Οι 100 εταιρείες που συνδέονται με το 70% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων – Ποιοι είναι υπεύθυνοι για τη μόλυνση του πλανήτη

Η βάση δεδομένων Carbon Majors δείχνει ότι ένας περιορισμένος αριθμός ενεργειακών κολοσσών και κρατικών παραγωγών άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει δυσανάλογα μεγάλη ευθύνη για την κλιματική κρίση

Οι 100 εταιρείες που συνδέονται με το 70% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων – Ποιοι είναι υπεύθυνοι για τη μόλυνση του πλανήτη

Τα στοιχεία για την κλιματική αλλαγή είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Σύμφωνα με εκτιμήσεις των Ηνωμένων Εθνών, ο κόσμος διαθέτει περίπου μία δεκαετία για να προχωρήσει σε δραστική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, εάν θέλει να αποφύγει τις σοβαρότερες επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη.

σχετικά άρθρα

Η άνοδος της θερμοκρασίας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι μακροχρόνιες περιβαλλοντικές ανατροπές έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται αισθητές. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον εάν απαιτούνται αλλαγές, αλλά ποιοι έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την πραγματοποίησή τους.

Η απάντηση, σύμφωνα με μεγάλη ανάλυση της βάσης δεδομένων Carbon Majors, είναι πολύ πιο συγκεντρωμένη απ’ όσο αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι. Μόλις 100 εταιρείες συνδέονται με περίπου το 70% των παγκόσμιων βιομηχανικών εκπομπών από τα τέλη του 20ού αιώνα.

Πρόκειται κυρίως για μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις και κρατικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή και εξόρυξη ορυκτών καυσίμων. Ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο εξακολουθούν να βρίσκονται στον πυρήνα του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος, με αποτέλεσμα οι μεγαλύτεροι παραγωγοί τους να έχουν αποκτήσει καθοριστική επιρροή στην εξέλιξη της κλιματικής κρίσης.

Από το 1988, οι συγκεκριμένοι παραγωγοί έχουν συμβάλει συλλογικά σε σημαντικό τμήμα των εκπομπών που προκαλούν την υπερθέρμανση του πλανήτη. Ορισμένοι είναι ιδιωτικοί ενεργειακοί κολοσσοί με δραστηριότητα σε πολλές χώρες, ενώ άλλοι είναι κρατικές επιχειρήσεις που λειτουργούν σε εθνική κλίμακα και αποτελούν βασικά εργαλεία των ενεργειακών πολιτικών των κυβερνήσεών τους.

Μαζί, συγκροτούν τη ραχοκοκαλιά της σύγχρονης παγκόσμιας ενεργειακής οικονομίας. Η παραγωγή τους τροφοδοτεί τις μεταφορές, τη βιομηχανία, την ηλεκτροπαραγωγή και την οικονομική ανάπτυξη, αλλά ταυτόχρονα επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα και άλλων αερίων του θερμοκηπίου.

Ο ρόλος της Κίνας και η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα

Μεταξύ των μεγαλύτερων πηγών εκπομπών ξεχωρίζει η παραγωγή άνθρακα στην Κίνα, η οποία από μόνη της υπολογίζεται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 14% των παγκόσμιων εκπομπών.

Ο άνθρακας εξακολουθεί να αποτελεί βασική πηγή ενέργειας σε πολλές αναπτυσσόμενες αλλά και βιομηχανικές οικονομίες, παρά τις διεθνείς προσπάθειες για μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας. Η ευρεία χρήση του οφείλεται στο χαμηλό κόστος, στη διαθεσιμότητά του και στην εξάρτηση μεγάλων βιομηχανικών συστημάτων από υπάρχουσες υποδομές που έχουν σχεδιαστεί γύρω από αυτόν.

Το γεγονός αυτό καθιστά τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό ενεργειακό μοντέλο ιδιαίτερα δύσκολη. Δεν αρκεί η εγκατάσταση περισσότερων φωτοβολταϊκών ή ανεμογεννητριών, εάν παράλληλα συνεχίζεται η παραγωγή και κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Ορισμένες από τις εταιρείες που περιλαμβάνονται στη λίστα των μεγαλύτερων ρυπαντών έχουν ήδη αρχίσει να επενδύουν σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η αιολική, η ηλιακή ενέργεια και άλλες τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών αποτελούν πλέον τμήμα των επιχειρηματικών τους σχεδίων.

Ωστόσο, οι ερευνητές προειδοποιούν ότι αυτές οι επενδύσεις, αν και σημαντικές, δεν επαρκούν ακόμη για να αντισταθμίσουν την τεράστια κλίμακα της συνεχιζόμενης παραγωγής ορυκτών καυσίμων.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη επιμέρους πράσινων πρωτοβουλιών, αλλά η συνολική εξάρτηση των επιχειρηματικών μοντέλων από τα ορυκτά καύσιμα. Πολλές από τις εταιρείες αυτές θα έπρεπε να προχωρήσουν σε ριζικό μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν, επενδύουν και αποκομίζουν κέρδη, προκειμένου να υπάρξει πραγματική μείωση των εκπομπών.

Οι σταδιακές αλλαγές και οι περιορισμένες επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες δεν θεωρούνται αρκετές από τους επιστήμονες του κλίματος. Η κλίμακα του προβλήματος απαιτεί αντίστοιχου μεγέθους αλλαγές στην παραγωγή, στην κατανάλωση και στη δομή της παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Η ευθύνη των εταιρειών και τα όρια των ατομικών επιλογών

Τα ευρήματα της Carbon Majors αναδεικνύουν μια δύσκολη πραγματικότητα. Οι πολίτες καλούνται συχνά να μειώσουν το προσωπικό τους ανθρακικό αποτύπωμα, αλλά η μεγαλύτερη ποσότητα εκπομπών συνδέεται με βιομηχανικά συστήματα τεράστιας κλίμακας, τα οποία βρίσκονται πολύ πέρα από τον άμεσο έλεγχο των μεμονωμένων καταναλωτών.

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής, όπως η μικρότερη χρήση αυτοκινήτου, η εξοικονόμηση ενέργειας ή η επιλογή προϊόντων με χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, μπορούν να έχουν θετική επίδραση. Δεν μπορούν, όμως, από μόνες τους να αντισταθμίσουν τις εκπομπές που παράγονται από τις μεγαλύτερες εταιρείες εξόρυξης και παραγωγής ορυκτών καυσίμων.

Η συζήτηση, επομένως, μεταφέρεται στο επίπεδο των κυβερνήσεων, των εταιρικών διοικήσεων και των μεγάλων επενδυτικών αποφάσεων.

Το κρίσιμο δίλημμα είναι εάν οι επιχειρήσεις αυτές θα συνεχίσουν να λειτουργούν με το σημερινό μοντέλο, ώστε να καλύπτουν τη διεθνή ενεργειακή ζήτηση και να ικανοποιούν τις προσδοκίες μετόχων και κρατών, ή εάν θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο σε μια ταχεία μετάβαση προς καθαρότερες μορφές ενέργειας.

Μια τέτοια αλλαγή θα απαιτούσε αναδιάρθρωση βασικών δραστηριοτήτων, περιορισμό της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων και μεταφορά τεράστιων κεφαλαίων σε νέες τεχνολογίες. Θα επηρέαζε επίσης θέσεις εργασίας, κρατικά έσοδα, ενεργειακές τιμές και ολόκληρες εθνικές οικονομίες που εξαρτώνται από την παραγωγή πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα.

Η κλιματική αλλαγή δεν οφείλεται σε μία μόνο αιτία. Είναι αποτέλεσμα ενός παγκόσμιου συστήματος παραγωγής και κατανάλωσης που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες και στηρίζεται σε φθηνή και διαθέσιμη ενέργεια από ορυκτά καύσιμα.

Μέσα σε αυτό το σύστημα, όμως, ένας σχετικά μικρός αριθμός εταιρειών διαθέτει δυσανάλογα μεγάλη επιρροή στον συνολικό όγκο των εκπομπών που εισέρχονται στην ατμόσφαιρα.

Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τα επόμενα χρόνια από τις διοικήσεις αυτών των εταιρειών και από τις κυβερνήσεις που τις ελέγχουν ή τις εποπτεύουν θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της κλιματικής κρίσης.

Η μετάβαση μακριά από τα ορυκτά καύσιμα δεν αποτελεί μόνο τεχνολογική πρόκληση. Είναι παράλληλα οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό ζήτημα, το οποίο απαιτεί αλλαγές σε ολόκληρο το ενεργειακό σύστημα.

Σε μεγάλο βαθμό, το μέλλον του πλανήτη ενδέχεται να εξαρτηθεί από τις επιλογές αυτών των 100 εταιρειών: εάν θα συνεχίσουν στην ίδια πορεία ή εάν θα χρησιμοποιήσουν την οικονομική και τεχνολογική τους ισχύ για να αποτελέσουν μέρος της λύσης.