η βαθύτερη σύνδεση της χώρας με το ΝΑΤΟ. Η συνεργασία αυτή δεν είναι καινούρια: από το 1999 η Ιρλανδία συμμετέχει στο πρόγραμμα «Εταιρική σχέση για την ειρήνη» του ΝΑΤΟ, ενώ είναι μέλος και του Ευρωατλαντικού Συμβουλίου Εταιρικής Σχέσης, ενός φόρουμ που βελτιώνει τις σχέσεις της Συμμαχίας με μη μέλη κράτη.
Μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, όμως, οι σχέσεις αυτές έχουν εμβαθύνει αισθητά. Το 2023 υπογράφηκε ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα εταιρικής σχέσης (ΙΤΡΡ), το οποίο καθορίζει τους τομείς συνεργασίας Ιρλανδίας–ΝΑΤΟ για την περίοδο 2024–2028, με έμφαση στην ειρηνευτική δράση, την κυβερνοασφάλεια, τη ναυτική ασφάλεια και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Τον Φεβρουάριο του 2024, μάλιστα, ανώτερος αξιωματούχος του ΝΑΤΟ, ο ναύαρχος Rob Bower, επισκέφθηκε το Δουβλίνο. Όλα αυτά ενισχύουν την εντύπωση ότι η παραδοσιακή ιρλανδική ουδετερότητα υποχωρεί σταδιακά, με τη χώρα να εντάσσεται όλο και περισσότερο στις δυτικές αμυντικές δομές, χωρίς ωστόσο να γίνεται πλήρες μέλος του ΝΑΤΟ.

Οι αντιφάσεις μιας δύσκολης ισορροπίας
Παρά τις παραπάνω εξελίξεις, ο εξοπλισμός της Ιρλανδίας παραμένει κατά πολύ χαμηλότερος σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες και η ένταξή της στο ΝΑΤΟ φαντάζει εξαιρετικά απίθανη στο άμεσο μέλλον. Παράλληλα, το επίσημα ουδέτερο προφίλ της εξακολουθεί να δέχεται κριτική. Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, στο Δουβλίνο, ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι επέκρινε έμμεσα την Ιρλανδία επειδή φιλοξενεί εταιρείες που εξακολουθούν να συνεργάζονται με τη Ρωσία, όπως το ρωσικών συμφερόντων διυλιστήριο αλουμινίου στην κομητεία Λίμερικ, τονίζοντας ότι κάθε τόνος πρώτης ύλης που καταλήγει στη Ρωσία χρησιμοποιείται τελικά εναντίον της Ουκρανίας.
Η ιρλανδική κυβέρνηση έχει ξεκινήσει έρευνα για το εν λόγω διυλιστήριο, η οποία αναμένεται σύντομα να ολοκληρωθεί. Το παράδοξο είναι ότι, όποια κι αν είναι η κατάληξη —είτε ληφθούν μέτρα κατά της ρωσικής επιχείρησης είτε όχι— η απόφαση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υπονόμευση της ίδιας της ουδετερότητας. Αυτό αναδεικνύει μια βαθύτερη αλήθεια: σε περιόδους πολέμου, σχεδόν κάθε επιλογή μιας χώρας μπορεί να αποτελέσει «τεστ» της ουδετερότητάς της, χωρίς να υπάρχει πάντα ξεκάθαρη απάντηση.
Τι σημαίνει αυτό για την Ευρώπη
Η περίπτωση της Ιρλανδίας αποτελεί ενδιαφέρον παράδειγμα για το πώς η νέα εποχή επανεξοπλισμού στην Ευρώπη αναγκάζει ακόμη και τα παραδοσιακά ουδέτερα κράτη να επανεξετάσουν τη θέση τους. Χωρίς να εγκαταλείπει επίσημα την ουδετερότητά της, η Ιρλανδία φαίνεται να προσαρμόζεται σταδιακά στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες, ενισχύοντας τους δεσμούς της με το ΝΑΤΟ και χαλαρώνοντας τους εσωτερικούς περιορισμούς για τη στρατιωτική της συμμετοχή στο εξωτερικό. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν αυτή η σταδιακή προσέγγιση θα οδηγήσει, μακροπρόθεσμα, σε μια ουσιαστική επανεξέταση του ίδιου του καθεστώτος ουδετερότητας της χώρας.

