Το «γεράκι» των Βρυξελλών και το σχέδιο για το ξήλωμα της Kάγια Κάλας και της ευρωπαϊκής διπλωματίας
Γιατί η Γαλλία και η Γερμανία επιθυμούν τη ριζική αποδυνάμωση της Κάγια Κάλας και την επιστροφή των εξουσιών στα κράτη-μέλη.
Η αποκάλυψη των Financial Times για τις παρασκηνιακές συζητήσεις ισχυρών πρωτευουσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με επικεφαλής το Παρίσι και το Βερολίνο, δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία για όσους γνωρίζουν τους διαδρόμους των Βρυξελλών. Το τραπέζι των διαπραγματεύσεων έχει γεμίσει με προτάσεις για μια ριζική αναδιάρθρωση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), η οποία λειτουργεί de facto ως το υπουργείο Εξωτερικών της ΕΕ. Η πιο ριζοσπαστική από αυτές τις προτάσεις δεν είναι άλλη από την ουσιαστική αφαίρεση αρμοδιοτήτων από τη νυν Ύπατη Εκπρόσωπο, Κάγια Κάλας, και την επιστροφή της χάραξης πολιτικής στα κράτη-μέλη και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Για να κατανοήσουμε, όμως, το μέγεθος αυτής της κρίσης, πρέπει να αναλύσουμε τι ακριβώς κάνει η ΕΥΕΔ, γιατί έχει προκαλέσει τη μήνιν των ισχυρών της Ευρώπης και πώς φτάσαμε στο σημείο να αμφισβητείται ανοιχτά το ίδιο το θεσμικό της οικοδόμημα.
Η γέννηση ενός θεσμικού υβριδίου
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης δεν κουβαλάει μαζί της μακρά ιστορία, αλλά αποτελεί προϊόν ενός θεσμικού συμβιβασμού. Προβλέφθηκε για πρώτη φορά από τη Συνθήκη της Λισαβόνας το 2007, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2009. Στόχος της συνθήκης ήταν η δημιουργία μιας ενιαίας φωνής για την ευρωπαϊκή διπλωματία, θεσμοθετώντας τη θέση του Ύπατου Εκπροσώπου της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας.
Μέχρι τότε, η εκπροσώπηση της ΕΕ στο εξωτερικό ήταν ένα κατακερματισμένο παζλ. Η εξωτερική πολιτική μοιραζόταν άκομψα ανάμεσα στον Ύπατο Εκπρόσωπο για την Κοινή Εξωτερική Πολιτική (θέση εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) και τον Επίτροπο Εξωτερικών Σχέσεων (εντός της Κομισιόν), ενώ ρόλο έπαιζαν τόσο η εκάστοτε κυλιόμενη Προεδρία όσο και ο Πρόεδρος της Επιτροπής. Η Λισαβόνα προσπάθησε να συμπυκνώσει όλους αυτούς τους ρόλους σε έναν. Ο νέος Ύπατος Εκπρόσωπος θα ήταν ταυτόχρονα και Αντιπρόεδρος της Κομισιόν, έχοντας στη διάθεσή του ένα σώμα διπλωματών που θα προέρχονταν από το Συμβούλιο, την Επιτροπή και, κατά τουλάχιστον ένα τρίτο, από αποσπασμένους διπλωμάτες των εθνικών διπλωματικών υπηρεσιών.

Από την Άστον στον Μπορέλ: Μια ιστορία αμηχανίας
Η θεωρία, ωστόσο, απείχε πολύ από την πράξη. Η πρώτη που ανέλαβε τη θέση, η Κάθριν Άστον, ήταν μια μάλλον άγνωστη γραφειοκράτης που απέτυχε να αφήσει το στίγμα της, αναλώνοντας τη θητεία της σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει ανάμεσα σε αντίρροπες δυνάμεις. Την διαδέχθηκε η Φεντερίκα Μογκερίνι, η οποία δέχθηκε σφοδρή κριτική για την υπερβολική της ατολμία, ειδικά μετά την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2014 και την πρώτη εισβολή στο Ντονμπάς.
Ο Ζοζέπ Μπορέλ κατάφερε να δώσει μεγαλύτερη ορατότητα στο αξίωμα, αν και η θητεία του ξεκίνησε με μια τεράστια αντιπαράθεση, όταν βρέθηκε σε συνέντευξη τύπου στη Μόσχα την ώρα που η Ρωσία απέλαυνε Ευρωπαίους διπλωμάτες. Μετά την πλήρη εισβολή του 2022, ο Μπορέλ άλλαξε στρατηγική, πιέζοντας σκληρά για την αποστολή θανατηφόρας στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία. Αργότερα, υιοθέτησε μια ιδιαίτερα επικριτική στάση απέναντι στην ισραηλινή στρατιωτική επιχείρηση στη Γάζα, γεγονός που τον έφερε σε ευθεία σύγκρουση με φιλοϊσραηλινά κράτη-μέλη και την ίδια την Κομισιόν. Υπό την ηγεσία του, η ΕΥΕΔ γιγαντώθηκε, φτάνοντας σήμερα να κοστίζει στους Ευρωπαίους φορολογούμενους περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ ετησίως.
Το φαινόμενο Κάλας και τα εμπρηστικά πρωτοσέλιδα
Το 2024, τα ηνία ανέλαβε η πρώην πρωθυπουργός της Εσθονίας, Κάγια Κάλας, η οποία μετατράπηκε γρήγορα στο πιο αναγνωρίσιμο πρόσωπο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Η Κάλας, όμως, επέλεξε να πολιτευτεί ως ένα ακραίο γεράκι, εκφέροντας δημόσιο λόγο που συχνά ξεπερνούσε τις επίσημες κόκκινες γραμμές της Ένωσης. Στο μέτωπο της Ρωσίας, δεν περιορίστηκε στην υποστήριξη της Ουκρανίας, αλλά έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι δεν θα ήταν κακό αν η Ρωσική Ομοσπονδία κατέρρεε σε πολλά μικρότερα κρατίδια.

Στις σχέσεις με τις ΗΠΑ, παρά τον ευρωατλαντισμό της, κατάφερε να ενοχλήσει αρκετούς όταν υποστήριξε ότι ο ελεύθερος κόσμος χρειάζεται έναν «νέο ηγέτη». Το αποκορύφωμα, ωστόσο, ήρθε στις σχέσεις με το Πεκίνο, όταν παρομοίασε την Κίνα και τις εμπορικές της πρακτικές με έναν καρκίνο που η Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει με μεταφορική χημειοθεραπεία και όχι με μορφίνη. Αυτή η έφεση της Κάλας να παράγει επιθετικά πρωτοσέλιδα προκάλεσε έντονη νευρικότητα τόσο στις εθνικές κυβερνήσεις όσο και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που τη θεωρούν πλέον απρόβλεπτη και επικίνδυνη.
Το διπλωματικό ατόπημα με το Ιράν και η απομόνωση
Οι εντάσεις οξύνθηκαν δραματικά τους τελευταίους μήνες. Πέρα από τις δηλώσεις για την Κίνα, ηγετικά στελέχη κρατών-μελών, αλλά και η ίδια η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έγιναν έξαλλοι με την Κάλας όταν, ελάχιστες ώρες μετά τα πρώτα αμερικανικά πλήγματα, προχώρησε σε μια ανάρτηση στην πλατφόρμα Χ. Με την ανάρτηση αυτή εμφαζόταν να προσυπογράφει τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ΕΕ θα μπορούσε να εγγυηθεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας γύρω από την Αραβική Χερσόνησο.
Καθώς έγινε σαφές ότι ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν δεν εξελισσόταν βάσει σχεδίου και ότι η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών δεν επιθυμούσε καμία εμπλοκή, η τοποθέτηση της Κάλας κρίθηκε ως εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Πρόσφατα, μάλιστα, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι άρχισαν να ψιθυρίζουν σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις ότι η Ύπατη Εκπρόσωπος αποτελεί πλέον εμπόδιο για την ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, εξαιτίας της πάγιας άρνησής της για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση και της ακραία αρνητικής φήμης που έχει οικοδομήσει στο Κρεμλίνο. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που τα κράτη-μέλη εξετάζουν πλέον σοβαρά το «ξήλωμα» της θέσης της.
Το δομικό σφάλμα πίσω από τις προσωπικότητες
Θα ήταν όμως άδικο και επιφανειακό να χρεώσουμε όλη αυτή την κρίση αποκλειστικά στην προσωπικότητα της Κάγια Κάλας. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι το πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο θεσμός. Η θέση του Ύπατου Εκπροσώπου και η ΕΥΕΔ αποτελούν μια ακόμη θεσμική αλχημεία των Βρυξελλών. Τους ζητείται να λειτουργήσουν ως ένα ευρωπαϊκό υπουργείο Εξωτερικών, χωρίς όμως να διαθέτουν την παραμικρή νομική εξουσία για να επιβάλουν πολιτική.
Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές συνθήκες, η εξωτερική πολιτική παραμένει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών. Κάθε απόφαση απαιτεί απόλυτη ομοφωνία, ενώ η πραγματική εκτελεστική ισχύς και η διαχείριση των κονδυλίων βρίσκονται στα χέρια της Προέδρου της Κομισιόν. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι προκάτοχοι της Κάλας απέτυχαν να ανταποκριθούν στις προσδοκίες. Τα κράτη-μέλη δεν ένιωσαν ποτέ άνετα να εκχωρήσουν πραγματική κυριαρχία σε έναν κεντρικό θεσμό, και γι’ αυτό επέμεναν να γεμίσουν την ΕΥΕΔ με δικούς τους διπλωμάτες, αρνούμενοι ακόμη και να δώσουν τον τίτλο του «Υπουργού Εξωτερικών» στον Ύπατο Εκπρόσωπο.
Το μεγάλο δίλημμα της ευρωπαϊκής κυριαρχίας
Το γεγονός ότι κανένας από τους τέσσερις μέχρι σήμερα επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας δεν κατάφερε να ισορροπήσει τον θεσμό αποδεικνύει ότι το πρόβλημα βρίσκεται στα θεμέλια του γραφείου και όχι στον εκάστοτε ένοικο. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιθυμεί πραγματικά να έχει γεωπολιτικό εκτόπισμα σε έναν όλο και πιο πολωμένο κόσμο, πρέπει να απαντήσει στο θεμελιώδες ερώτημα: Θέλει πράγματι έναν κοινό Υπουργό Εξωτερικών;
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα απαιτεί μια γενναία αναδιανομή ισχύος που οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν φαίνονται διατεθειμένες να κάνουν. Αντ’ αυτού, η Γαλλία και η Γερμανία επιλέγουν την πεπατημένη: αντί να διορθώσουν το δομικό λάθος, προτιμούν να τιμωρήσουν το «γεράκι» που βγήκε εκτός γραμμής, επιστρέφοντας τις εξουσίες στο παραδοσιακό, εθνικό επίπεδο. Μια επιλογή που ίσως λύσει το βραχυπρόθεσμο πρόβλημα με την Κάλας, αλλά θα αφήσει την Ευρώπη γεωπολιτικά ακρωτηριασμένη.
