Το ριψοκίνδυνο παιχνίδι του Τραμπ στα Στενά του Ορμούζ και ο οικονομικός εφιάλτης
Η νέα στρατιωτική κλιμάκωση με το Ιράν, η απειλή για επιβολή διοδίων 20% στα εμπορικά φορτία και το ντόμινο της κατάρρευσης που απειλεί τις αγορές, την τεχνολογία και τους καταναλωτές παγκοσμίως.
Τα πράγματα μόλις ξέφυγαν από κάθε έλεγχο. Σε μια στιγμή που η παγκόσμια κοινότητα ήλπιζε σε μια περίοδο σχετικής σταθερότητας, ο πλανήτης βρίσκεται ξανά στα πρόθυρα μιας γενικευμένης ανάφλεξης. Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να κλιμακώσει εκ νέου την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, επαναφέροντας τον αμερικανικό αποκλεισμό, μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια πίσω σε εξαιρετικά επικίνδυνα επίπεδα για την τιμή του αργού πετρελαίου. Ήδη, ο “μαύρος χρυσός” κατέγραψε άλμα σχεδόν 10% αμέσως μετά την ανακοίνωση της επανέναρξης του αποκλεισμού. Ένα 10% σε μία μόνο ανακοίνωση.
Ολόκληρος ο κόσμος κινείται με την ενέργεια, και κάθε χώρα στον πλανήτη νιώθει ήδη το ισχυρό σοκ από το προηγούμενο κλείσιμο της περιοχής. Τώρα, με τις ΗΠΑ να επιβάλλουν ξανά το εμπάργκο, γεννάται το κρίσιμο ερώτημα: πώς ακριβώς αναμένεται να ρεύσει το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο στην παγκόσμια οικονομία; Ακόμα και πριν κλείσουν τα Στενά αυτή τη φορά, τα πλοία που διέσχιζαν το Ορμούζ δεν ξεπερνούσαν ποτέ το 20% έως 30% των προπολεμικών όγκων στην κορύφωσή τους. Αυτό το νέο κλείσιμο δεν είναι απλώς μια επανάληψη, αλλά ένας καταλύτης που θα κάνει την κατάσταση σημαντικά χειρότερη.
Η στρατιωτική ψευδαίσθηση και η πραγματικότητα στο Ιράν
Ο Αμερικανός πρόεδρος υπόσχεται ήδη ακόμη περισσότερα χτυπήματα και μια βάναυση στρατιωτική κλιμάκωση το αμέσως επόμενο διάστημα, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο οι ΗΠΑ να σφυροκοπήσουν ξανά το Ιράν. Ωστόσο, αυτή η στρατηγική απέχει παρασάγγας από το να επιτύχει τη στρατιωτική κυριαρχία που διατείνεται η Ουάσιγκτον. Άλλωστε, το αφήγημα των προηγούμενων μηνών υποστήριζε ότι το ναυτικό του Ιράν είχε ήδη καταστραφεί ολοσχερώς. Ο ίδιος ο Τραμπ καυχιόταν επανειλημμένα ότι οι ικανότητες της Τεχεράνης είχαν εκμηδενιστεί. Αν αυτό ήταν αλήθεια, δεν θα υπήρχε πλέον κανένας στόχος για να χτυπήσουν. Και όμως, βρισκόμαστε πάλι στο ίδιο σημείο.

Αυτή η νέα κλιμάκωση δεν πρόκειται να πλήξει καίρια το Ιράν, αλλά είναι απολύτως βέβαιο ότι θα συντρίψει την αμερικανική οικονομία. Ανακοινώνοντας νέες επιθέσεις, η αμερικανική ηγεσία στέλνει ένα καταστροφικό μήνυμα σε ολόκληρο τον κόσμο: η οικονομία των ΗΠΑ οδεύει προς υψηλότερο πληθωρισμό, τεράστια ελλείμματα και καμία απολύτως διέξοδο από αυτόν τον πόλεμο. Ο Τραμπ, μάλιστα, ειδοποίησε επίσημα το Κογκρέσο ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται ξανά σε πόλεμο με το Ιράν, προκειμένου να μηδενίσει το ρολόι των 60 ημερών για στρατιωτική δράση βάσει του Νόμου περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Act). Αυτό μεταφράζεται πρακτικά σε επιπλέον 60 ημέρες εγγυημένης οικονομικής καταστροφής.
Το διπλό χτύπημα στα επιτόκια και τον πληθωρισμό
Τι συμβαίνει όμως όταν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό εκτοξεύονται σε μια αγορά που βρίσκεται ήδη σε τεντωμένο σχοινί; Οδεύουμε προς ένα βάναυσο διπλό χτύπημα που θα πλήξει ταυτόχρονα τις αγορές: ο υψηλότερος πληθωρισμός και τα υψηλότερα επιτόκια συγκρούονται μετωπικά με ένα ήδη υπερδανεισμένο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να αποκλειστεί μια ολική κατάρρευση των αγορών τις εβδομάδες ή τους μήνες που ακολουθούν.
Οι επενδυτές τιμολογούν πλέον μια νέα αύξηση των επιτοκίων. Η πιθανότητα αυτού του σεναρίου σκαρφάλωσε από το 10% στο 50% μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη εξέλιξη, διότι τα αμερικανικά επιτόκια εξακολουθούν να ελέγχουν ουσιαστικά τη νομισματική πολιτική του υπόλοιπου κόσμου. Εάν τα επιτόκια στις ΗΠΑ αυξηθούν, οι άλλες χώρες θα αναγκαστούν να ακολουθήσουν την ίδια επιθετική νομισματική πολιτική, διαφορετικά θα βρεθούν αντιμέτωπες με άμεσες και σοβαρές νομισματικές κρίσεις. Για τις ίδιες τις ΗΠΑ, η άνοδος των επιτοκίων αποτελεί άμεση καταστροφή. Το πρόβλημα του χρέους μετατρέπεται από μια απλή δημοσιονομική πρόκληση σε υπαρξιακή κρίση. Ο λόγος του αμερικανικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει πλέον επιστρέψει στα επίπεδα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ μόνο οι πληρωμές τόκων ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ ετησίως. Μια κατάσταση που δεν είναι σε καμία περίπτωση βιώσιμη.

Η αγορά ομολόγων σε ελεύθερη πτώση
Με τις αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων να πετούν σε νέα ύψη, δεν υπάρχει πλέον κανένα περιθώριο ελιγμών. Εάν η Fed προχωρήσει πράγματι σε αύξηση των επιτοκίων, τα βραχυπρόθεσμα ομόλογα θα καταστραφούν ακαριαία, καθώς η έκδοση εντόκων γραμματίων καθίσταται δραματικά πιο ακριβή εν μία νυκτί. Όμως, λόγω του υποκείμενου προβλήματος χρέους, όλα τα μακροπρόθεσμα ομόλογα συνθλίβονται ταυτόχρονα. Από την ημέρα που ξεκίνησε η νέα κλιμάκωση, η απόδοση του 2ετούς ομολόγου σκαρφαλώνει επίμονα, ξεπερνώντας κατά πολύ το ίδιο το επιτόκιο της Fed. Αυτό είναι ένα ξεκάθαρο μήνυμα: οι επενδυτές δεν ξεγελιούνται από τα αισιόδοξα κυβερνητικά μηνύματα. Γνωρίζουν ότι ο πόλεμος, σε συνδυασμό με την πετρελαϊκή κρίση, είναι βαθιά και δομικά πληθωριστικός.
Ωστόσο, η πραγματική ζημιά εντοπίζεται στα μακροπρόθεσμα ομόλογα, τα οποία καθορίζουν το κόστος δανεισμού για την πραγματική οικονομία, τα στεγαστικά δάνεια και τις επιχειρήσεις. Η απόδοση του 30ετούς ομολόγου έχει πλέον εκτιναχθεί στο 5,1%. Αυτή είναι μια τεράστια και εξαιρετικά σημαντική κίνηση. Ο εταιρικός δανεισμός γίνεται αμέσως ακριβότερος, το κόστος χρηματοδότησης υποδομών αυξάνεται ραγδαία και οι εταιρείες αναγκάζονται να περικόψουν τις προγραμματισμένες επενδύσεις τους σε κάθε τομέα για να διατηρήσουν ρευστότητα.
Η φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης στο χείλος του γκρεμού
Το πρώτο και πιο προφανές θύμα αυτής της νομισματικής ασφυξίας είναι οι τεχνολογικοί κολοσσοί (hyperscalers) και η προγραμματισμένη ανάπτυξη των κέντρων δεδομένων τους. Τα πράγματα φαίνονταν ήδη εξαιρετικά επισφαλή για τις λεγόμενες “Υπέροχες 7” (Magnificent 7), οι οποίες προσπαθούν να δανειστούν τεράστια ποσά για να δημιουργήσουν την υποδομή της τεχνητής νοημοσύνης (AI). Καθώς όμως οι αποδόσεις των ομολόγων ξεπερνούν το 5%, η χρηματοδότηση αυτή καθίσταται σχεδόν αδύνατο να δικαιολογηθεί. Τα μαθηματικά απλά σταματούν να βγαίνουν.
Η Morgan Stanley δημοσίευσε πρόσφατα την πρόβλεψή της για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες (capex) στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, δείχνοντας ότι μέχρι το 2028, μόνο οι πέντε μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας σχεδιάζουν να ξοδέψουν 1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια. Τι θα συμβεί αν αυτές οι δαπάνες δεν υλοποιηθούν επειδή ο δανεισμός γίνεται απαγορευτικά ακριβός; Η αλυσιδωτή αντίδραση θα είναι μια οικονομική καταστροφή. Οι εταιρείες θα σταματήσουν να αγοράζουν πρόσθετα τσιπ από τους κατασκευαστές ημιαγωγών. Είναι ενδεικτικό ότι η μετοχή της SK Hynix, της κορεατικής εταιρείας κατασκευής τσιπ, κατέρρευσε σχεδόν κατά 15%, ενώ η αντίστοιχη μετοχή στις ΗΠΑ έπεσε 10% σε μία μόνο συνεδρίαση. Αν η ζήτηση για κέντρα δεδομένων καταρρεύσει, η ζήτηση για τσιπ μνήμης θα ακολουθήσει την ίδια ακριβώς καθοδική πορεία.
Η παγίδα των χρηματιστηρίων και ο πανικός των hedge funds
Σε αυτό το περιβάλλον αναδύεται ένα τεράστιο δομικό πρόβλημα. Πολλά κεφάλαια δεν ρέουν πλέον προς τα αμερικανικά ομόλογα, αλλά “κρύβονται” αντ’ αυτού στις αμερικανικές μετοχές. Εάν οι εταιρείες τεχνολογίας σταματήσουν τα προγράμματά τους λόγω κόστους, ολόκληρο το επενδυτικό αφήγημα του AI θα αντιστραφεί. Τους τελευταίους 12 μήνες, πάνω από 900 δισεκατομμύρια δολάρια έχουν εισρεύσει σε αμερικανικές μετοχές, κυνηγώντας την τεχνολογία και τους ημιαγωγούς. Εάν αυτή η ροή αναστραφεί, θα δούμε μια τεράστια διαρροή επενδυτικών κεφαλαίων σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.
Κανονικά, όταν το επενδυτικό ρίσκο αυξάνεται τόσο απότομα, τα χρήματα ρέουν στα ομόλογα ως παραδοσιακό ασφαλές καταφύγιο. Όμως αυτό το καταφύγιο δεν λειτουργεί πια. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει εκτιναχθεί στο 4,62%, μόλις επτά μονάδες βάσης μακριά από το κρίσιμο όριο όπου, στο παρελθόν, προκλήθηκε απόλυτος πανικός στην Ουάσιγκτον για να αποτραπεί η κατάρρευση. Παράλληλα, τα hedge funds έχουν αγοράσει τον μεγαλύτερο όγκο μετοχών ημιαγωγών των τελευταίων τριών ετών. Το σχέδιό τους είναι ξεκάθαρο: αφήνουν τους ιδιώτες επενδυτές να κρατούν το “μπαλάκι” ενώ οι ίδιοι τοποθετούνται κοντά στην έξοδο. Τη στιγμή που κάτι θα πάει στραβά, θα τραβήξουν τα χρήματά τους ακαριαία, προκαλώντας ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας.

Το πρωτοφανές χαράτσι του 20% και το παγκόσμιο σοκ
Ποια θα μπορούσε να είναι η σπίθα που θα βάλει φωτιά σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα; Ο Ντόναλντ Τραμπ μόλις έδωσε ένα άκρως ανησυχητικό στίγμα, αναρτώντας στο Truth Social την απαίτησή του να αποζημιωθούν οικονομικά οι Ηνωμένες Πολιτείες από ολόκληρο τον κόσμο για τον “έλεγχο” των Στενών του Ορμούζ. Και το νούμερο που προτείνει είναι πραγματικά συγκλονιστικό: απαιτεί 20% σε όλα τα εμπορικά πλοία που διέρχονται από την πλωτή οδό.
Αν ένα φορτίο αξίζει 100 εκατομμύρια δολάρια, τα 20 εκατομμύρια πρέπει να πάνε απευθείας στην αμερικανική κυβέρνηση. Ας βάλουμε αυτό το νούμερο στο σωστό του πλαίσιο. Το αμφιλεγόμενο διόδιο του Ιράν ήταν μόλις 2 εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο. Για ένα πλήρως φορτωμένο τεράστιο δεξαμενόπλοιο (VLCC), ένα τέλος 20% προσθέτει πάνω από 30 εκατομμύρια δολάρια στο κόστος ενός μόνο ταξιδιού. Στο πετρέλαιο ειδικότερα, αυτό μεταφράζεται σε επιπλέον 12 έως 16 δολάρια ανά βαρέλι. Αυτό το μέτρο, αν έστω και απειληθεί σοβαρά, θα πυροδοτήσει ένα άμεσο και σφοδρό παγκόσμιο πληθωριστικό σοκ. Όχι σταδιακά, αλλά ακαριαία. Κάθε χώρα που εξαρτάται από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής —δηλαδή σχεδόν ολόκληρος ο πλανήτης— θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια εν μία νυκτί αύξηση του ενεργειακού κόστους. Αυτή ακριβώς η ιδέα ήταν αρκετή για να εκτινάξει τις τιμές του αργού σχεδόν 10% μέσα σε λίγες ώρες.
Ο τελικός αποδέκτης της κρίσης: Οι καταναλωτές
Ο Τραμπ ποντάρει στο ποιος θα “σπάσει” πρώτος σε αυτή την αντιπαράθεση: το Ιράν ή οι ΗΠΑ; Όμως τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι δεν θα είναι η Τεχεράνη αυτή που θα λυγίσει. Θα είναι οι καταναλωτές και η ευρύτερη οικονομία που θα καταρρεύσουν υπό το βάρος αυτής της πίεσης.
Σύμφωνα με πρόσφατες μετρήσεις, το 57% των Αμερικανών πιστεύει ήδη ότι η οικονομία πηγαίνει προς το χειρότερο. Οι τιμές των καυσίμων και το κόστος των τροφίμων αποτελούν τις μεγαλύτερες οικονομικές ανησυχίες για τα νοικοκυριά, κατακτώντας την κορυφή σε κάθε έρευνα. Αν πράγματι επιβληθεί αυτός ο φόρος φορτίου 20% ή αν πραγματοποιηθεί νέο χτύπημα στο Ιράν, αυτές οι δύο κατηγορίες θα εκραγούν, συνθλίβοντας τον τελικό καταναλωτή. Σε μια παγκόσμια οικονομία ήδη τεντωμένη στα απόλυτα οικονομικά της όρια, η επόμενη μέρα προμηνύεται εξαιρετικά δυσοίωνη.

