Γεωπολιτικό σκάκι με φλεγόμενα πιόνια: Πώς το Αμερικανικό χτύπημα στο Ιράν «καίει» τον ενεργειακό σχεδιασμό του Πεκίνου

Η εξόντωση Χαμενεΐ αλλάζει βίαια τον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Γιατί οι Αμερικανοί αναλυτές βλέπουν την Κίνα ως τον μεγάλο ηττημένο της κρίσης, οι φόβοι για το πετρέλαιο στα 108 δολάρια και το ντόμινο που απειλεί τις εφοδιαστικές αλυσίδες μέχρι την Ευρώπη

Γεωπολιτικό σκάκι με φλεγόμενα πιόνια: Πώς το Αμερικανικό χτύπημα στο Ιράν «καίει» τον ενεργειακό σχεδιασμό του Πεκίνου

Καθώς ο απόηχος από τον βομβαρδισμό ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, που οδήγησε στον θάνατο του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, καταλαγιάζει, η σκόνη που σηκώνεται αποκαλύπτει έναν πολύ μεγαλύτερο, σιωπηλό πόλεμο. Ενώ τα αμερικανικά δίκτυα εστιάζουν στις φλόγες της Μέσης Ανατολής, οι αναλυτές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού στρέφουν το βλέμμα τους ανατολικά. Και για εμάς εδώ στην Ευρώπη, που παρακολουθούμε τις γεωπολιτικές τεκτονικές πλάκες να μετατοπίζονται, γίνεται σαφές το εξής: οι βόμβες μπορεί να έπεσαν στην Τεχεράνη, αλλά το ωστικό κύμα χτύπησε κατευθείαν το Πεκίνο.

σχετικά άρθρα

Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ότι η στρατιωτική «περιπετειώδης» πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ έχει μετατραπεί σε μια στοχευμένη εκστρατεία αποδόμησης των στρατηγικών εταίρων της Κίνας. Για την κινεζική ηγεσία, το χτύπημα στο Ιράν δεν είναι απλώς μια κρίση στη Μέση Ανατολή· είναι μια άμεση απειλή για την ενεργειακή και οικονομική της ασφάλεια.

Το Προηγούμενο της Βενεζουέλας και ο Ενεργειακός Στραγγαλισμός

Για να κατανοήσουμε την αντίδραση του Πεκίνου, πρέπει να γυρίσουμε λίγο τον χρόνο πίσω. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας (ΚΚΚ) μετρούσε ήδη τις πληγές του από την υπόθεση της Βενεζουέλας. Όταν οι αμερικανικές δυνάμεις συνέλαβαν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, μεταφέροντάς τον σε φυλακή της Νέας Υόρκης, διέλυσαν εν μία νυκτί μια στρατηγική σχέση στην οποία η Κίνα είχε επενδύσει τουλάχιστον 106 δισεκατομμύρια δολάρια από το 2000 έως το 2023. Ο έλεγχος των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας πέρασε ουσιαστικά στα χέρια της Ουάσιγκτον.

Σήμερα, η κυβέρνηση Τραμπ κόβει άλλον έναν ζωτικό ομφάλιο λώρο, αυτόν μεταξύ Πεκίνου και Τεχεράνης. Πριν από τις δραματικές εξελίξεις αυτού του Σαββατοκύριακου, σχεδόν το 90% των πετρελαϊκών εξαγωγών του Ιράν κατέληγε στην κινεζική αγορά. Αυτό μεταφράζεται περίπου στο 15% των συνολικών εισαγωγών αργού της Κίνας. Το Ιράν δεν ήταν απλώς ένας προμηθευτής· ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της στρατηγικής του Πεκίνου στη Μέση Ανατολή, επισφραγισμένος με την 25ετή συμφωνία συνεργασίας του 2021, η οποία προέβλεπε κινεζικές επενδύσεις ύψους 400 δισεκατομμυρίων δολαρίων στην Ισλαμική Δημοκρατία.

Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών, Γουάνγκ Γι, έσπευσε να καταδικάσει τις επιθέσεις, χαρακτηρίζοντας «απαράδεκτη την ανοιχτή δολοφονία του ηγέτη μιας κυρίαρχης χώρας και την επιβολή αλλαγής καθεστώτος».

Η Αμερικανική Οπτική: Σκάκι ή Αντιπερισπασμός;

Οι Αμερικανοί πολιτικοί αναλυτές, βέβαια, προσεγγίζουν το ζήτημα με τον δικό τους, συχνά εσωστρεφή τρόπο. Πολλοί στην Ουάσιγκτον έσπευσαν να βαφτίσουν την επίθεση στο Ιράν ως «Επιχείρηση Epstein Fury» —ένα λογοπαίγνιο πάνω στην “Operation Epic Fury”— υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για έναν αντιπερισπασμό της κυβέρνησης Τραμπ για να αποσπάσει την προσοχή των ψηφοφόρων από τις μακροχρόνιες σχέσεις του Αμερικανού προέδρου με τον καταδικασμένο Τζέφρι Επστάιν.

Ωστόσο, για εμάς που παρατηρούμε τις παγκόσμιες αγορές, τα κίνητρα της Ουάσιγκτον έχουν μικρότερη σημασία από τα απτά αποτελέσματα. Το πραγματικό ντόμινο μόλις ξεκίνησε.

Οι τιμές του πετρελαίου έχουν ήδη καταγράψει άλμα 13%, ξεπερνώντας τα 83 δολάρια το βαρέλι. Όπως σημειώνει ο αναλυτής του Bloomberg Economics, Ζιάντ Νταούντ, δεδομένου ότι το Ιράν παρέχει το 5% του παγκόσμιου πετρελαίου, μια πλήρης διακοπή θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές κατά 20%. Το εφιαλτικό σενάριο, ωστόσο, είναι το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ. Αν χαθεί αυτό το κρίσιμο σημείο διέλευσης, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για εκτόξευση της τιμής στα 108 δολάρια το βαρέλι.

Ο Κάρλος Κασανόβα, οικονομολόγος στην Union Bancaire Privee, παρατηρεί ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις έρχονται σε μια περίοδο που η αγορά πετρελαίου βρισκόταν σε κατάσταση backwardation, με την προσφορά να ξεπερνά τη ζήτηση. Μια σημαντική διακοπή της προσφοράς, όμως, είναι ικανή να αντιστρέψει βίαια αυτή την τάση.

Ο Κινεζικός Πονοκέφαλος και οι Αλυσιδωτές Αντιδράσεις

Για την ήδη ανισόρροπη κινεζική οικονομία, ένα τέτοιο σοκ θα ήταν καταστροφικό. Μπορεί το Πεκίνο να αναζητούσε τρόπο να ξεφύγει από τον αποπληθωρισμό, αλλά η απότομη εισαγόμενη ακρίβεια λόγω ενέργειας είναι το χειρότερο δυνατό σενάριο. Μια παρατεταμένη σύγκρουση στον Κόλπο θα αναγκάσει την ομάδα του Σι να βρει εναλλακτικές πηγές «στο πόδι», μια εξέλιξη με παγκόσμιες προεκτάσεις, αφού η Κίνα παραμένει το σημαντικότερο εργοστάσιο της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας.

Σύμφωνα με τον Ριτς Κέλι της TD Securities, η Κίνα χάνει άλλη μια πηγή φθηνών βαρελιών. Η Ρωσία αναμένεται να επωφεληθεί, καθώς η ζήτηση από Ινδία και Κίνα θα στραφεί προς το ρωσικό αργό (Urals) με μεγάλη έκπτωση, ανακουφίζοντας κάπως το Κρεμλίνο.

Αυτές οι εξελίξεις τοποθετούνται χρονικά μόλις ένα μήνα πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση Τραμπ-Σι. Ο Κινέζος ηγέτης, έχοντας ήδη προχωρήσει σε εκκαθαρίσεις στο στράτευμα για να εδραιώσει την κυριαρχία του, δεν μπορεί να εμφανιστεί αδύναμος στο εσωτερικό του κόμματός του. Πρέπει να ισορροπήσει σε ένα λεπτό σχοινί: να δείξει πυγμή απέναντι στην αμερικανική επιθετικότητα, χωρίς να προκαλέσει περαιτέρω αναταράξεις που θα βλάψουν την ασιατική και παγκόσμια αγορά.

Το Ασιατικό Ντόμινο και η Άμυνα του Πεκίνου

Η Ασία είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, καθώς αγοράζει τη μερίδα του λέοντος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου της Μέσης Ανατολής. Ο Στέφαν Άνγκρικ της Moody’s Analytics υπενθυμίζει ότι το ένα τρίτο των παγκόσμιων θαλάσσιων εξαγωγών αργού περνά από το Στενό του Ορμούζ, με προορισμό χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.

Η κρίση αυτή περιπλέκει τα πράγματα για τις κεντρικές τράπεζες. Στην Ιαπωνία, οι αναλυτές της Morgan Stanley MUFG βλέπουν την Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) να υιοθετεί μια πολύ πιο επιφυλακτική στάση, απομακρύνοντας το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας. Παράλληλα, το αυξημένο κόστος ενέργειας και τροφίμων απειλεί άμεσα αναδυόμενες οικονομίες με υψηλό εξωτερικό χρέος, από το Μπαγκλαντές μέχρι το Πακιστάν.

Απέναντι σε αυτό το χάος, το Πεκίνο φαίνεται να επιλέγει ως γραμμή άμυνας το νόμισμά του. Ο Σι έχει επιλέξει να στηρίξει το γουάν, το οποίο καταγράφει σημαντική σταθερότητα. Όπως εξηγούν διεθνείς οικονομολόγοι, ένα ασθενές νόμισμα έχει πραγματικό κόστος για τους Κινέζους καταναλωτές. Μετά την παρατήρηση της ιαπωνικής εμμονής με το αδύναμο γιεν, το Πεκίνο αποφάσισε να αποφύγει αυτόν τον φαύλο κύκλο, στοχεύοντας σε ανατίμηση που θα αυξήσει την αγοραστική δύναμη και θα τονώσει την εσωτερική κατανάλωση.

Το γεωπολιτικό ρίσκο είναι πλέον η νέα κανονικότητα. Αν, όπως προειδοποιούν οι αναλυτές της Barclays, οι επενδυτές υποτιμούν το σενάριο αποτυχίας περιορισμού της κρίσης, οι επόμενες εβδομάδες θα δοκιμάσουν τις αντοχές του παγκόσμιου εμπορίου με τρόπο που δεν έχουμε ξαναδεί τα τελευταία χρόνια. Και η Κίνα βρίσκεται, αυτή τη φορά, στο απόλυτο επίκεντρο.