Το σχέδιο Μακρόν για την Ευρώπη πολλών ταχυτήτων και η «παγίδα» για την Ουκρανία
Η συζήτηση για τη σταδιακή ένταξη της Ουκρανίας και των Δυτικών Βαλκανίων, οι φόβοι του Ζελένσκι, το αγκάθι της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και το όραμα για μια ΕΕ τεσσάρων επιπέδων.
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη δομή της έχει ανοίξει για τα καλά, με την ιδέα μιας «Ευρώπης πολλών ταχυτήτων» να κερδίζει συνεχώς έδαφος στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Πρόσφατα, κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες της Ευρώπης, όπως ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Φρίντριχ Μερτς, έβαλαν στο τραπέζι μια εναλλακτική πρόταση για τις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, με επίκεντρο την Ουκρανία και τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων. Η πρόταση αυτή κάνει λόγο για «καθεστώς συνδεδεμένου μέλους» ή «σταδιακή ενσωμάτωση».
Με απλά λόγια, μια τέτοια λύση θα επέτρεπε στο Κίεβο να αποκτήσει άμεση πρόσβαση σε βασικά εργαλεία και λειτουργίες της ΕΕ, όπως η Ενιαία Αγορά και επιλεγμένα ευρωπαϊκά κονδύλια, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια μελλοντική πλήρη ένταξη. Πρόκειται για μια στρατηγική που στοχεύει να κρατήσει ζωντανό το ευρωπαϊκό όνειρο αυτών των χωρών, αποφεύγοντας παράλληλα τους κραδασμούς που θα προκαλούσε μια άμεση, πλήρης απορρόφηση κρατών που δεν είναι ακόμη απολύτως έτοιμα να ανταποκριθούν στις αυστηρές ευρωπαϊκές απαιτήσεις.
Η αντίδραση Ζελένσκι και ο φόβος του «μόνιμου προθαλάμου»
Παρά τις θετικές προθέσεις των Ευρωπαίων ηγετών, η ιδέα της σταδιακής ενσωμάτωσης δεν έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλους. Ο Ουκρανός πρόεδρος, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, υπήρξε κατηγορηματικός, ξεκαθαρίζοντας δημόσια πως «δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένο ευρωπαϊκό εγχείρημα χωρίς την Ουκρανία» και ότι η θέση της χώρας του στην ΕΕ πρέπει να είναι «πλήρης και ισότιμη».

Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει έναν βαθύ προβληματισμό του Κιέβου: τον φόβο ότι το καθεστώς του συνδεδεμένου μέλους δεν θα είναι ένα μεταβατικό στάδιο, αλλά ένας μόνιμος γεωπολιτικός χώρος στάθμευσης. Υπάρχει η ανησυχία ότι, αν δοθεί μια τέτοια ενδιάμεση λύση, θα χαθεί το πολιτικό μομέντουμ για την τελική πλήρη ένταξη, αφήνοντας την Ουκρανία σε ένα ιδιότυπο θεσμικό «καθαρτήριο» για δεκαετίες. Γι’ αυτό τον λόγο, ο όρος «συνδεδεμένο μέλος» αποφεύγεται πλέον επιμελώς από ορισμένους ηγέτες, οι οποίοι προτιμούν τον πιο δυναμικό όρο «σταδιακή ενσωμάτωση», θέλοντας να καθησυχάσουν τις υποψήφιες χώρες πως ο τελικός προορισμός παραμένει αδιαπραγμάτευτα η πλήρη ένταξη.
Τι ακριβώς σημαίνει η σύνδεση: Τα προνόμια και οι περιορισμοί
Αν αναλύσουμε τι θα σήμαινε πρακτικά ένα καθεστώς συνδεδεμένου μέλους για χώρες όπως η Ουκρανία, η Αλβανία ή η Βόρεια Μακεδονία, προκύπτει ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στα οικονομικά οφέλη και στην πολιτική ισχύ. Αρχικά, οι υπουργοί και οι εκπρόσωποι αυτών των χωρών θα μπορούσαν να συμμετέχουν στα ευρωπαϊκά συμβούλια, παρακολουθώντας και συνδιαμορφώνοντας συζητήσεις για κρίσιμες πολιτικές προτεραιότητες. Ωστόσο, μια ξεκάθαρη κόκκινη γραμμή θα ήταν η απουσία δικαιώματος ψήφου και, κυρίως, η απουσία δικαιώματος βέτο στη λήψη αποφάσεων, προκειμένου να μην παραλύσει η ήδη δυσκίνητη διαδικασία της ΕΕ.
Το μεγάλο κέρδος, ωστόσο, βρίσκεται στην Ενιαία Αγορά. Η πρόσβαση στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίων και προσώπων θα προσέφερε τεράστια οικονομικά οφέλη σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, κρίσιμη θεωρείται η δυνητική συμμετοχή στο Άρθρο 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ, που αφορά την αμοιβαία άμυνα σε περίπτωση επίθεσης – μια δικλείδα ασφαλείας ζωτικής σημασίας για την Ουκρανία. Αντίθετα, η ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν για ανοιχτά σύνορα αναμένεται να παραμείνει προνόμιο μόνο των πλήρων μελών, ενώ οι υποψήφιες χώρες θα υποχρεούνται να εναρμονίζονται διαρκώς και σταδιακά με το ευρωπαϊκό δίκαιο.
Το μεγάλο αγκάθι: Η Κοινή Αγροτική Πολιτική και οι αντιδράσεις
Πέρα από τις θεσμικές δυσκολίες και τα ζητήματα ελέγχου της διαφθοράς, το μεγαλύτερο, ίσως, δομικό εμπόδιο για την πλήρη ένταξη της Ουκρανίας είναι αμιγώς οικονομικό και αφορά την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Η Ουκρανία διαθέτει τεράστιες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, οι οποίες αθροιστικά ισοδυναμούν σχεδόν με τις αντίστοιχες εκτάσεις της Γερμανίας και της Γαλλίας μαζί. Αν η χώρα γινόταν αύριο πλήρες μέλος με τους ισχύοντες κανόνες, θα απορροφούσε ένα δυσθεώρητο ποσοστό των συνολικών ευρωπαϊκών επιδοτήσεων.
Μια τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε δραματική περικοπή των ενισχύσεων για τους Ευρωπαίους αγρότες. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τις άμεσες κοινωνικές αναταραχές και τα χιλιάδες τρακτέρ στους δρόμους του Παρισιού και του Βερολίνου, αν οι εθνικές τους επιδοτήσεις μειώνονταν κατακόρυφα για να διοχετευθούν μαζικά στο Κίεβο. Συνεπώς, η πλήρης ένταξη της Ουκρανίας θεωρείται πρακτικά ανέφικτη χωρίς μια ριζική και βαθιά επώδυνη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, γεγονός που καθιστά το μοντέλο της σταδιακής ενσωμάτωσης τη μόνη ρεαλιστική και βιώσιμη οδό.
Ο χάρτης των υποψηφίων: Ποιοι προηγούνται και ποιοι μένουν πίσω
Κοιτάζοντας τον τρέχοντα χάρτη της ευρωπαϊκής διεύρυνσης, οι εννέα υποψήφιες χώρες βρίσκονται σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα ετοιμότητας. Χώρες όπως η Ουκρανία, η Μολδαβία, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, η Σερβία, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία ανήκουν ξεκάθαρα στην κατηγορία εκείνων που χρειάζονται τη σταδιακή ενσωμάτωση. Τα ενδημικά προβλήματα διαφθοράς και οι απαραίτητες σκληρές μεταρρυθμίσεις δεν επιτρέπουν την άμεση ένταξή τους. Ειδικά σε περιπτώσεις όπως της Σερβίας, οι στενοί πολιτικοί δεσμοί της σημερινής ηγεσίας με τη Ρωσία καθιστούν ακόμη και το καθεστώς σύνδεσης ένα εξαιρετικά αισιόδοξο σενάριο.
Από την άλλη πλευρά, το Μαυροβούνιο ξεχωρίζει θετικά. Έχοντας σημειώσει σημαντική πρόοδο στο κράτος δικαίου, η ηγεσία του δηλώνει ανοιχτά πως δεν θα αρκεστεί σε τίποτα λιγότερο από την πλήρη ένταξη, θεωρώντας το καθεστώς σύνδεσης ένα βήμα πίσω. Στον αντίποδα, η Γεωργία και η Τουρκία παραμένουν περιπτώσεις που βρίσκονται εκτός εξίσωσης στην παρούσα φάση. Παρά τη φιλοευρωπαϊκή στάση του γεωργιανού λαού, οι επιλογές της κυβέρνησης την απομακρύνουν ραγδαία από την Ευρώπη, ενώ η Τουρκία βρίσκεται πλέον τόσο μακριά από κάθε έννοια ευρωπαϊκών δημοκρατικών αξιών, που η συζήτηση για ένταξη έχει ουσιαστικά παγώσει.

Το όραμα για μια Ευρώπη τεσσάρων ταχυτήτων
Αυτή η συζήτηση για τα συνδεδεμένα μέλη ανοίγει τον δρόμο για ένα πολύ ευρύτερο και φιλόδοξο μοντέλο γεωπολιτικής οργάνωσης: μια Ευρωπαϊκή Ένωση τεσσάρων επιπέδων. Το πρώτο, στενότερο επίπεδο θα μπορούσε να αποτελείται από έναν κεντρικό πυρήνα (Inner Union), με χώρες που επιθυμούν βαθύτερη ενοποίηση. Εδώ θα μπορούσαμε να δούμε ιστορικά βήματα, όπως μια πραγματικά κοινή εξωτερική πολιτική, τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού στρατού και, επιτέλους, την οριστική κατάργηση του βέτο. Το δεύτερο επίπεδο θα αφορά τη σημερινή μορφή της πλήρους, παραδοσιακής ένταξης στην ΕΕ.
Στο τρίτο επίπεδο βρίσκουμε τα συνδεδεμένα μέλη. Εδώ, εκτός από τις βαλκανικές χώρες, θα μπορούσαν να ενταχθούν κράτη όπως η Νορβηγία, η Ελβετία και η Ισλανδία –που ήδη απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα αυτού του μοντέλου– αλλά ενδεχομένως και το Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον αποφασίσει ρεαλιστικά να επιστρέψει στους κόλπους της Ενιαίας Αγοράς. Τέλος, ένα τέταρτο, ευρύτερο επίπεδο θα λειτουργούσε ως μια διευρυμένη κοινότητα φίλων της Ευρώπης, ανοιχτή για διακυβερνητική συνεργασία σε τομείς όπως η ασφάλεια και η κλιματική αλλαγή, αγκαλιάζοντας χώρες από τον Καναδά μέχρι κράτη της Βόρειας Αφρικής. Η πρόταση Μακρόν-Μερτς, συνεπώς, ίσως να μην είναι απλώς μια λύση ανάγκης για την Ουκρανία, αλλά ο θεμέλιος λίθος για τη νέα, ρεαλιστική αρχιτεκτονική ολόκληρης της ευρωπαϊκής ηπείρου.
