Σε τεντωμένο σχοινί ξανά οι σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν: Οι 4 λόγοι για τον κίνδυνο νέας σύρραξης

Η απότομη αλλαγή ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ, το αγεφύρωτο χάσμα στις διαπραγματεύσεις, η απρόσμενη ανθεκτικότητα της Τεχεράνης και η εξάντληση των διπλωματικών περιθωρίων που φέρνουν όλο και πιο κοντά το ενδεχόμενο νέων, σαρωτικών στρατιωτικών χτυπημάτων

Σε τεντωμένο σχοινί ξανά οι σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν: Οι 4 λόγοι για τον κίνδυνο νέας σύρραξης

Μέχρι πριν από λίγες μέρες, το διεθνές πολιτικό σκηνικό καλλιεργούσε την εντύπωση ότι η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη βρίσκονταν στο κατώφλι μιας κρίσιμης διπλωματικής συμφωνίας. Οι δύο πλευρές αντάλλασσαν προτάσεις και, τον Μάιο, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωνε με χαρακτηριστική αισιοδοξία ότι μια συμφωνία ήταν «πολύ κοντά», αφήνοντας να εννοηθεί ότι το κλίμα στις διαπραγματεύσεις ήταν εξαιρετικά θετικό. Ωστόσο, η εικόνα αυτή ανατράπηκε βίαια τις τελευταίες ημέρες.

σχετικά άρθρα

Η ρητορική της αμερικανικής ηγεσίας σκλήρυνε απότομα, πυροδοτώντας νέες ανησυχίες για ανεξέλεγκτη κλιμάκωση. Σε πρόσφατη ανάρτησή του στο δίκτυο Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποίησε ανοιχτά το Ιράν ότι «πρέπει να κινηθεί γρήγορα, διαφορετικά δεν θα μείνει τίποτα από αυτούς», ενώ σε δηλώσεις του στο Axios ξεκαθάρισε πως, εάν η Τεχεράνη δεν προχωρήσει σε σημαντικές υποχωρήσεις, τότε «θα χτυπηθούν πολύ πιο σκληρά».

Αυτή η δραματική αλλαγή στάσης δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε απλώς ένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Στην πραγματικότητα, βασίζεται σε τέσσερις κρίσιμους παράγοντες που εξηγούν γιατί ένας νέος γύρος εχθροπραξιών ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν φαντάζει πλέον επικίνδυνα πιθανός. Και, το κυριότερο, γιατί αυτή τη φορά η Ουάσιγκτον ενδέχεται να μην κάνει πίσω.

Το Ταξίδι στην Κίνα και η Άρση του Διπλωματικού “Φρένου”

Ο πρώτος και πιο άμεσος λόγος της κλιμάκωσης συνδέεται με το διπλωματικό ημερολόγιο των ΗΠΑ. Εδώ και καιρό, ήταν σαφές στους αναλυτές ότι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο Λευκός Οίκος εμφανιζόταν απρόθυμος να ξεκινήσει εκ νέου στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν η προγραμματισμένη, επίσημη επίσκεψη του Τραμπ στην Κίνα. Επρόκειτο για το πρώτο προεδρικό ταξίδι των ΗΠΑ στο Πεκίνο μετά την προηγούμενη θητεία του, σχεδόν μια δεκαετία πριν.

Αρχικά, το ταξίδι είχε προγραμματιστεί για τα τέλη Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Όταν, όμως, έγινε αντιληπτό ότι το μέτωπο με το Ιράν δεν επρόκειτο να έχει κλείσει μέχρι τότε, η Ουάσιγκτον αναγκάστηκε να μεταθέσει την επίσκεψη για τα μέσα Μαΐου. Μια τέτοια αναβολή προκάλεσε εμφανή αμηχανία, ενώ μια δεύτερη ακύρωση θα άγγιζε τα όρια της διπλωματικής προσβολής. Αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο λειτούργησε ως ισχυρό κίνητρο για την Ουάσιγκτον ώστε να αποφύγει την επανέναρξη ανοιχτών εχθροπραξιών.

Σήμερα, ωστόσο, το κρίσιμο ταξίδι έχει ολοκληρωθεί. Μάλιστα, ο Τραμπ φέρεται να εξασφάλισε τη δέσμευση του Σι Τζινπίνγκ ότι η Κίνα δεν θα προμηθεύσει στρατιωτικό εξοπλισμό στο Ιράν. Με αυτό το σημαντικό διπλωματικό εμπόδιο να έχει φύγει από τη μέση και τα νώτα των ΗΠΑ εν μέρει καλυμμένα από την πλευρά του Πεκίνου, η ρητορική του Αμερικανού προέδρου αυτομάτως οξύνθηκε, αποκαλύπτοντας τις πραγματικές προθέσεις του Λευκού Οίκου.

Το Αγεφύρωτο Χάσμα των Διαπραγματεύσεων

Ο δεύτερος και ίσως ο πιο ουσιαστικός λόγος είναι το γεγονός ότι μια βιώσιμη συμφωνία μοιάζει αυτή τη στιγμή ανέφικτη. Η απόσταση που χωρίζει τα δύο μέρη στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων είναι χαώδης. Σύμφωνα με διεθνείς αναφορές, τον Μάιο το Ιράν κατέθεσε μια αντιπρόταση η οποία έθετε πέντε αυστηρές προϋποθέσεις για τη συνέχιση των συνομιλιών:

  1. Τον τερματισμό του πολέμου «σε όλα τα μέτωπα» (περιλαμβάνοντας δηλαδή και τη σύγκρουση Ισραήλ-Χεζμπολάχ στον Λίβανο).

  2. Την πλήρη άρση όλων των κυρώσεων.

  3. Την άμεση αποδέσμευση όλων των παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων.

  4. Την καταβολή αποζημιώσεων για τις πολεμικές ζημιές.

  5. Την αναγνώριση της ιρανικής κυριαρχίας επί του Στενού του Ορμούζ, η οποία θα νομιμοποιούσε το νέο σύστημα διοδίων που επέβαλε η Τεχεράνη.

Η απάντηση της αμερικανικής πλευράς ήταν άμεση και απόλυτη. Ο Τραμπ χαρακτήρισε την πρόταση «απολύτως απαράδεκτη» και «σκουπίδι». Οι ΗΠΑ ανταπάντησαν με ένα δικό τους σχέδιο πέντε σημείων, απορρίπτοντας κάθε ιρανικό αίτημα:

  1. Η όποια κατάπαυση πυρός θα εξαρτάται αυστηρά από την πορεία των διαπραγματεύσεων – εάν αυτές καταρρεύσουν, ο πόλεμος ξαναρχίζει.

  2. Καμία απολύτως αποζημίωση για ζημιές.

  3. Μόνο το 25% των παγωμένων κεφαλαίων θα αποδεσμευτεί άμεσα, με το υπόλοιπο ποσό να τελεί υπό διαπραγμάτευση.

  4. Το Ιράν οφείλει να μεταφέρει 400 κιλά εμπλουτισμένου ουρανίου στις ΗΠΑ.

  5. Η Τεχεράνη δεσμεύεται να διατηρήσει μόνο μία ενεργή πυρηνική εγκατάσταση.

Η διαφωνία δεν έγκειται μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στη δομή. Το Ιράν επιδιώκει μια σταδιακή διαδικασία (μια αρχική συμφωνία για το Στενό του Ορμούζ και μετέπειτα διευθέτηση των υπολοίπων), ενώ οι ΗΠΑ απαιτούν μια συνολική, ολιστική συμφωνία που να επιλύει ταυτόχρονα το ζήτημα του εμπορίου και του πυρηνικού προγράμματος. Το αδιέξοδο είναι προφανές.

Η Απρόσμενη Οικονομική Ανθεκτικότητα του Ιράν

Ο τρίτος λόγος που περιπλέκει την κατάσταση είναι το γεγονός ότι, επί του παρόντος, το status quo φαίνεται να ευνοεί την Τεχεράνη. Οι Αμερικανοί ιθύνοντες στήριξαν τη στρατηγική τους στην πεποίθηση ότι ο συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης, οικονομικών κυρώσεων και ναυτικού αποκλεισμού θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημιά στην ιρανική οικονομία και τη βιομηχανία πετρελαίου, εξαναγκάζοντας το καθεστώς σε γρήγορη συνθηκολόγηση.

Ωστόσο, η ιρανική οικονομία αποδεικνύεται εκνευριστικά ανθεκτική. Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν πλέον ότι η βιομηχανία πετρελαίου του Ιράν μπορεί να αντέξει τον αμερικανικό αποκλεισμό για μήνες, πολύ περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά προβλέψει η κυβέρνηση Τραμπ.

Αν και τα ακριβή οικονομικά δεδομένα είναι δυσεύρετα λόγω των εκτεταμένων μπλακ-άουτ στο διαδίκτυο, το εθνικό νόμισμα του Ιράν, το ριάλ, λειτουργεί ως βαρόμετρο. Παρά τις αρχικές εκτιμήσεις για πλήρη κατάρρευση λόγω της απώλειας συναλλάγματος, η πραγματικότητα διέψευσε τις προσδοκίες. Ενώ το ριάλ κατέγραψε ιστορικό χαμηλό (1,9 εκατομμύρια έναντι του δολαρίου) προκαλώντας τον πρόσκαιρο ενθουσιασμό του Αμερικανού Υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, έκτοτε έχει σταθεροποιηθεί.

Η ειρωνεία είναι ότι αυτή η ανθεκτικότητα αποτελεί σε μεγάλο βαθμό «δημιούργημα» της ίδιας της Δύσης: Οι δεκαετίες αμερικανικών κυρώσεων έχουν εκπαιδεύσει το ιρανικό σύστημα να λειτουργεί σε συνθήκες απόλυτης αυταρκείας, καθιστώντας την οικονομία του σκληραγωγημένη απέναντι στα εξωτερικά σοκ. Το Ιράν υποφέρει, αλλά δεν καταρρέει.

Το Απόλυτο Αδιέξοδο και η Στρατιωτική Λύση

Αυτή η κατάσταση μας οδηγεί στον τέταρτο και τελικό λόγο ανησυχίας: Αν το ιρανικό καθεστώς αρνείται να προβεί σε παραχωρήσεις επειδή νιώθει ότι αντέχει, τα περιθώρια του Ντόναλντ Τραμπ στενεύουν επικίνδυνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο μόνο επιλογές. Είτε θα αναγκαστεί να κάνει ο ίδιος σημαντικές παραχωρήσεις για να επιτύχει μια συμφωνία –κάτι που θα μεταφραστεί πολιτικά ως οπισθοχώρηση και ήττα– είτε θα κλιμακώσει την πίεση.

Το πρόβλημα για τον Λευκό Οίκο είναι ότι το οπλοστάσιο της οικονομικής καταναγκαστικής διπλωματίας έχει ήδη εξαντληθεί. Όλα τα εργαλεία οικονομικού στραγγαλισμού έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Επομένως, ο μόνος εναπομείνας τρόπος για να ασκηθεί πραγματική και άμεση πίεση στο θεοκρατικό καθεστώς είναι η περαιτέρω χρήση ωμής στρατιωτικής βίας.

Παρά την εκρηκτική άνοδο στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου και τη συνακόλουθη πτώση των ποσοστών αποδοχής του στο εσωτερικό των ΗΠΑ, ο Τραμπ δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης. Η επιμονή του να διατηρεί τη σκληρή γραμμή αποτελεί τον πιο ξεκάθαρο οιωνό. Η γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής έχει στηθεί με τέτοιο τρόπο, που η παραμικρή σπίθα μπορεί πλέον να πυροδοτήσει μια ευρύτερη και απρόβλεπτη σύγκρουση. Και αυτή τη φορά, το διπλωματικό δίχτυ ασφαλείας φαίνεται να απουσιάζει παντελώς.