Η άνοδος της δεξιάς αλλάζει την Ευρώπη: Η AfD, η επιστροφή των εθνικών συμφερόντων και ο ρόλος της Ρωσίας
Η ενίσχυση των δεξιών λαϊκιστικών κομμάτων σε Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία – Το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό μοντέλο υποχωρεί και τα εθνικά συμφέροντα επιστρέφουν στο προσκήνιο
Η ενίσχυση της AfD στη Γερμανία, η υψηλή δημοσκοπική παρουσία της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και η άνοδος του Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ στη Βρετανία επαναφέρουν ένα ερώτημα που για δεκαετίες έμοιαζε να έχει απαντηθεί: πόσο ισχυρή παραμένει η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα όταν τα εθνικά συμφέροντα επιστρέφουν στο επίκεντρο;
Για τον ιδρυτή του Geopolitical Futures, Τζορτζ Φρίντμαν, οι πολιτικές μεταβολές δεν πρέπει να ερμηνεύονται απλώς ως άνοδος της ακροδεξιάς. Θεωρεί ότι αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας, μέσα από την οποία τα ευρωπαϊκά κράτη αρχίζουν ξανά να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους πρωτίστως ως ξεχωριστά έθνη με διαφορετικά συμφέροντα.
Η περίπτωση της Γερμανίας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η AfD κατέγραψε την πρώτη της νίκη σε κρατιδιακές εκλογές, σε περιοχή της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Ο Φρίντμαν προειδοποιεί, ωστόσο, ότι το αποτέλεσμα δεν πρέπει να υπερερμηνευθεί: πρόκειται για μία περιφερειακή αναμέτρηση και το κόμμα δεν συγκέντρωσε απόλυτη πλειοψηφία.

Παρά ταύτα, θεωρεί ότι η εξέλιξη έχει συμβολική σημασία επειδή εκφράζει μια γενεακή αλλαγή στη γερμανική κοινωνία.
Περισσότερες από οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η γενιά που έζησε άμεσα τη ναζιστική περίοδο και τον πόλεμο έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Οι νεότερες γενιές δεν αισθάνονται ότι μπορούν να θεωρούνται υπεύθυνες για όσα έκαναν οι πρόγονοί τους και διεκδικούν για τη Γερμανία το ίδιο δικαίωμα που θεωρούν ότι έχουν η Γαλλία, η Βρετανία ή η Πολωνία: να καθορίζει και να υπερασπίζεται το δικό της εθνικό συμφέρον.
Ο ίδιος ο Φρίντμαν, οι γονείς του οποίου επέζησαν από στρατόπεδα συγκέντρωσης, τονίζει ότι αυτή η εξέλιξη δεν ισοδυναμεί με επιστροφή του ναζισμού. Τη βλέπει περισσότερο ως σταδιακή αποδέσμευση της σύγχρονης Γερμανίας από το ιστορικό βάρος που καθόρισε τη μεταπολεμική εξωτερική πολιτική της.
Κατά την ανάλυσή του, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα προσπάθησε μετά τον πόλεμο να πετύχει δύο πράγματα ταυτόχρονα: να διατηρήσει τα ανεξάρτητα ευρωπαϊκά έθνη και παράλληλα να περιορίσει τις μεταξύ τους αντιπαλότητες μέσω θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.
Το πρόβλημα είναι ότι πίσω από αυτούς τους θεσμούς εξακολούθησαν να υπάρχουν χώρες με διαφορετικές γλώσσες, ιστορικές εμπειρίες και συμφέροντα. Η Γερμανία δεν είναι η Γαλλία, η Γαλλία δεν είναι η Βρετανία και η Πολωνία έχει διαφορετική αντίληψη για τη Ρωσία από εκείνη που μπορεί να έχει ένα κράτος της Δυτικής Ευρώπης.

Μετανάστευση και Ρωσία αλλάζουν τις πολιτικές ισορροπίες
Ένας από τους παράγοντες που ο Φρίντμαν συνδέει με την ενίσχυση της δεξιάς είναι η μετανάστευση.
Η άφιξη μεγάλου αριθμού μεταναστών στις ευρωπαϊκές χώρες δημιούργησε κοινωνικές εντάσεις και ενίσχυσε πολιτικές δυνάμεις που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην εθνική ταυτότητα.
Ο Φρίντμαν υποστηρίζει ότι για ένα τμήμα των κοινωνιών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας το ζήτημα δεν περιορίζεται στην οικονομία. Συνδέεται με την αίσθηση ότι παραδοσιακές πολιτισμικές πρακτικές και εθνικές ταυτότητες βρίσκονται υπό πίεση καθώς εμφανίζονται στο εσωτερικό των χωρών μεγάλες κοινότητες με διαφορετική κουλτούρα.
Η αντιμεταναστευτική στάση της AfD αποτελεί έτσι έναν από τους βασικούς άξονες της πολιτικής της απήχησης.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η Ρωσία.
Η AfD τάσσεται υπέρ της άρσης των κυρώσεων και μιας στενότερης σχέσης με τη Μόσχα. Ο Φρίντμαν απορρίπτει την απλή εξήγηση ότι αυτή η στάση οφείλεται στο γεγονός ότι η AfD είναι ισχυρότερη στην πρώην Ανατολική Γερμανία.
Οι Ανατολικογερμανοί, επισημαίνει, γνώρισαν τη σοβιετική κατοχή και είχαν άμεση εικόνα της οικονομικής και κοινωνικής απόστασης που τους χώριζε από τη Δυτική Γερμανία. Η σημερινή διαφορετική αντιμετώπιση της Μόσχας συνδέεται, κατά την εκτίμησή του, περισσότερο με το γεγονός ότι η Ρωσία μετά την πτώση του κομμουνισμού αντιμετωπίζεται από ορισμένες δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς ως ένα κράτος που διεκδικεί ανοιχτά τα εθνικά του συμφέροντα.
Αυτή η αντίληψη επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ενώ για πολλές δυτικές κυβερνήσεις η ρωσική εισβολή αποτελεί επίθεση εναντίον ενός κυρίαρχου κράτους, ο Φρίντμαν υποστηρίζει ότι τμήματα της ευρωπαϊκής δεξιάς αντιμετωπίζουν διαφορετικά τη ρωσική προσπάθεια να επαναφέρει υπό τον έλεγχό της εδάφη που ιστορικά συνδέονταν με τη Ρωσία.
Δεν σημαίνει ότι αυτή η αντίληψη είναι κοινή σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Πολωνία βρίσκεται στην ακριβώς αντίθετη θέση, καθώς η γεωγραφική της εγγύτητα και η ιστορική της εμπειρία την οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερη καχυποψία απέναντι στη Μόσχα.
Αυτό ακριβώς αποτελεί, για τον Φρίντμαν, απόδειξη ότι δεν υπάρχει μία ενιαία ευρωπαϊκή γεωπολιτική αντίληψη.
Η μεταπολεμική Ευρώπη οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό υπό την αμερικανική ηγεσία. Για τις ΗΠΑ, το βασικό στρατηγικό ζήτημα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο ήταν να αποτραπεί η σοβιετική επέκταση προς τη Δυτική Ευρώπη και κυρίως προς τα μεγάλα λιμάνια του Ατλαντικού.
Η αμερικανική στρατηγική στηριζόταν στον έλεγχο του Ατλαντικού και στην αποτροπή της εμφάνισης μιας δύναμης που θα μπορούσε να απειλήσει τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ιδιαίτερα μετά τη δυσκολία της Ρωσίας να επιβληθεί στρατιωτικά στην Ουκρανία, ο Φρίντμαν θεωρεί ότι η Ουάσινγκτον έχει λιγότερους λόγους να διατηρεί τον ίδιο βαθμό εμπλοκής στη Δυτική Ευρώπη.
Και όσο η αμερικανική παρουσία υποχωρεί, τόσο περισσότερο επανέρχεται το ερώτημα: ποιος οργανώνει την Ευρώπη όταν δεν την οργανώνουν πλέον οι Ηνωμένες Πολιτείες;
Η επιστροφή των εθνικών συμφερόντων και ο νέος ρόλος της Πολωνίας
Ο Φρίντμαν θεωρεί ότι η απάντηση μπορεί να είναι πως η Ευρώπη δεν θα λειτουργήσει τελικά ως ενιαία γεωπολιτική δύναμη.
Η Βρετανία έχει ήδη αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Γαλλία διατηρεί παραδοσιακά μια έντονα αυτόνομη αντίληψη της εξωτερικής της πολιτικής. Η άνοδος της AfD εκφράζει στη Γερμανία μια αντίστοιχη απαίτηση για μεγαλύτερη προτεραιότητα στα γερμανικά συμφέροντα.
Έτσι, κατά την ανάλυση, «η παλιά Ευρώπη» επιστρέφει: όχι απαραίτητα ως επιστροφή στις πολεμικές συγκρούσεις του παρελθόντος, αλλά ως ένα σύστημα κρατών που καθορίζουν ξεχωριστά τι θεωρούν σημαντικό για την ασφάλεια και την οικονομία τους.
Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον του ΝΑΤΟ και της ευρωπαϊκής επανεξοπλιστικής προσπάθειας.
Η Γερμανία, η Πολωνία και άλλες χώρες αυξάνουν σημαντικά τις αμυντικές τους δαπάνες. Όμως η ύπαρξη περισσότερων όπλων δεν σημαίνει αυτομάτως και κοινή εξωτερική πολιτική.
Ο Φρίντμαν θεωρεί χαρακτηριστική την έκφραση «συνασπισμός των προθύμων». Κατά την άποψή του, η ίδια η ανάγκη δημιουργίας τέτοιων σχημάτων δείχνει ότι δεν υπάρχει ένας σταθερός ευρωπαϊκός συνασπισμός στον οποίο όλα τα κράτη δεσμεύονται με τον ίδιο τρόπο.
Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, οι ΗΠΑ στρέφουν περισσότερο την προσοχή τους στην Πολωνία.
Η Ουάσινγκτον επιθυμεί μόνιμη παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στη χώρα και εξετάζει υποδομές που θα μπορούσαν να υποστηρίξουν μια πιο σταθερή στρατιωτική εγκατάσταση. Παράλληλα, έχει δεσμευτεί για σημαντική χρηματοδότηση που θα ενισχύσει την πολωνική αμυντική παραγωγή.
Η Πολωνία αποτελεί την ανατολική πλευρά της ευρωπαϊκής ζώνης απέναντι στη Ρωσία και, για τον Φρίντμαν, η αμερικανοπολωνική σχέση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη στρατηγική σημασία.
Αυτό όμως δημιουργεί μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα και για τη Γερμανία, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στη Γαλλία στα δυτικά και σε μια στρατιωτικά ισχυρότερη Πολωνία στα ανατολικά.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο πώς θα αντιδράσει συνολικά η «Ευρώπη», αλλά πώς θα διαμορφωθούν οι γαλλογερμανικές, γερμανοπολωνικές, βρετανικές και ρωσοευρωπαϊκές σχέσεις.
Μια διαφορετική πορεία ακολουθεί η Ουγγαρία. Ο Βίκτορ Όρμπαν είχε οικοδομήσει μια πολιτική βασισμένη στην καχυποψία απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους και στην ανάγκη διατήρησης μιας λειτουργικής σχέσης με τη Ρωσία. Η νέα ουγγρική κυβέρνηση, όπως περιγράφεται στο υλικό, επιχειρεί να κινηθεί ξανά προς μια περισσότερο ευρωπαϊκή κατεύθυνση, την ώρα ακριβώς που άλλες χώρες εμφανίζουν ισχυρότερες τάσεις εθνικής αυτονομίας.
Για τον Φρίντμαν, πάντως, η Ουγγαρία παραμένει μια ιδιαίτερη περίπτωση και το μικρό μέγεθός της περιορίζει τη δυνατότητά της να επηρεάσει τη συνολική ευρωπαϊκή ισορροπία.
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τη Γερμανία και τη Γαλλία, τις δύο χώρες που βρίσκονται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής οικονομικής και πολιτικής αρχιτεκτονικής.
Εάν η άνοδος κομμάτων που δίνουν προτεραιότητα στο εθνικό συμφέρον συνεχιστεί, η σχέση με τη Ρωσία δεν θα καθορίζεται απαραίτητα από μία κοινή ευρωπαϊκή γραμμή. Κάθε χώρα θα εξετάζει τι εξυπηρετεί περισσότερο τη δική της ασφάλεια, οικονομία και γεωγραφική θέση.
Για τη Γερμανία μπορεί να υπάρχει μεγαλύτερη διάθεση αναζήτησης διαφορετικής σχέσης με τη Μόσχα. Για την Πολωνία, η ίδια επιλογή μπορεί να θεωρείται επικίνδυνη.
Αυτή είναι και η βασική μεταβολή που περιγράφει ο Φρίντμαν: η Ευρώπη που δημιουργήθηκε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εδραιώθηκε στον Ψυχρό Πόλεμο βρίσκεται αντιμέτωπη με την επιστροφή των ξεχωριστών εθνικών συμφερόντων.
Η άνοδος της AfD δεν σημαίνει από μόνη της ότι η Γερμανία αλλάζει συνολικά κατεύθυνση, ούτε ένα κρατιδιακό εκλογικό αποτέλεσμα αρκεί για να ανατρέψει το ευρωπαϊκό σύστημα. Αποτελεί όμως, στην ανάλυση του Φρίντμαν, ένδειξη μιας βαθύτερης διαδικασίας: η Γερμανία αρχίζει ξανά να συζητά ανοιχτά τι σημαίνει γερμανικό εθνικό συμφέρον σε μια Ευρώπη όπου η αμερικανική παρουσία, η ρωσική απειλή και η κοινή ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν λειτουργούν πλέον ακριβώς όπως τις προηγούμενες δεκαετίες.

