Το σχέδιο της Fed, η σύγκρουση των αμερικανικών λόμπι και η επόμενη μέρα των αγορών
Πώς η μετάβαση από την πολεμική βιομηχανία στην τεχνητή νοημοσύνη και η στρατηγική του Κέβιν Γουόρς επαναπροσδιορίζουν τον πληθωρισμό και την αξία του χρήματος
Η κατάρρευση της πρόσφατης συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν μέσα σε ελάχιστα 24ωρα, επιβεβαίωσε τις ανησυχίες για τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Οι συνεχιζόμενοι βομβαρδισμοί του Ισραήλ στον Λίβανο και το επακόλουθο, εκ νέου, κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από την Τεχεράνη, επαναφέρουν τον εφιάλτη της ενεργειακής ασφυξίας. Χωρίς την ομαλή ροή πετρελαίου, η παγκόσμια κρίση επιστρέφει στο προσκήνιο. Η εύκολη ανάγνωση αποδίδει την ευθύνη αποκλειστικά στο Ισραήλ και την κυβέρνηση Νετανιάχου. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της γεωπολιτικής σκακιέρας, εξελίσσεται μια πολύ πιο σύνθετη, δομική αναδιάταξη του παγκόσμιου κεφαλαίου.
Αυτό που πραγματικά παρακολουθούμε είναι μια εσωτερική σύγκρουση στην “καρδιά” της αμερικανικής κερδοφορίας: Η ιστορική μάχη ανάμεσα στο στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα και το αναδυόμενο τεχνολογικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα.
Η Σύγκρουση των Συμφερόντων: Πολεμική Βιομηχανία vs Τεχνητή Νοημοσύνη
Το μοντέλο των “αέναων πολέμων” (forever wars), που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες, σταδιακά απενεργοποιείται για να δημιουργηθεί ζωτικός χώρος για την επέκταση της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Η ανάπτυξη της AI, η κατασκευή τεράστιων data centers και η δημιουργία ενός νέου ψηφιακού δικτύου ελέγχου απαιτούν απόλυτη γεωπολιτική σταθερότητα, χαμηλό ενεργειακό κόστος και όχι συρράξεις.

Αυτή η μετατόπιση εξηγεί γιατί ισχυροί παράγοντες στην Ουάσιγκτον, που παραδοσιακά στήριζαν τυφλά το Ισραήλ, πλέον ασκούν ανοιχτή κριτική. Ακόμα και η νέα αμερικανική διοίκηση διαμηνύει ότι ο πόλεμος με τη Χεζμπολάχ έχει τραβήξει υπερβολικά και το οικονομικό κόστος είναι δυσβάσταχτο. Το αν τελικά το μοντέλο του πολέμου θα ηττηθεί οριστικά, εξαρτάται άμεσα από το πετρέλαιο. Η τιμή του «μαύρου χρυσού» είναι ο απόλυτος ρυθμιστής που διαπερνά την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) και καθορίζει την αξία του χρήματος. Στα επόμενα χρόνια, το πιο πιθανό σενάριο είναι ότι η αγοραστική δύναμη των νομισμάτων θα μειωθεί δραματικά, μέσα από έναν προσεκτικά σχεδιασμένο μηχανισμό.
Η Στρατηγική του Κέβιν Γουόρς στην Κεντρική Τράπεζα
Πρόσφατα, ο νέος επικεφαλής της Fed, Κέβιν Γουόρς, κράτησε αμετάβλητα τα επιτόκια, διαψεύδοντας τις προσδοκίες για άμεση νομισματική χαλάρωση, ενώ απέσυρε τη λεγόμενη “μελλοντική καθοδήγηση” (forward guidance). Αρνήθηκε ουσιαστικά να δεσμευτεί δημόσια για τις επόμενες κινήσεις της Κεντρικής Τράπεζας. Παράλληλα, ανακοίνωσε τη δημιουργία πέντε ειδικών ομάδων εργασίας (task forces) για την αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο η Fed μετρά την οικονομία και τον πληθωρισμό.
Η επιλογή του Ντόναλντ Τραμπ να τοποθετήσει τον Γουόρς προκάλεσε ερωτήματα, δεδομένου ότι ο Αμερικανός πρόεδρος πιέζει ασφυκτικά για μείωση των επιτοκίων. Γιατί, λοιπόν, ο Γουόρς δεν προχώρησε σε άμεση μείωση; Η απάντηση κρύβεται στην ανάγκη δημιουργίας αξιοπιστίας. Εάν μείωνε τα επιτόκια από την πρώτη μέρα, η αγορά ομολόγων θα αντιδρούσε βίαια, θεωρώντας τον υποχείριο της κυβέρνησης. Αντιθέτως, εμφανιζόμενος “γεράκι” (hawkish) σήμερα, χτίζει το προφίλ ενός ανεξάρτητου κεντρικού τραπεζίτη, “αγοράζοντας” το δικαίωμα να μειώσει τα επιτόκια στο μέλλον, επικαλούμενος τα μακροοικονομικά δεδομένα.
Η «Μηχανή» των Δεδομένων: Έλεγχος της Αφήγησης
Ο πυρήνας του νέου σχεδίου της Fed βασίζεται στον απόλυτο έλεγχο της πληροφορίας. Αυτή τη στιγμή, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί παρωχημένα εργαλεία μέτρησης (όπως οι παραδοσιακοί δείκτες CPI και PCE), τα οποία βασίζονται σε καθυστερημένες έρευνες και υφίστανται διαρκείς αναθεωρήσεις. Ο Γουόρς στοχεύει στην εισαγωγή νέων, “σε πραγματικό χρόνο” δεδομένων, πιθανώς ενισχυμένων από τεχνητή νοημοσύνη.
Αυτή η αλλαγή δεν είναι απλώς τεχνοκρατική, αλλά βαθιά πολιτική. Σήμερα υπάρχουν δύο αφηγήσεις: Η πρώτη, βάσει των επίσημων στοιχείων, δείχνει τον πληθωρισμό υψηλά, στο 4,2%, απαγορεύοντας τη μείωση των επιτοκίων. Η δεύτερη, που βασίζεται στην πτώση της τιμής του πετρελαίου ενόψει μιας (πιθανής) ειρηνευτικής συμφωνίας, δείχνει ότι ο πληθωρισμός καταρρέει. Επιλέγοντας τα «νέα δεδομένα», η Fed θα μπορέσει να νομιμοποιήσει την αφήγηση του χαμηλού πληθωρισμού. Αυτό θα της δώσει το “πράσινο φως” για να κάνει αυτό που πραγματικά επιθυμεί: να τυπώσει χρήμα (ποσοτική χαλάρωση), πείθοντας τις αγορές ότι ακολουθεί αυστηρά τα δεδομένα.
Η Επιστροφή της Ποσοτικής Χαλάρωσης μέσω των Τραπεζών
Το πιο κρίσιμο σκέλος του σχεδίου είναι η εκτέλεση της ποσοτικής χαλάρωσης (QE) χωρίς αυτή να φαίνεται ως τέτοια, ώστε να μην προκληθεί πανικός για την υποτίμηση του νομίσματος. Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι εμπορικές τράπεζες. Μετά την κρίση του 2008, επιβλήθηκε ο κανόνας του “συμπληρωματικού δείκτη μόχλευσης” (SLR), που περιόριζε το πόσα ομόλογα μπορούσαν να κρατούν οι τράπεζες. Όταν η Fed εξαίρεσε προσωρινά τα κρατικά ομόλογα από αυτόν τον κανόνα το 2020, οι τράπεζες αγόρασαν τίτλους αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Η στρατηγική τώρα έχει δύο σκέλη: Από τη μία, ο Γουόρς δηλώνει ότι θέλει να μειώσει τον ισολογισμό της Fed, πουλώντας τα ομόλογα που κατέχει, δίνοντας την ψευδαίσθηση μιας «σφιχτής» νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη, σκοπεύει να επαναφέρει την εξαίρεση του SLR για τις τράπεζες. Με αυτόν τον τρόπο, οι τράπεζες, χρησιμοποιώντας ακραία μόχλευση, θα αγοράσουν όλα τα ομόλογα που πουλάει η Fed. Το τελικό αποτέλεσμα στην αγορά είναι ακριβώς το ίδιο με το να τύπωνε χρήμα η Κεντρική Τράπεζα, απλώς η διαδικασία «ξεπλένεται» μέσω του εμπορικού τραπεζικού συστήματος. Οι πολίτες θα βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται, αλλά η επίσημη δικαιολογία θα είναι η «απελευθέρωση του δανεισμού για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις».
Τα Προβλήματα του Σχεδίου: Η Αντίδραση της Αγοράς Ομολόγων
Παρά τον άρτιο θεωρητικό σχεδιασμό, η αγορά ομολόγων δείχνει να μην πείθεται. Η πρόσφατη απόφαση της Fed προκάλεσε άνοδο στα βραχυπρόθεσμα επιτόκια (το 2ετές κρατικό ομόλογο άγγιξε το 4,2%), ενώ οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις παρέμειναν στάσιμες. Αυτή η «επιπέδωση της καμπύλης αποδόσεων» (flattening of the yield curve) στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: Οι επενδυτές πιστεύουν ότι ο πληθωρισμός είναι χειρότερος από ό,τι παρουσιάζεται και απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις για να αναλάβουν ρίσκο.
Για να δουλέψει το σχέδιο των τραπεζών, ο Γουόρς χρειάζεται το ακριβώς αντίθετο: Μια απότομη καμπύλη, με χαμηλά βραχυπρόθεσμα και υψηλότερα μακροπρόθεσμα επιτόκια, αφού από αυτή τη διαφορά αντλούν τα κέρδη τους οι τράπεζες. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Fed σταμάτησε να ανακοινώνει τα μελλοντικά της σχέδια, ανάγκασε τους επενδυτές να ζητήσουν “ασφάλιστρο κινδύνου” (risk premium), πιέζοντας περαιτέρω τις αγορές. Η απουσία των ξένων κεντρικών τραπεζών από την αγορά αμερικανικού χρέους έχει αφήσει ως μόνους αγοραστές τα εξαιρετικά μοχλευμένα hedge funds, τα οποία, σε περίπτωση πτώσης των μετοχών, θα αναγκαστούν να ρευστοποιήσουν ομόλογα, προκαλώντας ντόμινο.
Ιστορικό Προηγούμενο και οι Προοπτικές των Επενδυτών
Ιστορικά, η αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία της Fed συνοδεύεται από αναταράξεις. Στατιστικά, το πρώτο τρίμηνο θητείας ενός νέου προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, ο δείκτης S&P 500 καταγράφει μέση πτώση 12%, με περιπτώσεις (όπως του Άλαν Γκρίνσπαν) όπου η αγορά κατέρρευσε άνω του 30%. Όσο πιο ριζική είναι η αλλαγή πολιτικής, τόσο πιο βίαιη είναι η πτώση.
Για να επιβεβαιωθεί ότι το “μεγάλο σχέδιο” της νομισματικής και γεωπολιτικής μετάβασης λειτουργεί, οι αναλυτές παρακολουθούν πέντε βασικούς δείκτες: Αδύναμο δολάριο, άνοδο των μετοχών, πτώση των αποδόσεων στα 10ετή ομόλογα και άνοδο σε χρυσό και Bitcoin. Προς το παρόν, η αντίδραση της αγοράς έδειξε ακριβώς το αντίθετο, υποδηλώνοντας ότι το σχέδιο συναντά ισχυρές αντιστάσεις. Ωστόσο, ο απόλυτος καταλύτης παραμένει ένας: Εάν επιτευχθεί τελικά η ειρήνη στη Μέση Ανατολή και οι τιμές του πετρελαίου υποχωρήσουν, η Fed θα βρει το ιδανικό άλλοθι για να βάλει ξανά μπροστά τις μηχανές κοπής χρήματος, αλλάζοντας ριζικά το παγκόσμιο οικονομικό τοπίο.
