Οι πέντε «ρωγμές» στη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας: Από τους S-400 και το KAAN μέχρι την εξάρτηση από το ΝΑΤΟ
Η αποπομπή από το πρόγραμμα των F-35, η εξάρτηση του KAAN από αμερικανικούς κινητήρες, οι συνέπειες των εκκαθαρίσεων του 2016 και η οικονομική πίεση – Γιατί η εικόνα μιας πλήρως αυτόνομης στρατιωτικής δύναμης απέχει από την πραγματικότητα που περιγράφει η ανάλυση
Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, εκατοντάδες αεροσκάφη και μια αμυντική βιομηχανία που έχει καταγράψει σημαντικές επιτυχίες, ιδιαίτερα στον τομέα των drones. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα ισχύος, μια σειρά από προβλήματα δημιουργούν ερωτήματα για το πραγματικό επίπεδο στρατηγικής αυτονομίας της Άγκυρας.
Η ανάλυση εντοπίζει πέντε βασικές «ρωγμές»: την αεράμυνα και τους S-400, το κενό που δημιουργήθηκε από την αποπομπή από το πρόγραμμα των F-35, τις συνέπειες των εκκαθαρίσεων μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, την οικονομική πίεση στις αμυντικές προμήθειες και τη σταδιακή μετατόπιση αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών προς την Ελλάδα.

Το πρώτο ζήτημα αναδείχθηκε, κατά το υλικό, τον Μάρτιο του 2026, όταν τέσσερις ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι κατευθύνθηκαν προς την Τουρκία. Και στις τέσσερις περιπτώσεις, αναφέρεται ότι η αναχαίτιση έγινε από αντιαεροπορικά συστήματα του ΝΑΤΟ και όχι από τουρκικά συστήματα.
Η Άγκυρα δεν ενεργοποίησε το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, ενώ στις ανακοινώσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας γινόταν αναφορά σε «αντιαεροπορική άμυνα του ΝΑΤΟ».
Η Τουρκία διαθέτει ένα πολυεπίπεδο δίκτυο αεράμυνας που περιλαμβάνει παλαιότερα συστήματα Hawk, τα εγχώρια HISAR και τους ρωσικούς S-400, για τους οποίους κατέβαλε περίπου 2,5 δισ. δολάρια.
Το βασικό πρόβλημα με τους S-400 είναι η ασυμβατότητά τους με την ολοκληρωμένη αρχιτεκτονική αεράμυνας του ΝΑΤΟ. Δεν μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα στόχων με συστοιχίες Patriot ούτε να ενσωματωθούν κανονικά στο δίκτυο των αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης AWACS της Συμμαχίας.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: το ακριβότερο σύστημα αεράμυνας της Τουρκίας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως οργανικό τμήμα του δικτύου που χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ για την προστασία του τουρκικού εναέριου χώρου.
Παράλληλα, οι Patriot που βρίσκονται στην περιοχή αποτελούν συμμαχικά και όχι μόνιμα τουρκικά μέσα, επομένως η ανάπτυξή τους εξαρτάται από τις προτεραιότητες της Συμμαχίας.

Το κενό των F-35 και η εξάρτηση του KAAN από τις ΗΠΑ
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα αφορά την τουρκική Πολεμική Αεροπορία.
Η Τουρκία συμμετείχε από το 2002 ως βιομηχανικός εταίρος στο πρόγραμμα F-35. Τουρκικές εταιρείες κατασκεύαζαν εξαρτήματα, Τούρκοι πιλότοι εκπαιδεύονταν στο νέο μαχητικό και η Άγκυρα σχεδίαζε να αποκτήσει περισσότερα από 100 αεροσκάφη.
Η αγορά των S-400 ανέτρεψε αυτόν τον σχεδιασμό. Τον Δεκέμβριο του 2020 επιβλήθηκαν κυρώσεις CAATSA και στη συνέχεια ολοκληρώθηκε η αποπομπή της Τουρκίας από το πρόγραμμα.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα έχει υπογράψει για την απόκτηση F-35A, με τις παραδόσεις να προβλέπεται να αρχίσουν το 2028, ενώ το Ισραήλ ήδη επιχειρεί με F-35. Η Τουρκία εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στον στόλο των F-16.
Η απάντηση της Άγκυρας είναι το KAAN, το εγχώριο μαχητικό πέμπτης γενιάς που παρουσιάζεται ως η βάση της μελλοντικής τουρκικής αεροπορικής ισχύος.
Εδώ όμως εμφανίζεται μια κρίσιμη εξάρτηση.
Τον Σεπτέμβριο του 2025, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σε συνέντευξή του στη δημοσιογράφο Αμπερίν Ζαμάν στη Νέα Υόρκη, αναφέρθηκε στην άδεια για τους αμερικανικούς κινητήρες F110, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στα πρωτότυπα του KAAN.
Όπως παρουσιάζεται στο υλικό, ο Φιντάν ανέφερε ότι η σχετική άδεια είχε «κολλήσει στο Κογκρέσο» και ότι χωρίς την έγκρισή του δεν μπορούσε να αρχίσει η παραγωγή του KAAN.
Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα που αποτελεί το σύμβολο της προσπάθειας της Τουρκίας για αεροπορική αυτονομία εξακολουθεί, τουλάχιστον στην παρούσα φάση του, να εξαρτάται από αμερικανική άδεια εξαγωγής.
Υπάρχουν και άλλες διεθνείς εξαρτήσεις. Η άτρακτος του KAAN σχεδιάστηκε με τη συμμετοχή της BAE Systems, ενώ χρησιμοποιούνται ευρωπαϊκά υποσυστήματα, υλικά και τεχνολογίες. Η Τουρκία αναπτύσσει τον εγχώριο κινητήρα TF-35000, όμως το υλικό τοποθετεί αισιόδοξα την επιχειρησιακή του ωρίμανση γύρω στο 2032.
Στην εξίσωση προστίθεται και το ανθρώπινο δυναμικό.
Μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, απομακρύνθηκαν ή κατηγορήθηκαν 149 στρατηγοί και ναύαρχοι, ενώ εκατοντάδες έμπειρα στελέχη της Πολεμικής Αεροπορίας αποχώρησαν από τις τάξεις της.
Το υλικό αναφέρει περισσότερους από 350 εκκαθαρισθέντες αεροπόρους, υποστηρίζοντας ότι η απώλεια αυτή δημιούργησε μακροχρόνιο πρόβλημα στη διαθεσιμότητα έμπειρων πιλότων.
Η Τουρκική Πολεμική Αεροπορία εμφανίζεται να διαθέτει περίπου 295 αεροσκάφη, ενώ η ανάλυση εκτιμά ότι η αναλογία πιλότων προς αεροσκάφη βρίσκεται κάτω από το επίπεδο που απαιτείται για τη διατήρηση υψηλού ρυθμού επιχειρήσεων.
Το ζήτημα, πάντως, δεν περιορίζεται στους αριθμούς. Πολλά από τα στελέχη που απομακρύνθηκαν είχαν εκπαιδευτεί και υπηρετήσει μέσα στις δομές διοίκησης του ΝΑΤΟ, αποκτώντας εμπειρία από κοινές επιχειρήσεις με αμερικανικές και ευρωπαϊκές δυνάμεις.
Η ανάλυση υποστηρίζει ότι η αντικατάσταση μιας ολόκληρης γενιάς στελεχών δεν μπορεί να γίνει γρήγορα και ότι οι συνέπειες των εκκαθαρίσεων εξακολουθούν να επηρεάζουν την επιχειρησιακή κουλτούρα των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η πίεση της λίρας και η μετατόπιση αμερικανικών υποδομών προς την Ελλάδα
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά το κόστος της στρατιωτικής ισχύος.
Ο τουρκικός αμυντικός προϋπολογισμός για το 2026 εμφανίζεται ως ο μεγαλύτερος στην ιστορία της χώρας σε λίρες. Όμως η τουρκική λίρα έχει χάσει, όπως αναφέρεται, περίπου 97% της αξίας της έναντι του δολαρίου από το 2010.
Το 2018 ένα δολάριο αντιστοιχούσε περίπου σε έξι λίρες, ενώ την περίοδο στην οποία αναφέρεται το υλικό η ισοτιμία είχε φτάσει περίπου στις 44 λίρες ανά δολάριο.
Αυτό έχει άμεση σημασία για την άμυνα. Κινητήρες μαχητικών, κατευθυνόμενα πυρομαχικά, προηγμένα ηλεκτρονικά και τεχνολογίες που δεν παράγονται εγχώρια αγοράζονται σε ξένο νόμισμα. Επομένως, ένας μεγαλύτερος προϋπολογισμός σε λίρες δεν συνεπάγεται απαραίτητα αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής ισχύος.
Οι κυρώσεις CAATSA έχουν επίσης δημιουργήσει προβλήματα σε κοινά προγράμματα. Το Turkish Utility Helicopter Program, στο οποίο συμμετείχε η Lockheed Martin, επηρεάστηκε από την αδυναμία εξασφάλισης των απαραίτητων αμερικανικών αδειών εξαγωγής και τον Οκτώβριο του 2024 η εταιρεία επικαλέστηκε ανωτέρα βία και ανέστειλε μέρος των δραστηριοτήτων της.
Από την άλλη πλευρά, το Bayraktar TB2 αποτελεί μια πραγματική επιτυχία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, με εξαγωγές και επιχειρησιακή χρήση σε διαφορετικά μέτωπα. Ακόμη και το συγκεκριμένο πρόγραμμα, ωστόσο, είχε αρχικά εξαρτήσεις από αυστριακούς κινητήρες και καναδικά οπτικά συστήματα, πριν η διακοπή της πρόσβασης σε αυτά οδηγήσει στην αναζήτηση εγχώριων λύσεων.
Η πέμπτη «ρωγμή» που περιγράφεται αφορά τη θέση της Τουρκίας μέσα στο ίδιο το ΝΑΤΟ και την ενίσχυση αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών στην Ελλάδα.
Τον Μάιο του 2025, το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ανέθεσε σύμβαση 43,91 εκατ. δολαρίων για έργα στη Σούδα, ενισχύοντας περαιτέρω τις δυνατότητες της βάσης.
Παράλληλα, η Αλεξανδρούπολη έχει αποκτήσει αυξημένη σημασία ως κόμβος μεταφοράς αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμού προς την ανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Η ανάλυση ερμηνεύει αυτές τις εξελίξεις ως σταδιακή μετατόπιση μέρους του αμερικανικού στρατηγικού βάρους προς την Ελλάδα και μακριά από το Ιντσιρλίκ, που για δεκαετίες αποτελούσε κομβικό σημείο της αμερικανικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κεντρικό πρόβλημα παραμένουν και εδώ οι S-400. Όταν τα ραντάρ τους ενεργοποιούνται, μπορούν να συλλέγουν τεχνικά δεδομένα για αεροσκάφη που βρίσκονται εντός της εμβέλειάς τους. Η παρουσία ενός ρωσικού συστήματος μέσα σε χώρα του ΝΑΤΟ δημιούργησε έτσι σοβαρές ανησυχίες για την ασφάλεια ευαίσθητων πληροφοριών σχετικά με F-35, AWACS και άλλα συμμαχικά μέσα.
Η Τουρκία δεν έχει αποκλειστεί από το ΝΑΤΟ. Ωστόσο, η ανάλυση υποστηρίζει ότι η θέση της μέσα στον αμερικανικό και συμμαχικό σχεδιασμό έχει περιοριστεί, την ώρα που η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Ακόμη και αν η διαφωνία για τους S-400 επιλυόταν, τα χρόνια που έχουν ήδη χαθεί δεν μπορούν να ανακτηθούν άμεσα. Τούρκοι πιλότοι δεν εκπαιδεύονταν στα F-35, τουρκικές εταιρείες δεν συμμετείχαν στην εξέλιξη του προγράμματος και η τεχνολογική ανάπτυξη συνεχίστηκε χωρίς την Τουρκία.
Οι πέντε αυτές αδυναμίες συνδέονται μεταξύ τους. Η αγορά των S-400 οδήγησε στην αποπομπή από τα F-35. Η απώλεια των F-35 αύξησε την ανάγκη για το KAAN, το οποίο όμως εξακολουθεί να εξαρτάται από αμερικανική τεχνολογία. Οι εκκαθαρίσεις του 2016 επηρέασαν το ανθρώπινο δυναμικό, ενώ η υποτίμηση της λίρας περιορίζει την πραγματική αγοραστική δύναμη των αμυντικών δαπανών.
Την ίδια στιγμή, η επιδείνωση της εμπιστοσύνης με τους συμμάχους αυξάνει τη σημασία εναλλακτικών υποδομών, μεταξύ των οποίων εκείνες στην Ελλάδα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία διαθέτει αδύναμες Ένοπλες Δυνάμεις. Εξακολουθεί να έχει έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς στην Ευρώπη, εκατοντάδες αεροσκάφη και μια αμυντική βιομηχανία με σημαντικές δυνατότητες.
Το κρίσιμο ζήτημα που θέτει η ανάλυση είναι διαφορετικό: πόσο μεγάλη είναι η απόσταση ανάμεσα στην εικόνα στρατηγικής και τεχνολογικής αυτονομίας που προβάλλει η Άγκυρα και στις πραγματικές εξαρτήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν κάτω από αυτήν.

