Η 40η φορά που ο Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με το Ιράν ήταν και η… πραγματική – Όλο το παρασκήνιο για το μεγάλο γεωπολιτικό deal

Πώς φτάσαμε στο ιστορικό deal ύστερα από παλινωδίες μηνών - Οι μυστικές υποχωρήσεις της Τεχεράνης, οι όροι Νετανιάχου, η ανακούφιση στις αγορές πετρελαίου και η αμήχανη στάση της Ευρώπης.

Η 40η φορά που ο Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με το Ιράν ήταν και η… πραγματική – Όλο το παρασκήνιο για το μεγάλο γεωπολιτικό deal

Χρειάστηκαν μήνες ακραίας ρητορικής, δεκάδες προειδοποιητικά tweet περί «ολοκληρωτικής καταστροφής» και αλλεπάλληλες διαψεύσεις, μέχρι ο Ντόναλντ Τραμπ να πάρει αυτό που από την αρχή επιδίωκε: μια επικοινωνιακή –και ουσιαστική– νίκη. Η πολυθρύλητη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί πλέον γεγονός, βάζοντας –προς το παρόν τουλάχιστον– φρένο σε μια περιφερειακή σύγκρουση που απείλησε να τινάξει στον αέρα την παγκόσμια οικονομία.

σχετικά άρθρα

Στο παρασκήνιο, το θρίλερ των διαπραγματεύσεων υπήρξε καταιγιστικό. Αν και δημόσια ο Αμερικανός πρόεδρος απειλούσε το Ιράν με αφανισμό, στο σκοτάδι η στενή του ομάδα –με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς και τους στενούς του συνεργάτες Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ– βρισκόταν σε συνεχή επαφή με την ιρανική ηγεσία μέσω ενδιάμεσων διαύλων. Η κρίσιμη καμπή, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, σημειώθηκε όταν ο νέος Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, έδωσε το «πράσινο φως» στους διαπραγματευτές του να προχωρήσουν σε έναν άτυπο συμβιβασμό, την ώρα που οι αμερικανικές δυνάμεις ετοιμάζονταν για μαζικά χτυπήματα. Το τελικό μνημόνιο κατανόησης (MoU) «κλείδωσε» με το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, προκαλώντας άμεση βουτιά 14% στις τιμές του πετρελαίου και προσφέροντας ανάσα στις ευρωπαϊκές και ασιατικές αγορές.

Όμως, ποιοι είναι οι πραγματικοί κερδισμένοι και ποιοι οι χαμένοι πίσω από τα χαμόγελα των διπλωματών;

Η σημερινή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί ένα ιστορικό ορόσημο που μεταβάλλει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, καθώς βασίζεται στο αμοιβαίο πάγωμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων, τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης και την άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε το κλείσιμο της συμφωνίας δηλώνοντας πως οι ΗΠΑ εξασφάλισαν όλους τους στρατηγικούς τους στόχους, βάζοντας τέλος σε μια σύγκρουση που διέκοψε απότομα το παγκόσμιο εμπόριο.

Οι Βασικοί Όροι της Συμφωνίας

Το κείμενο της εκεχειρίας προβλέπει άμεση, συνολική και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός σε όλα τα χερσαία, θαλάσσια και αεροπορικά μέτωπα, με αμοιβαία δέσμευση για την προστασία των στρατιωτικών και πολιτικών υποδομών. Κομβικό σημείο της διαπραγμάτευσης αποτελεί η δέσμευση του Ιράν ότι δεν θα αναπτύξει ποτέ πυρηνικά όπλα, αποδεχόμενο την πλήρη παύση του εμπλουτισμού ουρανίου για τουλάχιστον 12 έτη και την απομάκρυνση των υπαρχόντων αποθεμάτων του. Ως αντάλλαγμα, η Ουάσιγκτον θα προχωρήσει σε σταδιακή άρση των κυρώσεων, στην αποδέσμευση κεφαλαίων ύψους περίπου 26 δισεκατομμυρίων ευρώ από ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και στην οριστική απόσυρση του ναυτικού αποκλεισμού.

Γεωπολιτικός και Οικονομικός Αντίκτυπος

Η εξέλιξη αυτή τερματίζει μια παρατεταμένη περίοδο έντονης αβεβαιότητας, δημιουργώντας παράλληλα ένα νέο, πολύπλοκο τοπίο κερδισμένων και χαμένων στην ευρύτερη περιοχή. Η δυναμική των όρων επαναπροσδιορίζει τους συσχετισμούς ισχύος τόσο σε διπλωματικό επίπεδο όσο και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Σε επίπεδο γεωπολιτικής επιρροής, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφαλίζουν την ελευθερία ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ σε διάστημα 30 ημερών, περιορίζοντας ταυτόχρονα την έμμεση επιρροή της Κίνας στην περιοχή. Από την πλευρά του, το Ιράν διασφαλίζει την εδαφική του ακεραιότητα και προστατεύει τις κρίσιμες εθνικές υποδομές του από στοχευμένα αμερικανικά πλήγματα.

Όσον αφορά το οικονομικό όφελος, η αμερικανική πλευρά αποτρέπει περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και εξομαλύνει το διεθνές εμπόριο χωρίς ευθύ κόστος για την οικονομία της. Στον αντίποδα, το Ιράν επιτυγχάνει ισχυρή κεφαλαιακή ένεση μέσω της αποδέσμευσης δισεκατομμυρίων από παγωμένα περιουσιακά του στοιχεία σε τρίτες χώρες.

Σε σχέση με τους στρατηγικούς στόχους, ο Ντόναλντ Τραμπ κατοχυρώνει επικοινωνιακά ότι εξάλειψε την πυρηνική απειλή της Τεχεράνης, ικανοποιώντας πλήρως τους δηλωμένους στόχους του. Αντίθετα, η Τεχεράνη αναγκάζεται να παγώσει το πυρηνικό της πρόγραμμα για περισσότερο από μία δεκαετία, σημειώνοντας σημαντική υποχώρηση σε έναν βασικό πυλώνα εθνικής της ισχύος.

Η Αντίδραση των Αγορών

Στις διεθνείς αγορές, το κλείσιμο της συμφωνίας αναδιανέμει τα κέρδη και τις ζημίες που είχαν καταγραφεί κατά τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης. Η τιμή του πετρελαίου Brent, η οποία εν μέσω πολέμου είχε ξεπεράσει τα 100 δολάρια καταγράφοντας άνοδο άνω του 40%, αναμένεται πλέον να πιεστεί πτωτικά λόγω της αποκατάστασης των θαλάσσιων ροών στο Στενό του Ορμούζ. Παράλληλα, οι μεγάλες ενεργειακές εταιρείες χάνουν τα έκτακτα υπερκέρδη τους, ενώ ο ταξιδιωτικός κλάδος, οι αεροπορικές εταιρείες και οι κρουαζιέρες αναδεικνύονται στους βασικούς κερδισμένους της επόμενης ημέρας.

Πώς αντιδρά η ευρωπαϊκή διπλωματία

Η ευρωπαϊκή διπλωματία αντιδρά με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα και προσπαθεί να διατηρήσει χαμηλούς τόνους, καθώς βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα στις πιέσεις των ΗΠΑ και στην ανάγκη προστασίας των δικών της συμφερόντων. Όπως διαμήνυσε πρόσφατα η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Εξωτερική Πολιτική, Κάγια Κάλας, η στρατηγική των Βρυξελλών εστιάζει στην αποκλειστική εξεύρεση «διπλωματικών τρόπων» προκειμένου να παραμείνουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ, αρνούμενη να στείλει πολεμικά πλοία που θα έθεταν σε κίνδυνο ευρωπαϊκές δυνάμεις. Η ΕΕ φοβάται βαθύτατα τις παράπλευρες συνέπειες μιας κλιμάκωσης, όπως μια νέα επισιτιστική, ενεργειακή κρίση ή κρίση λιπασμάτων που θα έπληττε καίρια τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Σύμφωνα με την Κάγια Κάλας, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η ευρωπαϊκή διπλωματία έχει πλέον εξοικειωθεί με την «έλλειψη προβλεψιμότητας» των κινήσεων της Ουάσιγκτον και προσπαθεί να διαχειριστεί την κατάσταση με ψυχραιμία. Αυτή η συνθήκη έχει οδηγήσει τους Ευρωπαίους ηγέτες στο συμπέρασμα ότι η Ευρώπη πρέπει σταδιακά να χαράξει τη δική της αυτόνομη πορεία, ενισχύοντας τους δεσμούς εντός της ΕΕ και μειώνοντας την απόλυτη εξάρτησή της από τη διατλαντική συμμαχία.

Η στάση της Γερμανίας

Η Γερμανία, διατηρώντας παραδοσιακά έναν πιο συγκρατημένο ρόλο στην εξωτερική πολιτική, βρίσκεται ενώπιον μιας σύνθετης διπλωματικής εξίσωσης μετά την πρόσφατη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν. Σύμφωνα με διεθνολόγους, το Βερολίνο παίζει δευτερεύοντα ρόλο στη συγκεκριμένη διένεξη, καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κύριος μεσολαβητής, με το παλαιό διαπραγματευτικό σχήμα να θεωρείται πλέον ξεπερασμένο. Η γερμανική κυβέρνηση βιώνει εσωτερική πίεση, καθώς καλείται να εξισορροπήσει την «κρατική επιταγή» της ιστορικής ευθύνης για την ασφάλεια του Ισραήλ, με την ανάγκη τήρησης του διεθνούς δικαίου και της αποκλιμάκωσης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, η στάση της Γερμανίας υπαγορεύεται από την ευρύτερη αλλαγή στο αμυντικό της δόγμα και τις προτεραιότητες ασφαλείας που έχει θέσει. Υπό την ηγεσία του Φρίντριχ Μερτς, η χώρα αλλάζει πορεία αφήνοντας πλέον ανοιχτό το ενδεχόμενο άμεσης στρατιωτικής συμμετοχής σε διεθνείς αποστολές για τη διασφάλιση της ειρήνης, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις και υπάρξει έγκριση από το γερμανικό κοινοβούλιο. Η στροφή αυτή συνδέεται με τη νέα αμυντική στρατηγική της χώρας, η οποία θέτει ως «κύρια απειλή» τη Ρωσία και προβλέπει την κατακόρυφη αύξηση των αμυντικών δαπανών, στοχεύοντας στην ενίσχυση τόσο του έμψυχου δυναμικού όσο και των τεχνικών δυνατοτήτων της Bundeswehr.

Αντιδρά το Ισραήλ

Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, εξέφρασε την ανησυχία του για τη συμφωνία, προβάλλοντας επιφυλάξεις για το κατά πόσο αυτή αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τις απειλές που δέχεται η χώρα του. Παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος του μνημονίου συναντίληψης, ο Νετανιάχου είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ, στην οποία εξέφρασε την «εκτίμησή του» για τις δεσμεύσεις της Ουάσιγκτον, υπενθυμίζοντας ωστόσο τη σταθερή του θέση. Όπως τόνισε, η πάγια πολιτική του δεν αλλάζει και εξαρτάται από μια βασική προϋπόθεση: την πλήρη εξάλειψη της πυρηνικής απειλής, γεγονός που μεταφράζεται σε διάλυση των εγκαταστάσεων εμπλουτισμού και απομάκρυνση όλου του εμπλουτισμένου υλικού από το ιρανικό έδαφος.

Επιπλέον, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα πρέπει να επιβάλλει αυστηρούς και απροειδοποίητους ελέγχους στο Ιράν. Παράλληλα, ζητά η συμφωνία να βάλει φρένο στο ιρανικό πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και να διακόψει οριστικά τη χρηματοδότηση του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης», δηλαδή οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, η Χαμάς και οι Χούθι, οι οποίες απειλούν άμεσα την ασφάλεια του Ισραήλ. Κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας τους, ο Τραμπ φέρεται να διαβεβαίωσε τον Νετανιάχου για το αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα απέναντι σε κάθε μέτωπο, συμπεριλαμβανομένου αυτού του Λιβάνου.