Γιατί το φθηνότερο μαχητικό κερδίζει απέναντι στα πιο προηγμένα – Η «κυριαρχία» αλλάζει την αγορά των εξοπλισμών

Ταϊλάνδη, Βραζιλία και Κολομβία επενδύουν στο σουηδικό μαχητικό, βάζοντας στο επίκεντρο την «κυριαρχία» πάνω σε λογισμικό και όπλα – Τι προσφέρει το F-35 και ποια εξάρτηση από τις ΗΠΑ συνοδεύει τις προηγμένες δυνατότητές του

Γιατί το φθηνότερο μαχητικό κερδίζει απέναντι στα πιο προηγμένα – Η «κυριαρχία» αλλάζει την αγορά των εξοπλισμών

Η απόφαση της Ταϊλάνδης να επιλέξει το Saab Gripen E/F αντί του F-16 Block 70/72 τον Ιούνιο του 2025 δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο στην παγκόσμια αγορά μαχητικών. Ακολούθησαν κινήσεις από τη Βραζιλία και την Κολομβία, ενώ η ίδια η Saab σχεδιάζει πλέον σχεδόν να διπλασιάσει την ετήσια παραγωγή του Gripen.

σχετικά άρθρα

Κοινός παρονομαστής στις αποφάσεις αυτές είναι μια λέξη που επαναλαμβάνεται όλο και συχνότερα στις προμήθειες μαχητικών: «κυριαρχία». Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο προηγμένο είναι ένα αεροσκάφος, αλλά και πόσο έλεγχο διατηρεί η χώρα που το αγοράζει πάνω στο λογισμικό, στα όπλα, στη συντήρηση και τελικά στη δυνατότητα να το χρησιμοποιεί όπως επιθυμεί.

Η Βασιλική Πολεμική Αεροπορία της Ταϊλάνδης ολοκλήρωσε μια αξιολόγηση δέκα μηνών επιλέγοντας το Gripen και απομακρυνόμενη από μια σχέση με αμερικανικά μαχητικά που χαρακτήριζε την αεροπορική ισχύ της χώρας από τη δεκαετία του 1980.

Έναν χρόνο αργότερα, ο αρχηγός της Πολεμικής Αεροπορίας της Βραζιλίας δήλωσε στη Στοκχόλμη ότι η χώρα χρειάζεται 50 έως 60 μαχητικά προκειμένου «να διατηρήσει την κυριαρχία» της, δικαιολογώντας την επέκταση του στόλου των 36 Gripen. Επίσημη υποβολή προς το βραζιλιάνικο Κογκρέσο τον Ιούλιο ανέβασε τον αριθμό ακόμη περισσότερο, στα 66 αεροσκάφη.

Η Κολομβία, από την πλευρά της, υπέγραψε τον Νοέμβριο του 2025 για την απόκτηση 17 Gripen.

Η Saab αντιμετωπίζει τις εξελίξεις ως μια ευρύτερη τάση. Τον Ιούλιο ενημέρωσε τους επενδυτές ότι σχεδιάζει να αυξήσει την παραγωγή από περίπου 15 μαχητικά ετησίως σε 25 έως 30, έχοντας ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών ύψους 318 δισ. σουηδικών κορωνών.

Η επιλογή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή το Gripen δεν προσφέρει τις δυνατότητες του F-35. Είναι φθηνότερο, λιγότερο προηγμένο ως προς τη χαμηλή παρατηρησιμότητα και υπολείπεται σε επίπεδο αισθητήρων και σύντηξης δεδομένων. Ωστόσο, ορισμένοι αγοραστές φαίνεται να δίνουν μεγαλύτερο βάρος σε ένα διαφορετικό πλεονέκτημα: στον βαθμό ελέγχου που μπορούν να διατηρήσουν πάνω στο ίδιο το οπλικό τους σύστημα.

Η Saab χρησιμοποιεί άλλωστε αντίστοιχη γλώσσα. Ο διευθύνων σύμβουλός της, Μίκαελ Γιόχανσον, έχει περιγράψει το πρόγραμμα Gripen στη Βραζιλία ως βήμα προς την «εδαφική κυριαρχία», ενώ στην περίπτωση της Ταϊλάνδης η εταιρεία πρόβαλε τη δυνατότητα της Μπανγκόκ να αναπτύσσει τη δική της τεχνολογία χωρίς αντίστοιχους περιορισμούς.

Τι σημαίνει στην πράξη η «κυριαρχία» ενός μαχητικού

Ένα σύγχρονο μαχητικό δεν είναι απλώς ένα αεροσκάφος. Είναι λογισμικό, όπλα, υποδομές συντήρησης, βιομηχανική παραγωγή και μια μακροχρόνια πολιτική σχέση με τη χώρα που ελέγχει μεγάλο μέρος αυτού του οικοσυστήματος.

Η έννοια της «κυριαρχίας» μπορεί επομένως να αφορά διαφορετικά πράγματα: πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα και δυνατότητα τροποποίησης του λογισμικού αποστολής, ανεξάρτητη ενσωμάτωση όπλων χωρίς να απαιτείται έγκριση της Ουάσιγκτον, εγχώρια παραγωγή και θέσεις εργασίας ή ακόμη και την πολιτική επιθυμία μιας χώρας να μη θεωρείται εξαρτημένη από τις ΗΠΑ.

Η τεχνική εξάρτηση γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην περίπτωση του F-35. Το αεροσκάφος βασίστηκε στο σύστημα συντήρησης και λογισμικού ALIS, το οποίο αντικαθίσταται από το ταχύτερο και βασισμένο στο cloud ODIN.

Οι αναφορές περί κάποιου αμερικανικού «kill switch», με το οποίο η Ουάσιγκτον θα μπορούσε απλώς να απενεργοποιήσει εξ αποστάσεως τα F-35 μιας άλλης χώρας, έχουν εξεταστεί και απορριφθεί ως μύθος. Το πραγματικό ζήτημα είναι διαφορετικό: η εξάρτηση μπορεί να προκύπτει από εγκρίσεις, ενημερώσεις λογισμικού, συντήρηση και πρόσβαση στο ευρύτερο αμερικανικό οικοσύστημα, χωρίς να απαιτείται ένας διακόπτης που «σβήνει» το αεροσκάφος.

Χαρακτηριστική είναι η εξαίρεση του Ισραήλ, του μοναδικού γνωστού χρήστη που έχει εξουσιοδοτηθεί να εγκαθιστά δικό του εγχώρια αναπτυγμένο λογισμικό και να πραγματοποιεί πλήρως ανεξάρτητη συντήρηση επιπέδου depot στα F-35I Adir.

Για τους υπόλοιπους χρήστες, η λειτουργία παραμένει ενταγμένη στο αμερικανικά ελεγχόμενο σύστημα.

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση του τι μπορεί να συμβεί όταν διαρραγεί αυτή η σχέση είναι η Τουρκία. Το 2019 οι ΗΠΑ την απέβαλαν από το πρόγραμμα F-35 μετά την παραλαβή του ρωσικού συστήματος S-400, καθώς η Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι η λειτουργία του κοντά στα F-35 θα μπορούσε να επιτρέψει την αποκάλυψη κρίσιμων χαρακτηριστικών χαμηλής παρατηρησιμότητας του αεροσκάφους.

Η Τουρκία έχασε περίπου 1,4 δισ. δολάρια που είχε ήδη καταβάλει, καθώς και τη συμμετοχή της στην παραγωγή περισσότερων από 900 εξαρτημάτων, παρότι αποτελούσε ιδρυτικό βιομηχανικό εταίρο. Το επόμενο έτος επιβλήθηκαν επίσης κυρώσεις CAATSA στην τουρκική υπηρεσία αμυντικών προμηθειών, για πρώτη φορά εναντίον συμμάχου του ΝΑΤΟ.

Η περίπτωση της Τουρκίας δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ μπορούν να αποκλείσουν οποιονδήποτε χρήστη για οποιαδήποτε πολιτική διαφωνία. Η αφορμή ήταν η αγορά ενός ρωσικού συστήματος που, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, δημιουργούσε κίνδυνο για ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά πλεονεκτήματα του F-35.

Δείχνει όμως πόσο μεγάλο μπορεί να γίνει το κόστος όταν ένας εταίρος βρεθεί εκτός του συστήματος. Τον Ιούλιο του 2026, ο Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άρσης των κυρώσεων και πώλησης μαχητικών, αλλά η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να εμποδίζει τη μεταφορά τους όσο η Τουρκία διατηρεί τους S-400.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική για το δίλημμα ήταν η περίπτωση της Ταϊλάνδης. Η Μπανγκόκ είχε αναπτύξει το δικό της σύστημα ζεύξης δεδομένων Link-T και ήθελε να μπορεί να το εξελίσσει ανεξάρτητα.

Οι αμερικανικοί κανονισμοί ITAR δεν επέτρεπαν στη Lockheed Martin να προσφέρει στην Ταϊλάνδη πλήρη δικαιώματα πάνω στη δική της τεχνολογία από τη στιγμή που αυτή θα ενσωματωνόταν σε αμερικανική πλατφόρμα. Αντίθετα, η πρόταση της Saab περιλάμβανε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που επέτρεπαν την ανεμπόδιστη χρήση και ανάπτυξη του Link-T.

Η Βραζιλία είχε φτάσει σε ανάλογο συμπέρασμα ήδη περισσότερο από μία δεκαετία νωρίτερα. Σε κατάθεση στη Γερουσία το 2014, η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα είχε παρουσιαστεί ως αποφασιστικό πλεονέκτημα του Gripen έναντι του F/A-18 και του Rafale.

Γιατί Πολωνία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα επιλέγουν την εξάρτηση του F-35

Το Gripen, ωστόσο, δεν αποτελεί απάντηση σε κάθε επιχειρησιακή απαίτηση. Δεν έχει σχεδιαστεί για να επιχειρεί απέναντι σε ολοκληρωμένα συστήματα αεράμυνας ενός ισοδύναμου αντιπάλου με τον τρόπο που έχει σχεδιαστεί το F-35. Η χαμηλή παρατηρησιμότητα, τα ηλεκτρονικά συστήματα και η σύντηξη δεδομένων του αμερικανικού μαχητικού βρίσκονται σε διαφορετικό επίπεδο.

Επιπλέον, οι περισσότεροι χρήστες του F-35 που έχουν εκφράσει προβληματισμούς για το ALIS και την εξάρτηση από το αμερικανικό σύστημα δεν έχουν εγκαταλείψει το πρόγραμμα.

Η Πολωνία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην τελετή ένταξης των δύο πρώτων F-35 της σε υπηρεσία τον Ιούνιο του 2026, ο υπουργός Άμυνας ανακοίνωσε την πρόθεση της Βαρσοβίας να διπλασιάσει την παραγγελία από 32 σε 64 αεροσκάφη.

Η Νότια Κορέα έχει επίσης εγκρίνει σχέδιο πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων για περισσότερα F-35A, ενώ η Ιαπωνία επεκτείνει τον δικό της στόλο, προχωρώντας προς τη μεγαλύτερη παραγγελία F-35 εκτός των ΗΠΑ.

Οι συγκεκριμένες χώρες γνωρίζουν την εξάρτηση που συνοδεύει το αμερικανικό αεροσκάφος. Για αυτές, όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης: η εξάρτηση από ένα κοινό σύστημα μπορεί να προσφέρει δυνατότητες που ένα περισσότερο ανεξάρτητο μαχητικό δεν μπορεί να αναπαράγει μόνο του.

Τον Μάιο του 2025, για παράδειγμα, δανικά F-35 που πετούσαν πάνω από το Τέξας αντάλλαξαν επιτυχώς διαβαθμισμένα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο με κέντρο διοίκησης στη Δανία. Αντίστοιχα, ένα F-35 που επιχειρεί στην Κεντρική Ευρώπη μπορεί να μοιράζεται δεδομένα στόχων προς όφελος άλλων συμμαχικών δυνάμεων στην ίδια περιοχή.

Η αξία αυτής της αρχιτεκτονικής αυξάνεται όσο περισσότεροι σύμμαχοι εντάσσονται στο δίκτυο. Για μια χώρα της οποίας το βασικό στρατηγικό σενάριο είναι να πολεμήσει μαζί με μια μεγάλη συμμαχία και όχι μόνη της, αυτή η διασύνδεση αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος.

Για κράτη που βρίσκονται απέναντι στη Ρωσία ή την Κίνα, η εξάρτηση από την Ουάσιγκτον μπορεί έτσι να θεωρείται αποδεκτό κόστος για την πρόσβαση στις δυνατότητες και στο συμμαχικό οικοσύστημα του F-35.

Η αγορά των μαχητικών αποκτά επομένως έναν δεύτερο άξονα. Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόση στρατιωτική ισχύ μπορεί να αγοράσει μια χώρα, αλλά και πόσο επιχειρησιακό και τεχνολογικό έλεγχο είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει για να την αποκτήσει.

Η συζήτηση έχει φτάσει πλέον ακόμη και στον Καναδά. Σύμφωνα με πληροφορίες στα τέλη Μαΐου του 2026, η Οτάβα εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει την προγραμματισμένη αγορά των 88 F-35 σε 30 αεροσκάφη και να προμηθευτεί περίπου 60 Gripen E, τα οποία θα κατασκευάζονται εγχώρια. Η πρόταση παρουσιάζεται ως τρόπος περιορισμού της εξάρτησης από τις αμερικανικές εφοδιαστικές αλυσίδες και την Ουάσιγκτον.

Το γεγονός ότι ένα μέλος της G7 και ιδρυτικό μέλος του ΝΑΤΟ εξετάζει μια τόσο μεγάλη αλλαγή στη σύνθεση του μελλοντικού του στόλου δείχνει πόσο πραγματικό έχει γίνει το συγκεκριμένο δίλημμα.

Το Gripen προσφέρει μεγαλύτερο περιθώριο εθνικού ελέγχου, αλλά δεν προσφέρει όλες τις δυνατότητες του F-35. Το F-35 προσφέρει τεχνολογικό και δικτυακό πλεονέκτημα, αλλά μαζί του έρχεται μια βαθύτερη σχέση εξάρτησης από τις ΗΠΑ.

Και για ολοένα περισσότερες χώρες, το κόστος ενός μαχητικού δεν μετριέται πλέον μόνο στην τιμή αγοράς ή στις επιδόσεις του, αλλά και στο ποιος θα εξακολουθεί να έχει λόγο πάνω στο αεροσκάφος αφού αυτό περάσει στην πολεμική τους αεροπορία.