Η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια και οι συνέπειες της καθυστερημένης διεύρυνσης

Πώς η ευρωπαϊκή αδράνεια, τα διπλά πρότυπα και η ανοχή στη διαφθορά διέψευσαν τις ιστορικές προσδοκίες της συνόδου της Θεσσαλονίκης για την περιοχή

Η αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Δυτικά Βαλκάνια και οι συνέπειες της καθυστερημένης διεύρυνσης

Έχει τελικά αποτύχει η Ευρωπαϊκή Ένωση στα Δυτικά Βαλκάνια, παρότι είχε υποσχεθεί ένα λαμπρό ευρωπαϊκό μέλλον για την περιοχή ήδη από τη σύνοδο κορυφής της Θεσσαλονίκης το 2003; Στα χρόνια που μεσολάβησαν από εκείνη την ιστορική δέσμευση, φαίνεται πως οι Βρυξέλλες έχουν φανεί κατώτερες των περιστάσεων. Η πολυετής «κόπωση της διεύρυνσης» έχει οδηγήσει πολλές βαλκανικές χώρες να βρίσκονται εγκλωβισμένες σε μια ατέρμονη αίθουσα αναμονής, χωρίς καμία απολύτως ρεαλιστική προοπτική πλήρους ένταξης στο άμεσο μέλλον.

σχετικά άρθρα

Μετά από χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και ακραίας γεωπολιτικής αστάθειας, η προοπτική της ένταξης στην ευρωπαϊκή οικογένεια αποτελούσε, κατά μία έννοια, την απαραίτητη συγκολλητική ουσία που κρατούσε τα Βαλκάνια ενωμένα και προσανατολισμένα στην ειρήνη. Όμως, καθώς οι πολίτες αυτών των κρατών νιώθουν ολοένα και μεγαλύτερη απογοήτευση από τη στάση της Ευρώπης, ο πολιτικός χώρος για αυτονομιστικές ρητορικές έχει διευρυνθεί επικίνδυνα, με αποτέλεσμα οι διεθνοτικές εντάσεις να κλιμακώνονται ξανά.

Η κληρονομιά της δεκαετίας του ’90 και η ευρωπαϊκή ελπίδα

Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, οφείλουμε να εξετάσουμε το ιστορικό πλαίσιο. Με την εξαίρεση της Αλβανίας, τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων προέρχονται από τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Σε αυτά περιλαμβάνονται η Σερβία, το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο, η Βόρεια Μακεδονία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Όπως είναι ευρέως γνωστό, τη δεκαετία του 1990 οι χώρες αυτές βυθίστηκαν σε καταστροφικούς πολέμους και ανελέητη βία με ολέθριες ανθρωπιστικές συνέπειες.

Γιατί διαλύθηκε η Γιουγκοσλαβία; - tvxs.gr

Όταν η σκόνη του πολέμου κατακάθισε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η πιθανή ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρήθηκε ως το πλέον αξιόπιστο όχημα για την εδραίωση της οικονομικής ευημερίας και της πολιτικής σταθερότητας. Εκείνα τα χρόνια χαρακτηρίζονταν από μια διάχυτη αισιοδοξία ότι τα Βαλκάνια είχαν όντως θέση στην Ευρώπη. Αυτή η πεποίθηση ενισχύθηκε καθοριστικά όταν η Ρουμανία και η Βουλγαρία εντάχθηκαν επίσημα στο ευρωπαϊκό μπλοκ το 2007, αποδεικνύοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον της ΕΕ να ενσωματώσει τις χώρες της περιοχής, παρά το χαμηλό οικονομικό τους επίπεδο.

Τα πρώτα βήματα εκδημοκρατισμού και η μετέπειτα στασιμότητα

Τα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, οι χώρες των Δυτικών Βαλκανίων άρχισαν να λαμβάνουν σημαντικά αναπτυξιακά κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση, οδηγώντας τις οικονομίες τους σε τροχιά ανάπτυξης. Δεδομένου ότι η ένταξη στην ΕΕ προϋπέθετε την οριστική επίλυση των συγκρούσεων, η ενταξιακή διαδικασία λειτούργησε ως ισχυρό κίνητρο για την προώθηση της ειρήνης. Σημαντικά βήματα έγιναν με μαζικές καταδίκες για εγκλήματα πολέμου, επίσημες συγγνώμες από αρχηγούς κρατών και τον προσωρινό κατευνασμό των εθνικιστικών παθών.

Δυστυχώς, αυτή η θετική δυναμική δεν διατηρήθηκε τη δεκαετία του 2010. Οι αλλεπάλληλες εσωτερικές κρίσεις της ΕΕ κατέστησαν τη διεύρυνση εξαιρετικά δύσκολη και οδήγησαν στη μείωση της επίσημης αναπτυξιακής βοήθειας. Από όλα τα κράτη που έδωσαν το παρών στη σύνοδο της Θεσσαλονίκης, μόνο η Κροατία κατάφερε να γίνει πλήρες μέλος το 2013. Έκτοτε, η Ευρώπη έγινε διστακτική. Χωρίς την άμεση απειλή του πολέμου, η ΕΕ φάνηκε να χάνει την πολιτική βούληση και την αίσθηση του επείγοντος, μετατρέποντας τα Βαλκάνια σε ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας.

Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά στην ενταξιακή διαδικασία

Τι πήγε όμως πραγματικά στραβά; Η αποτυχία της ευρωπαϊκής πολιτικής μπορεί να συνοψιστεί σε τρεις βασικούς άξονες, με πρώτο την εξόφθαλμα ασυνεπή προσέγγιση της ΕΕ στο ζήτημα της ένταξης. Οι προσεκτικοί παρατηρητές των ευρωπαϊκών εξελίξεων διαπιστώνουν ότι, ενώ η ΕΕ επιταχύνει προληπτικά τις αιτήσεις της Μολδαβίας και της Ουκρανίας —κάτι που είναι γεωπολιτικά κατανοητό— η κίνηση αυτή έχει προκαλέσει έντονο εκνευρισμό στα Βαλκάνια. Οι βαλκανικές ηγεσίες το θεωρούν βαθιά άδικο, δεδομένου ότι οι ίδιες προσαρμόζονται στις ενταξιακές απαιτήσεις εδώ και δεκαετίες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται επίσης ασυνεπής ως προς την απαίτησή της για επίλυση των εδαφικών διαφορών. Για παράδειγμα, η ΕΕ διαμήνυσε ότι η Μολδαβία δεν χρειάζεται να επιλύσει το καθεστώς της αποσχισθείσας περιοχής της Υπερδνειστερίας πριν ενταχθεί, ενώ και η Κύπρος έγινε μέλος το 2004 παρά τη συνεχιζόμενη διαίρεσή της. Αντιθέτως, χώρες όπως η Βοσνία, το Κόσοβο και η Σερβία βλέπουν την ενταξιακή τους πορεία να παγώνει ακριβώς λόγω των δικών τους εδαφικών διαφορών, γεγονός που οι τοπικοί λαϊκιστές ηγέτες εκμεταλλεύονται συστηματικά.

Το βέτο των κρατών-μελών ως όπλο εθνικών διεκδικήσεων

Ένα επιπρόσθετο, εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα είναι η χρήση του δικαιώματος αρνησικυρίας (βέτο) από τα ήδη μέλη της ΕΕ προκειμένου να εκβιάσουν διευθετήσεις σε διμερείς διαφορές με τα υποψήφια κράτη. Οι απαιτήσεις αυτές ποικίλλουν από πολιτισμικές διαμάχες μέχρι ουσιαστικές αξιώσεις για μακρο-θεσμικές αναδιαρθρώσεις. Η Βόρεια Μακεδονία, για παράδειγμα, έχει βρεθεί στο στόχαστρο τέτοιων βέτο, κάνοντας τις περισσότερες ίσως υποχωρήσεις, αντιμετωπίζοντας αρχικά τις ενστάσεις της Ελλάδας για το όνομα και μετέπειτα τις απαιτήσεις της Βουλγαρίας σχετικά με τη γλώσσα και την ταυτότητα.

Ακόμη πιο αποσταθεροποιητικές είναι οι παρεμβάσεις της Κροατίας, η οποία έχει δηλώσει ανοιχτά πως δεν θα υπάρξει ευρωπαϊκή πρόοδος για τη Βοσνία αν δεν επιλυθεί το «κροατικό εθνικό ζήτημα». Η Βοσνία διαθέτει ένα περίπλοκο συνταγματικό σύστημα εκπροσώπησης Σέρβων, Κροατών και Βόσνιων μουσουλμάνων. Η απαίτηση της Κροατίας αφορά τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου της Βοσνίας για την ενίσχυση της κροατικής εκπροσώπησης, κάτι που η άλλη πλευρά θεωρεί ότι θα βαθύνει τον εθνοτικό διαχωρισμό σε μια ήδη κατακερματισμένη χώρα.

Διεύρυνση της ΕΕ: Η πρόταση για άρνηση δικαιώματος βέτο στα νέα μέλη | Euronews

Η επιφανειακή διαχείριση των περιφερειακών συγκρούσεων

Ο δεύτερος μεγάλος άξονας της ευρωπαϊκής αποτυχίας έγκειται στην αδυναμία —ή απροθυμία— των Βρυξελλών να επιλύσουν οριστικά τις χρόνιες συγκρούσεις της περιοχής. Αντί για βιώσιμες λύσεις, η ΕΕ προτιμά συχνά «πρόχειρα μπαλώματα» που κρύβουν τα προβλήματα κάτω από το χαλί. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Κόσοβο. Η συμφωνία που μεσολάβησε η ΕΕ μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας πέρυσι κατέρρευσε μόλις ένα μήνα μετά την υπογραφή της.

Πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία πανικόβαλε την ευρωπαϊκή διπλωματία, ωθώντας την στη σύναψη μιας βιαστικής συμφωνίας. Έκτοτε, η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία. Η πρόσφατη προσπάθεια της κυβέρνησης του Κοσόβου να καταργήσει το σερβικό νόμισμα έδειξε την πλήρη απουσία ευρωπαϊκού συντονισμού. Η ΕΕ αναγκάστηκε απλώς να ζητήσει μια μακροπρόθεσμη μετάβαση υπό το φόβο κλιμάκωσης της εθνοτικής βίας, αποδεικνύοντας ότι δεν διαθέτει κανένα μακρόπνοο στρατηγικό σχέδιο.

Η εργαλειοποίηση του παρελθόντος και η άνοδος του εθνικισμού

Οι σχέσεις μεταξύ Κροατίας και Σερβίας την τελευταία δεκαετία αντανακλούν πλήρως αυτή την παθογένεια. Η Κροατία εργαλειοποιεί συστηματικά την ιδιότητά της ως μέλους της ΕΕ απέναντι στη Σερβία. Το 2022, το Ζάγκρεμπ απείλησε τις ευρωπαϊκές διαπραγματεύσεις του Βελιγραδίου, όταν το τελευταίο επιχείρησε να παραπέμψει δύο Κροάτες στρατηγούς για εγκλήματα πολέμου από τον πόλεμο του 1995. Η ειρωνική δήλωση του προέδρου του κροατικού κοινοβουλίου πως η Σερβία «πρέπει να συμπεριφέρεται ευρωπαϊκά», καταδεικνύει την υποκρισία.

Την ίδια στιγμή, αναλυτές επισημαίνουν ότι μετά την είσοδο της Κροατίας στην ΕΕ το 2013, η υποβάθμιση των εγκλημάτων πολέμου στο εσωτερικό της χώρας έχει γίνει πιο έντονη, συνοδευόμενη από την επιστροφή μιας σκληρής, δεξιάς εθνικιστικής ρητορικής. Η αδυναμία της ΕΕ να επιβάλει μια δίκαιη και οριστική διευθέτηση στις ιστορικές ανοιχτές πληγές επιτρέπει στον εθνικισμό να θεριεύει ξανά στα Δυτικά Βαλκάνια, καθιστώντας κάθε διπλωματική προσπάθεια σχεδόν ακατόρθωτη.

Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ως καύσιμο της διαφθοράς

Ο τρίτος, και ίσως πιο διαβρωτικός, παράγοντας είναι το ζήτημα της διαφθοράς. Παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί μέτρα καταπολέμησης της διαφθοράς μέσω των ειδικών ταμείων προενταξιακής βοήθειας, η διαφθορά αυξάνεται δραματικά στην περιοχή, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη Βοσνία και τη Σερβία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφεύγει πεισματικά την αυτοκριτική για τα μοντέλα χρηματοδότησης που διοχετεύουν εκατομμύρια στα χέρια διεφθαρμένων πολιτικών ελίτ, με την αφελή ελπίδα ότι αυτό θα οδηγήσει σε δημοκρατικές αλλαγές.

Στην πραγματικότητα, η ενταξιακή στρατηγική της ΕΕ έχει ενισχύσει την «άλωση του κράτους» (state capture) με τρεις τρόπους. Πρώτον, η πίεση για την απελευθέρωση των αγορών χωρίς τη διασφάλιση ενός στιβαρού νομικού πλαισίου σε χώρες με αδύναμα δικαστικά συστήματα, επέτρεψε σε μια μικρή ομάδα ολιγαρχών να συγκεντρώσει δυσανάλογη δύναμη. Η νεοφιλελεύθερη οικονομική προσέγγιση σε ένα θεσμικό κενό γεννά διαφθορά.

Η νομιμοποίηση των αυταρχικών καθεστώτων στο βωμό της σταθερότητας

Δεύτερον, η επιβολή όρων «από πάνω προς τα κάτω» (top-down conditionality) αποδυναμώνει τους εγχώριους μηχανισμούς λογοδοσίας και χρησιμοποιείται από τους αυταρχικούς ηγέτες για να φιμώσουν τους επικριτές τους, υπό την απειλή ότι η όποια εγχώρια κριτική μπορεί να στερήσει από τη χώρα τα πολύτιμα ευρωπαϊκά κονδύλια. Τρίτον, κάθε συνάντηση με Ευρωπαίους αξιωματούχους προσδίδει διεθνή νομιμοποίηση σε πολιτικούς που ακολουθούν αυταρχικές πρακτικές, παρουσιάζοντάς τους ως «αξιόπιστους συνομιλητές».

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της προσέγγισης είναι ο πρόεδρος της Σερβίας, Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Διατηρώντας μια οριακή ειρήνη με το Κόσοβο, ο Βούτσιτς έχει αναδειχθεί σε έναν στρατηγικό, αν και αμφιλεγόμενο εταίρο για την ΕΕ, η οποία επιλέγει τον ρεαλισμό της σταθερότητας έναντι της δημοκρατίας. Για να διατηρήσει αυτή τη γεωπολιτική ισορροπία, η Ευρώπη κλείνει συχνά τα μάτια μπροστά στις κατηγορίες για στενές σχέσεις κρατικών αξιωματούχων με το οργανωμένο έγκλημα, αλλά και στις σοβαρές καταγγελίες για νοθεία στις πρόσφατες σερβικές εκλογές.

Το μέλλον της ευρωπαϊκής πολιτικής στα Βαλκάνια

Συνοψίζοντας, η σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα Δυτικά Βαλκάνια έχει δοκιμαστεί ανεπανόρθωτα από την ασυνεπή εφαρμογή των κριτηρίων ένταξης, την αδυναμία εξεύρεσης βιώσιμων λύσεων στις περιφερειακές συγκρούσεις και την πλήρη αποτυχία αντιμετώπισης της ενδημικής διαφθοράς. Η ραγδαία υποχώρηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην περιοχή φέρει, εν μέρει, ευρωπαϊκή σφραγίδα.

Αν η Ευρώπη επιθυμεί πραγματικά να εκπληρώσει τις ιστορικές της υποσχέσεις, οφείλει να δώσει προτεραιότητα στη δύσκολη και ίσως «βαρετή» διαδικασία της δικής της εσωτερικής θεσμικής μεταρρύθμισης. Σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική και τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας γίνονται ολοένα και πιο περίπλοκα, η διατήρηση της πολιτικής αξιοπιστίας στα Δυτικά Βαλκάνια δεν αποτελεί απλώς μια διπλωματική υποχρέωση, αλλά κρίσιμο στοίχημα για την ίδια την επιβίωση του ευρωπαϊκού οράματος.