Τα αυτόνομα όπλα φέρνουν νέο πονοκέφαλο στις συμμαχίες του Ινδο-Ειρηνικού – Το κρίσιμο ερώτημα για το ποιος πατά τη «σκανδάλη»
Η ταχεία ανάπτυξη αυτόνομων στρατιωτικών συστημάτων από τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, την Ιαπωνία και άλλες χώρες αναδεικνύει ένα πρόβλημα που δεν έχει ακόμη λυθεί: ποιος έχει την τελική αρμοδιότητα να εγκρίνει τη χρήση βίας όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται από μηχανές και όχι από ανθρώπους
Ο Ινδο-Ειρηνικός εξελίσσεται ταχύτατα στο σημαντικότερο πεδίο δοκιμής για τις στρατιωτικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και των αυτόνομων οπλικών συστημάτων. Μη επανδρωμένα πλοία επιφανείας, αυτόνομες υποβρύχιες πλατφόρμες, αυτόνομα αεροσκάφη επιτήρησης και προηγμένα συστήματα συλλογής πληροφοριών εισέρχονται ήδη σε υπηρεσία στις ένοπλες δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αυστραλίας, της Ιαπωνίας, της Ινδίας, της Νότιας Κορέας και άλλων κρατών της περιοχής.
Το στοιχείο που διαφοροποιεί τη σημερινή εποχή από προηγούμενες τεχνολογικές εξελίξεις είναι ότι τα συστήματα αυτά δεν προορίζονται να λειτουργούν αποκλειστικά υπό εθνικό έλεγχο. Αντιθέτως, σχεδιάζονται όλο και περισσότερο για κοινές επιχειρήσεις στο πλαίσιο σχημάτων συνεργασίας όπως το AUKUS Pillar 2, οι πρωτοβουλίες θαλάσσιας επιτήρησης του Quad, καθώς και διάφορες πολυεθνικές αποστολές που δημιουργούνται ανάλογα με τις ανάγκες της περιοχής.
Οι σύμμαχοι έχουν ήδη καταφέρει να δημιουργήσουν κοινά δίκτυα επικοινωνιών, συστήματα ανταλλαγής δεδομένων και πλατφόρμες συνεργασίας. Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του GM, υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα που παραμένει άλυτο: δεν υπάρχει κοινό δόγμα για το ποιος έχει την εξουσία να επιτρέψει σε ένα αυτόνομο σύστημα να χρησιμοποιήσει βία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτρέπουν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αυτόνομες εμπλοκές με ανθρώπινη επίβλεψη στο πλαίσιο της Οδηγίας DoD Directive 3000.09. Η Ιαπωνία διατηρεί πολύ αυστηρότερους περιορισμούς λόγω του μεταπολεμικού συνταγματικού πλαισίου της. Η Ινδία συνδέει τη συμμετοχή της σε τέτοια προγράμματα με την απαίτηση για ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο, ενώ η Αυστραλία έχει προσαρμοστεί σε ένα μοντέλο συμβατό με τις δεσμεύσεις διαλειτουργικότητας του AUKUS.

Η ανάλυση τονίζει ότι αυτές οι διαφορές δεν είναι τεχνικής φύσης και δεν μπορούν να λυθούν με νέα πρωτόκολλα ανταλλαγής δεδομένων ή με καλύτερο λογισμικό. Πρόκειται για διαφορετικές εθνικές αντιλήψεις σχετικά με το ποιος μπορεί να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ και υπό ποιες προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, αφορούν άμεσα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας.
Το κενό των σημερινών στρατιωτικών συστημάτων συνεργασίας
Σήμερα οι περισσότερες πολυεθνικές στρατιωτικές συνεργασίες βασίζονται σε πρότυπα όπως το STANAG 4586 του ΝΑΤΟ, το Federated Mission Networking και διάφορα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ συμμάχων. Τα συστήματα αυτά επιτρέπουν σε διαφορετικές χώρες να μοιράζονται πληροφορίες, να ανταλλάσσουν δεδομένα αισθητήρων και να επιχειρούν από κοινού.
Ωστόσο, δεν έχουν σχεδιαστεί για να απαντήσουν σε ένα νέο ερώτημα που προκύπτει με την εμφάνιση των αυτόνομων όπλων: ποια εθνική νομοθεσία ισχύει όταν ένα κοινό αυτόνομο σύστημα είναι έτοιμο να ανοίξει πυρ;
Στο παρελθόν το πρόβλημα δεν υπήρχε, καθώς η τελική απόφαση λαμβανόταν πάντοτε από έναν άνθρωπο χειριστή, ο οποίος ενεργούσε στο πλαίσιο της εθνικής αλυσίδας διοίκησης της χώρας του. Η αρμοδιότητα ήταν ξεκάθαρη και ακολουθούσε τον χειριστή. Με τα αυτόνομα συστήματα, όμως, η απόφαση μπορεί να ληφθεί από τον ίδιο τον αλγόριθμο μέσα σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς να είναι εφικτή η ανθρώπινη παρέμβαση σε πραγματικό χρόνο.
Για τον λόγο αυτό, η ανάλυση υποστηρίζει ότι η έννοια της εξουσιοδότησης πρέπει πλέον να μετατραπεί σε σαφές, μετρήσιμο και υπολογίσιμο στοιχείο της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής των συμμαχιών.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο λόγω της φύσης της περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Ο Ινδο-Ειρηνικός δεν διαθέτει ένα ενιαίο αμυντικό μπλοκ αντίστοιχο του ΝΑΤΟ. Αντιθέτως, αποτελεί ένα πλέγμα επικαλυπτόμενων συνεργασιών όπως το AUKUS, το Quad, το Five Eyes και διάφορες επιχειρησιακές συμμαχίες που δημιουργούνται ανά περίπτωση.
Οι χώρες που συμμετέχουν σε αυτά τα σχήματα διατηρούν διαφορετικές θέσεις για τα φονικά αυτόνομα όπλα. Η ανάλυση σημειώνει ότι η Αυστραλία, η Ινδία, η Νότια Κορέα και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν κατά καιρούς αντιταχθεί σε μια συνολική απαγόρευση των αυτόνομων φονικών συστημάτων, ενώ υποστηρίζουν την ανάγκη ανθρώπινου ελέγχου. Άλλες χώρες υποστηρίζουν πολύ αυστηρότερους περιορισμούς. Παράλληλα, η Κίνα έχει αναπτύξει το δικό της πλέγμα κανονισμών για την τεχνητή νοημοσύνη και τις στρατιωτικές εφαρμογές της.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι διαφορές αυτές είναι τόσο βαθιά συνδεδεμένες με τις εθνικές στρατηγικές και τα πολιτικά συστήματα των κρατών, ώστε δεν είναι ρεαλιστικό να αναμένεται πλήρης εναρμόνιση στο ορατό μέλλον. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η αντιμετώπισή τους ως μόνιμη πραγματικότητα και όχι ως πρόβλημα που θα λυθεί μέσω πολιτικής σύγκλισης.

Η πρόταση για ένα νέο πρωτόκολλο και τα σενάρια εφαρμογής
Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, προτείνεται η δημιουργία ενός Coalition Authority Interoperability Protocol, δηλαδή ενός Πρωτοκόλλου Διαλειτουργικότητας Εξουσιοδότησης Συμμαχιών, το οποίο θα λειτουργεί πάνω από τις υφιστάμενες δομές και δεν θα τις αντικαθιστά.
Το πρώτο στοιχείο του συστήματος είναι η δημιουργία ενός «χάρτη εξουσιοδότησης», μέσω του οποίου κάθε χώρα θα καταγράφει σε ψηφιακή μορφή τα επίπεδα αυτόνομης δράσης που επιτρέπει, τις συνθήκες υπό τις οποίες επιτρέπονται και τη νομική βάση που τα υποστηρίζει. Από αυτά τα στοιχεία θα δημιουργείται ένα κοινό επίπεδο λειτουργίας, το οποίο θα αντιστοιχεί στην πιο συντηρητική προσέγγιση μεταξύ όλων των συμμετεχόντων.
Το δεύτερο στοιχείο είναι ένας μηχανισμός που ονομάζεται dependency cap. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα ψηφιακό αντίστοιχο των εθνικών περιορισμών που εφαρμόζονται εδώ και χρόνια στις επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ. Ο μηχανισμός αυτός διασφαλίζει ότι καμία επιχείρηση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που έχει θέσει ο πιο επιφυλακτικός εταίρος.
Το τρίτο στοιχείο είναι η χρήση προηγμένων κρυπτογραφικών διαδικασιών. Κάθε χώρα θα διατηρεί τα δικά της κρυπτογραφικά κλειδιά και ορισμένες κατηγορίες επιχειρήσεων θα απαιτούν πολλαπλές εθνικές εγκρίσεις προτού επιτραπεί η ενεργοποίηση ενός αυτόνομου συστήματος. Για παράδειγμα, μια αμυντική αναχαίτιση μπορεί να εγκρίνεται από έναν μόνο συμμετέχοντα, ενώ μια επιθετική ενέργεια ενδέχεται να απαιτεί πλειοψηφική ή ακόμη και ομόφωνη έγκριση των εμπλεκομένων χωρών.

Το τέταρτο στοιχείο είναι ένας μηχανισμός λογοδοσίας που θα επιτρέπει την παρακολούθηση όλων των αποφάσεων χωρίς να αποκαλύπτονται απόρρητα δεδομένα μεταξύ των κρατών. Κάθε χώρα θα διατηρεί τα δικά της αρχεία, ενώ θα ανταλλάσσονται μόνο κρυπτογραφικά αποτυπώματα που θα αποδεικνύουν ότι μια συγκεκριμένη απόφαση ελήφθη νόμιμα και δεν αλλοιώθηκε εκ των υστέρων.
Η ανάλυση εξετάζει δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εφαρμογής. Η πρώτη αφορά το AUKUS, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία έχουν ήδη αναπτύξει υψηλό επίπεδο συνεργασίας σε τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, υποβρύχιων συστημάτων, κυβερνοασφάλειας και προηγμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Η δεύτερη αφορά μια υποθετική ναυτική αποστολή με συμμετοχή των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Ινδίας και της Αυστραλίας, μια σύνθεση που προσεγγίζει τον πιθανό επιχειρησιακό ρόλο του Quad. Σε αυτό το σενάριο, οι χώρες θα δημοσιεύουν εκ των προτέρων τα εθνικά προφίλ εξουσιοδότησης, θα δημιουργείται κοινό επίπεδο λειτουργίας και κάθε αυτόνομη ενέργεια θα ελέγχεται βάσει των συμφωνημένων περιορισμών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται επίσης στην εξάρτηση των μη επανδρωμένων συστημάτων από κινεζικά εξαρτήματα. Η ανάλυση σημειώνει ότι σχεδόν όλα τα drones που χρησιμοποιούνται στον πόλεμο της Ουκρανίας περιλαμβάνουν κινεζικής προέλευσης εξαρτήματα, από μπαταρίες και μαγνήτες έως μικροτσίπ και τμήματα αεροπλαισίων. Παρότι το προτεινόμενο πρωτόκολλο δεν λύνει το πρόβλημα, προβλέπει τη δυνατότητα καταγραφής αυτών των εξαρτήσεων ώστε να λαμβάνονται υπόψη στις αποφάσεις των συμμαχιών.
Τέλος, η ανάλυση υπογραμμίζει ότι κάθε τέτοιο σύστημα πρέπει να μπορεί να λειτουργεί και σε συνθήκες αποτυχίας επικοινωνιών, κυβερνοεπιθέσεων ή παρεμβολών. Σε περίπτωση απώλειας σύνδεσης ή αδυναμίας συνεννόησης μεταξύ των συμμάχων, το πρωτόκολλο προβλέπει αυτόματη μετάβαση στο πιο περιοριστικό επίπεδο λειτουργίας και όχι διατήρηση των προηγούμενων εξουσιοδοτήσεων. Με αυτόν τον τρόπο, η απώλεια επικοινωνίας ισοδυναμεί με απώλεια αρμοδιότητας και όχι με ανεξέλεγκτη δράση.
Καταλήγοντας, η ανάλυση εκτιμά ότι οι χώρες του Ινδο-Ειρηνικού κινούνται πολύ ταχύτερα προς κοινές επιχειρήσεις με αυτόνομα συστήματα απ’ ό,τι προς την υιοθέτηση ενός κοινού δόγματος για τη χρήση τους. Επειδή οι διαφορές μεταξύ των κρατών είναι κυρίως πολιτικές, νομικές και στρατηγικές, η πλήρης εναρμόνιση θεωρείται απίθανη. Ως εκ τούτου, η δυνατότητα μετατροπής των διαφορετικών εθνικών περιορισμών σε υπολογίσιμους κανόνες παρουσιάζεται ως βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία των μελλοντικών συμμαχιών και των αυτόνομων στρατιωτικών επιχειρήσεων στον Ινδο-Ειρηνικό.

