Πώς η Ρωσία θα μπορούσε να δοκιμάσει το ΝΑΤΟ χωρίς γενικευμένο πόλεμο – Τα σενάρια που φοβούνται στην Ευρώπη
Μια περιορισμένη εισβολή, ένα «κατά λάθος» πλήγμα ή η κατάληψη μιας μικρής περιοχής θα μπορούσαν να μετατρέψουν το Άρθρο 5 σε δύσκολο πολιτικό δίλημμα – Γιατί η πραγματική απειλή θεωρείται η διάρρηξη της ενότητας της Συμμαχίας
Η Ρωσία έχει δαπανήσει χρόνια, τεράστιους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό στον πόλεμο της Ουκρανίας χωρίς να καταφέρει να επιτύχει όλους τους στρατιωτικούς της στόχους. Την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και αναλυτές προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας ρωσικής ενέργειας εναντίον του ΝΑΤΟ.
Οι δύο αυτές εικόνες μοιάζουν αντιφατικές. Στην πραγματικότητα, όμως, το σενάριο που προκαλεί ανησυχία δεν προϋποθέτει ότι η Μόσχα θα επιχειρούσε να κατακτήσει την Ευρώπη ή ότι θα μπορούσε να επικρατήσει σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο απέναντι σε μια πλήρως κινητοποιημένη Ατλαντική Συμμαχία.
Η ανησυχία αφορά κάτι διαφορετικό: μια περιορισμένη και προσεκτικά σχεδιασμένη ενέργεια που θα έφερνε τα κράτη-μέλη αντιμέτωπα με το ερώτημα εάν είναι πραγματικά διατεθειμένα να πολεμήσουν για την υπεράσπιση ακόμη και ενός μικρού τμήματος συμμαχικού εδάφους.
Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στο Άρθρο 5 και στην αξιοπιστία της συλλογικής άμυνας.
Η αρχή πάνω στην οποία στηρίζεται το ΝΑΤΟ είναι ότι μια επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον της Συμμαχίας. Η ισχύς αυτής της εγγύησης δεν προέρχεται μόνο από τις στρατιωτικές δυνατότητες των χωρών του ΝΑΤΟ, αλλά και από την πεποίθηση ενός πιθανού αντιπάλου ότι, εάν επιτεθεί σε μία από αυτές, οι υπόλοιπες θα αντιδράσουν.

Μέχρι σήμερα, το Άρθρο 5 έχει ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά, από τις ΗΠΑ μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001.
Το πρόβλημα θα εμφανιζόταν εάν η Ρωσία κατάφερνε να δημιουργήσει μια κρίση αρκετά σοβαρή ώστε ένα κράτος να ζητήσει συλλογική άμυνα, αλλά ταυτόχρονα αρκετά περιορισμένη ώστε ορισμένοι σύμμαχοι να θεωρήσουν ότι δεν αξίζει να διακινδυνεύσουν έναν ευρύτερο πόλεμο.
Ένα υποθετικό παράδειγμα θα ήταν η είσοδος μερικών χιλιάδων Ρώσων στρατιωτών σε μια ακατοίκητη περιοχή ενός κράτους της Βαλτικής. Χωρίς επίθεση σε πόλη και χωρίς μεγάλες απώλειες, μια κυβέρνηση θα μπορούσε να αναρωτηθεί εάν αξίζει να οδηγηθεί σε στρατιωτική σύγκρουση με τη Ρωσία για μια μικρή έκταση χωρίς ιδιαίτερη στρατηγική αξία.
Αν όμως ένας σύμμαχος αρνηθεί να ανταποκριθεί, δημιουργείται ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Τα υπόλοιπα κράτη θα μπορούσαν πλέον να αναρωτηθούν πού ακριβώς βρίσκεται το όριο της συλλογικής άμυνας.
Εάν η Συμμαχία δεν πολεμήσει για μια ακατοίκητη περιοχή, θα πολεμήσει για ένα χωριό; Για μια μικρή πόλη; Για έναν δρόμο; Και εάν οι ΗΠΑ αποφασίσουν να μη συμμετάσχουν, θα ήταν εξίσου πρόθυμες η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ιταλία να αναλάβουν το κόστος;
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται το σενάριο που θεωρείται ιδιαίτερα επικίνδυνο: όχι στη στρατιωτική καταστροφή του ΝΑΤΟ, αλλά στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης πάνω στην οποία στηρίζεται η αποτροπή του.
Η ανάλυση του Institute for the Study of War που επικαλείται το υλικό περιγράφει τους ευρύτερους στόχους του Κρεμλίνου ως την προστασία του καθεστώτος του Βλαντίμιρ Πούτιν, την επαναφορά της Ρωσίας σε θέση μεγάλης δύναμης, την υποταγή της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας, την ανάκτηση ελέγχου σε πρώην σοβιετικά κράτη – με ειδική αναφορά στις χώρες της Βαλτικής – και τη δημιουργία μιας διεθνούς τάξης στην οποία θα έχει περιοριστεί η αμερικανική επιρροή και θα έχει διαρραγεί η ενότητα του ΝΑΤΟ.
Σε μια τέτοια στρατηγική, το ΝΑΤΟ λειτουργεί ως φραγμός στις ρωσικές φιλοδοξίες. Η Εσθονία, η Λετονία και η Λιθουανία είναι προστατευμένες από τη Συμμαχία, όπως επίσης η Φινλανδία, η Πολωνία και η Τουρκία.
Η Ρωσία δεν χρειάζεται επομένως να νικήσει ολόκληρο το ΝΑΤΟ. Θα αρκούσε, σε αυτό το υποθετικό σενάριο, να αποδείξει ότι η υπόσχεση της συλλογικής άμυνας δεν είναι απόλυτη.

Από ένα «κατά λάθος» πλήγμα μέχρι την κατάληψη μιας μικρής περιοχής
Μια τέτοια επιχείρηση δεν θα απαιτούσε απαραίτητα εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Ανάλογα με το σενάριο, θα μπορούσαν να απαιτηθούν μερικές δεκάδες χιλιάδες, λίγες χιλιάδες, μερικές εκατοντάδες ή ακόμη και κανένας Ρώσος στρατιώτης μέσα σε έδαφος του ΝΑΤΟ.
Το βασικό χαρακτηριστικό θα ήταν η δημιουργία μιας «γκρίζας ζώνης»: μιας επίθεσης αρκετά ξεκάθαρης ώστε να απαιτεί αντίδραση, αλλά αρκετά περιορισμένης ώστε να προκαλεί διαφωνίες για το εάν αξίζει μια στρατιωτική κλιμάκωση.
Ένα από τα σενάρια που παρουσιάζονται αφορά ρωσικά drones ή πυραύλους που, ενώ εμφανίζονται να κατευθύνονται προς τη δυτική Ουκρανία, θα μπορούσαν να αλλάξουν πορεία και να πλήξουν έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ προειδοποίησε για το ενδεχόμενο drones ή άλλων πυραύλων να εισέλθουν στο έδαφος μίας ή περισσότερων χωρών της ανατολικής πτέρυγας και να προκαλέσουν ζημιές, με τη Μόσχα στη συνέχεια να παρουσιάζει το περιστατικό ως ατύχημα και να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος αντίδρασης του ΝΑΤΟ.
Το πραγματικό δίλημμα θα εξαρτιόταν από το μέγεθος του πλήγματος. Μια επίθεση σε ακατοίκητη περιοχή θα δημιουργούσε διαφορετική πολιτική πίεση από ένα χτύπημα σε πόλη. Αντίστοιχα, ένας μόνο πύραυλος που θα έπληττε ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο προκαλώντας ελάχιστες απώλειες θα μπορούσε να δημιουργήσει ακριβώς το είδος της αμφιβολίας που θα δυσκόλευε μια κοινή απάντηση.
Ένα δεύτερο σενάριο αφορά μια περιορισμένη χερσαία εισβολή.
Για παράδειγμα, περίπου 1.000 Ρώσοι στρατιώτες θα μπορούσαν υποθετικά να καταλάβουν μια έκταση δέκα τετραγωνικών χιλιομέτρων σε απομονωμένη περιοχή της Φινλανδίας. Πίσω τους, αλλά εντός ρωσικού εδάφους, θα μπορούσαν να βρίσκονται μεγαλύτερες δυνάμεις με βαρύ πυροβολικό και μεγάλο αριθμό drones.
Το ΝΑΤΟ θα είχε τότε δύο δύσκολες επιλογές. Θα μπορούσε να επιχειρήσει να ανακαταλάβει την περιοχή, αποδεχόμενο πιθανές απώλειες για λίγα τετραγωνικά χιλιόμετρα ακατοίκητης γης, ή να μην αντιδράσει στρατιωτικά, επιτρέποντας όμως μια ξεκάθαρη κατοχή συμμαχικού εδάφους.
Παρόμοιο δίλημμα θα μπορούσε να δημιουργηθεί με την κατάληψη ενός ακατοίκητου νησιού που αναγνωρίζεται διεθνώς ως έδαφος χώρας του ΝΑΤΟ, ιδιαίτερα εάν βρίσκεται κοντά στη Ρωσία ή σε απομακρυσμένο σημείο της Αρκτικής.
Ακόμη πιο σύνθετο θα ήταν ένα σενάριο που θα θύμιζε τις ρωσικές επιχειρήσεις του 2014 στην Κριμαία και στο Ντονμπάς.
Η Ρωσία θα μπορούσε να επιλέξει μια πόλη κοντά στα σύνορά της, με μεγάλο ρωσόφωνο πληθυσμό, και να παρουσιάσει την επιχείρηση ως εξέγερση φιλορώσων αυτονομιστών, χρησιμοποιώντας στρατιώτες χωρίς διακριτικά και αρνούμενη ότι πρόκειται για ρωσικές δυνάμεις.
Η Νάρβα στην ανατολική Εσθονία παρουσιάζεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πόλης που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα τέτοιο δίλημμα. Η πλειονότητα του πληθυσμού της είναι ρωσόφωνη και περισσότερο από το ένα τρίτο των κατοίκων αναφέρεται ότι διαθέτει ρωσική υπηκοότητα.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το ΝΑΤΟ θα έπρεπε να επιλέξει εάν θα πολεμήσει για την ανακατάληψη μιας πόλης, με κίνδυνο να καταστραφεί το ίδιο το αστικό κέντρο που επιχειρεί να προστατεύσει, ή εάν θα επιτρέψει στη Ρωσία να αποσπάσει έδαφος από ένα κράτος-μέλος.
Σε όλα αυτά τα σενάρια, η στρατιωτική νίκη δεν αποτελεί απαραίτητα τον κύριο στόχο. Το κρίσιμο αποτέλεσμα θα ήταν να δημιουργηθεί ρήγμα ανάμεσα στους συμμάχους.
Η Ρωσία θα μπορούσε επίσης να επιχειρήσει να αυξήσει το πολιτικό κόστος μιας απάντησης εκμεταλλευόμενη την εμπειρία που έχει αποκτήσει στον πόλεμο της Ουκρανίας σε drones, πυροβολικό και επιχειρήσεις υψηλών απωλειών.
Η εκτίμηση που παρουσιάζεται είναι ότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δεν είναι σήμερα εξίσου προετοιμασμένες για μια τέτοια μορφή πολέμου. Ακόμη και περιορισμένες απώλειες στρατιωτών θα μπορούσαν να προκαλέσουν έντονη πολιτική πίεση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδιαίτερα εάν εικόνες από επιθέσεις drones εναντίον στρατιωτών του ΝΑΤΟ κυκλοφορούσαν μαζικά στο Διαδίκτυο.

Οι προειδοποιήσεις στην Ευρώπη και ο φόβος για το Άρθρο 5
Οι ανησυχίες αυτές δεν αντιμετωπίζονται ως καθαρά θεωρητικές από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
Αμερικανικές εκτιμήσεις πληροφοριών που παρουσιάζονται στο υλικό κάνουν λόγο για δυνατότητα της Ρωσίας να πραγματοποιήσει άμεση επίθεση ή περιορισμένη εισβολή εναντίον χώρας του ΝΑΤΟ, ακόμη και ενώ συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Ο Ντόναλντ Τουσκ χαρακτήρισε πιθανότερο σενάριο για τους επόμενους μήνες μια εντατικοποίηση των ρωσικών ενεργειών τόσο απέναντι στην Ουκρανία όσο και στους συμμάχους της. Προειδοποίησε επίσης ότι στόχος μιας τέτοιας ενέργειας θα μπορούσε να είναι να αποδειχθεί πως «το Άρθρο 5 είναι περισσότερο θεωρητικό παρά πρακτικό».
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πολιτικές δυνάμεις μέσα στην Ευρώπη που θα μπορούσαν, σε περίπτωση κρίσης, να υποστηρίξουν ότι οι χώρες τους δεν πρέπει να πολεμήσουν για την Πολωνία, τη Λετονία ή τη Λιθουανία.
Στη Γαλλία, ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν συγκέντρωσε τους ηγέτες των μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων και ανώτατους αξιωματούχους σε έκτακτη συνάντηση για ζητήματα ασφαλείας. Στη συζήτηση τέθηκε η ανάγκη προστασίας των κρίσιμων υποδομών και της αμυντικής βιομηχανίας από κυβερνοεπιθέσεις και επιθέσεις drones, ενώ εξετάστηκε και το ενδεχόμενο άμεσης επίθεσης σε πολωνικό έδαφος.
Ο Μακρόν δήλωσε στη συνέχεια ότι η ρωσική υβριδική απειλή απέναντι στην Ευρώπη και τη Γαλλία έχει ενταθεί.
Αντίστοιχα, ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς προειδοποίησε ότι η ελευθερία της Ευρώπης μπορεί να κριθεί μέσα σε «αποφασιστικούς μήνες, αν όχι εβδομάδες», ενώ ο αρχηγός των βρετανικών Ενόπλων Δυνάμεων χαρακτήρισε τη ρωσική απειλή τη σοβαρότερη περίοδο που έχει αντιμετωπίσει σε 35 χρόνια υπηρεσίας.
Η Γερμανία εξετάζει παράλληλα πόσο αποτελεσματικά θα μπορούσε να λειτουργήσει το σύστημα υγείας της σε συνθήκες πολέμου. Στα σενάρια που παρουσιάζονται, οι γερμανικές δομές θα μπορούσαν να χρειαστεί να περιθάλπουν έως και 1.000 νέους τραυματίες στρατιωτικούς ημερησίως, αριθμός που θα πίεζε σημαντικά τις υπάρχουσες δυνατότητες.
Η Λιθουανία προετοιμάζει διαδρομές εκκένωσης της πρωτεύουσας Βίλνιους σε περίπτωση βομβαρδισμού, ενώ η Εσθονία έχει δηλώσει ότι είναι έτοιμη να κλείσει αμέσως τα σύνορά της με τη Ρωσία εάν η Μόσχα κηρύξει γενική επιστράτευση.
Η Φινλανδία προετοιμάζεται για υβριδικές ενέργειες και επιθέσεις drones, ενώ ακόμη και η ουδέτερη και εκτός ΝΑΤΟ Ελβετία έχει αναγνωρίσει την ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων της εξαιτίας της επιδείνωσης του περιβάλλοντος ασφαλείας.
Το βασικό σενάριο που προκαλεί ανησυχία, επομένως, δεν είναι μια τεράστια ρωσική στρατιά που θα επιχειρούσε να κινηθεί προς τη Δυτική Ευρώπη. Μια πλήρως κινητοποιημένη Συμμαχία παραμένει πολύ ισχυρότερη από τη Ρωσία για μια τέτοια αναμέτρηση.
Ο κίνδυνος βρίσκεται στην πιθανότητα μιας πολύ μικρότερης επιχείρησης, σχεδιασμένης όχι τόσο για να κερδίσει στρατιωτικά εδάφη όσο για να δοκιμάσει εάν οι δεσμεύσεις του ΝΑΤΟ λειτουργούν όταν το πραγματικό κόστος τους εμφανιστεί μπροστά στις κυβερνήσεις και στους πολίτες.
Για τη Μόσχα, μια τέτοια δοκιμή θα μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερη αξία από μερικά τετραγωνικά χιλιόμετρα εδάφους. Εάν το Άρθρο 5 ενεργοποιούνταν και ένα ή περισσότερα σημαντικά κράτη αρνούνταν να ανταποκριθούν, το πλήγμα δεν θα περιοριζόταν στη χώρα που δέχθηκε την επίθεση.
Θα αφορούσε την ίδια την ιδέα πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το ΝΑΤΟ: ότι κανένα κράτος-μέλος δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μόνο του μια εξωτερική επίθεση.

