Η καταστροφή του Τσερνόμπιλ, στις 26 Απριλίου 1986, δεν ήταν μόνο ένα πυρηνικό ατύχημα. Ήταν το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας αποφάσεων, μυστικοπάθειας και συγκάλυψης από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία γνώριζε ότι οι αντιδραστήρες τύπου RBMK είχαν σοβαρά προβλήματα, αλλά προτίμησε να προστατεύσει την εικόνα της αντί να προειδοποιήσει ακόμη και τους ίδιους τους ανθρώπους της.
σχετικά άρθρα
Το βράδυ της 25ης προς 26η Απριλίου 1986, στη μονάδα 4 του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ είχε προγραμματιστεί δοκιμή ασφαλείας. Η διαδικασία είχε αναβληθεί πολλές φορές και τελικά πέρασε στη βραδινή βάρδια, την οποία αποτελούσαν μεταξύ άλλων ο νεαρός χειριστής Λεονίντ Τοπτούνοφ και ο αναπληρωτής αρχιμηχανικός Ανατόλι Ντιατλόφ.
Η δοκιμή προέβλεπε μείωση της ισχύος του αντιδραστήρα στα 700 MW. Όμως, στη διάρκεια της διαδικασίας, η ισχύς έπεσε απότομα στα 30 MW. Παρά την αστάθεια, η βάρδια προσπάθησε να επαναφέρει τον αντιδραστήρα, ο οποίος τελικά σταθεροποιήθηκε στα 200 MW. Ο Ντιατλόφ αποφάσισε να συνεχιστεί η δοκιμή, παρότι η ισχύς ήταν πολύ χαμηλότερη από την προβλεπόμενη.
Όταν η δοκιμή ολοκληρώθηκε, ο Τοπτούνοφ πάτησε το κουμπί για την πλήρη απενεργοποίηση του αντιδραστήρα, ώστε να ακολουθήσει η προγραμματισμένη συντήρηση. Ήταν η κίνηση που, όπως αποδείχθηκε, οδήγησε στην έκρηξη. Οι ράβδοι ελέγχου του RBMK, αντί να επιβραδύνουν αμέσως την αντίδραση, λόγω της κατασκευής τους με άκρες από γραφίτη, προκάλεσαν για λίγα δευτερόλεπτα το αντίθετο αποτέλεσμα: αύξησαν απότομα την ισχύ. Ο αντιδραστήρας εξερράγη.

Το ελάττωμα των RBMK και το μυστικό που είχε κρυφτεί από το 1975
Το transcript παρουσιάζει ως βασικό σημείο ότι η καταστροφή δεν οφειλόταν αποκλειστικά σε ανθρώπινο λάθος. Αντίθετα, τονίζεται πως το πρόβλημα βρισκόταν στον ίδιο τον σχεδιασμό των αντιδραστήρων RBMK, που ήταν το μεγάλο καμάρι της Σοβιετικής Ένωσης.
Οι αντιδραστήρες αυτοί ήταν φθηνότεροι, πιο γρήγοροι στην κατασκευή και μπορούσαν να συναρμολογηθούν τμηματικά. Για τη Σοβιετική Ένωση, που ήθελε να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και να εμφανιστεί ως πρωτοπόρος στην πυρηνική ενέργεια, αποτελούσαν στρατηγικό εργαλείο.
Όμως, σύμφωνα με το transcript, ήδη από το 1975 είχε εμφανιστεί σοβαρή δυσλειτουργία σε αντιδραστήρα RBMK στο Λένινγκραντ, με διαρροή ραδιενέργειας στην ατμόσφαιρα. Αντί να αξιοποιηθεί το περιστατικό για να διορθωθούν οι αδυναμίες του σχεδιασμού, οι πληροφορίες αποκρύφθηκαν. Ακόμη και ο Νικολάι Στάινμπεργκ, υπεύθυνος κατασκευής του εργοστασίου στο Τσερνόμπιλ, δεν αφέθηκε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η βλάβη που εμφανίστηκε στο Τσερνόμπιλ το 1986 είχε ήδη παρουσιαστεί 11 χρόνια νωρίτερα. Όμως η Σοβιετική Ένωση δεν ήθελε να δυσφημιστεί το πρόγραμμα των RBMK.
Μετά την έκρηξη, οι πρώτοι πυροσβέστες έφτασαν στο σημείο χωρίς να γνωρίζουν τι αντιμετώπιζαν. Ανέβηκαν στην οροφή για να σβήσουν τις φωτιές, εκτεθειμένοι σε τεράστια επίπεδα ακτινοβολίας. Λίγο αργότερα άρχισαν να εμφανίζουν συμπτώματα, όπως εξάντληση, εμετούς και εγκαύματα στο δέρμα.
Την ίδια ώρα, η πόλη Πρίπιατ, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά, συνέχιζε να ζει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Οι κάτοικοι είχαν ενημερωθεί ότι επρόκειτο για ένα απλό ατύχημα που αντιμετωπιζόταν. Παιδιά έπαιζαν, μητέρες κυκλοφορούσαν με τα βρέφη τους και η καθημερινότητα συνεχιζόταν, ενώ ο αέρας είχε ήδη μολυνθεί.

Η συγκάλυψη, η δίκη και η αλήθεια που αποκαλύφθηκε χρόνια μετά
Η Σοβιετική Ένωση άργησε να παραδεχθεί την έκταση της καταστροφής. Η ραδιενέργεια έφτασε μέχρι τη Σουηδία, όπου εργαζόμενοι σε πυρηνικό εργοστάσιο ανίχνευσαν υψηλά επίπεδα ραδιενεργών σωματιδίων στη βροχή. Τότε πλέον το μυστικό δεν μπορούσε να μείνει κρυφό.
Στις αρχές Ιουλίου του 1986, η κυβερνητική έκθεση που είχε συντάξει ο πυρηνικός ειδικός Βαλέρι Λεγκάσοφ ανέφερε σχεδιαστικά προβλήματα στους αντιδραστήρες RBMK. Όμως η διατύπωση ότι οι αντιδραστήρες αυτοί ήταν «δυνητικά επικίνδυνοι» προκάλεσε αντιδράσεις. Η Σοβιετική Ένωση δεν ήθελε να δεχθεί ότι το ίδιο της το πυρηνικό πρόγραμμα είχε ελαττώματα.
Στη Βιέννη, ενώπιον του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, η επίσημη σοβιετική γραμμή ήταν ότι το ατύχημα προκλήθηκε από ανθρώπινο λάθος. Η ευθύνη φορτώθηκε στους χειριστές της βραδινής βάρδιας, ενώ τα προβλήματα του σχεδιασμού αποκρύφθηκαν.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1987, οι άνθρωποι που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι δικάστηκαν μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, σε μια διαδικασία που παρουσιάζεται στο transcript ως ελεγχόμενη. Όσοι επιχειρούσαν να αναφερθούν στα προβλήματα των RBMK σταματούσαν. Έξι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν, με τρεις από αυτούς να λαμβάνουν ποινές 10 ετών σε στρατόπεδο εργασίας.
Η αλήθεια άρχισε να αναδύεται αργότερα, όταν ο Νικολάι Στάινμπεργκ εργάστηκε πάνω σε νέα έκθεση για τα πραγματικά αίτια της καταστροφής. Το 1992, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας αναθεώρησε την έκθεση του 1986, καθώς τα νέα στοιχεία έθεταν ξανά ζήτημα ασφάλειας των αντιδραστήρων RBMK.
Ο Βαλέρι Λεγκάσοφ αυτοκτόνησε στις 27 Απριλίου 1988, δύο χρόνια μετά το δυστύχημα. Οι κασέτες που είχε ηχογραφήσει τις τελευταίες ημέρες της ζωής του παρουσιάζονται ως μια προσπάθεια να αποκαλυφθεί η αλήθεια για τις παραλείψεις, τα ψέματα και τη συγκάλυψη.
Η καταστροφή του Τσερνόμπιλ απελευθέρωσε τεράστια ποσότητα ραδιενέργειας, ενώ περισσότεροι από 350.000 άνθρωποι εκτοπίστηκαν από τις περιοχές τους. Η πόλη Πρίπιατ, κάποτε σύμβολο του σοβιετικού ονείρου, μετατράπηκε σε πόλη-φάντασμα.
Ο τελευταίος αντιδραστήρας του Τσερνόμπιλ έκλεισε τον Δεκέμβριο του 2000. Σήμερα, περίπου 2.000 άνδρες και γυναίκες εξακολουθούν να εργάζονται γύρω από τα ερείπια του σταθμού, ενώ η μονάδα 4 βρίσκεται κάτω από προστατευτικό χαλύβδινο κέλυφος. Κάτω από αυτό, σύμφωνα με το transcript, παραμένουν περίπου 200 τόνοι ραδιενεργού υλικού.
Το Τσερνόμπιλ δεν έμεινε στην ιστορία μόνο ως η μεγαλύτερη πυρηνική καταστροφή της ανθρωπότητας. Έμεινε και ως παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν ένα κράτος επιλέγει τη συγκάλυψη αντί για την αλήθεια.
