Το αμερικανικό χρέος και η κατάρρευση – Οι 21 αμερικανικές πολιτείες που οδηγούνται σε δομική χρεοκοπία
Πώς το αμερικανικό χρέος των 39,4 τρισ. δολαρίων και τα διογκούμενα ελλείμματα των πολιτειών απειλούν να πυροδοτήσουν μια νέα παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, ξεγυμνώνοντας το αφήγημα της άτρωτης αμερικανικής οικονομίας.
Η πραγματικότητα για την αμερικανική οικονομία συχνά κρύβεται πίσω από τους εντυπωσιακούς δείκτες της Wall Street, όμως τα θεμελιώδη μεγέθη δείχνουν μια εντελώς διαφορετική, εξαιρετικά ανησυχητική εικόνα. Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει αγγίξει το αστρονομικό ποσό των 139,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, αυξανόμενο με ρυθμό 17,4 δισεκατομμυρίων την ημέρα. Αυτό μεταφράζεται σε 38 εκατομμύρια την ώρα ή 85.000 δολάρια κάθε δευτερόλεπτο. Μόνο το κόστος εξυπηρέτησης αυτού του χρέους έχει ξεπεράσει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια ετησίως, απορροφώντας περισσότερους πόρους από ό,τι η υγειονομική περίθαλψη, η παιδεία και η εθνική ασφάλεια μαζί.
Αυτό το δυσβάσταχτο βάρος, ωστόσο, δεν κατανέμεται ισομερώς. Βρίσκει τις ρωγμές στα θεμέλια των τοπικών οικονομιών και, καθώς η αμερικανική ανάπτυξη επιβραδύνεται, ετοιμάζεται να χτυπήσει δομικά ολόκληρες περιοχές. Για ορισμένες αμερικανικές πολιτείες, η επερχόμενη ύφεση δεν θα είναι η ασθένεια, αλλά η νεκροψία. Σύμφωνα με ανάλυση των μακροοικονομικών δεδομένων, 21 πολιτείες βρίσκονται στα πρόθυρα μιας άνευ προηγουμένου δομικής κατάρρευσης.
Ο δείκτης ευπάθειας και η αποβιομηχάνιση
Για να κατανοήσουμε το μέγεθος του προβλήματος, πρέπει να εξετάσουμε τον «δείκτη ευπάθειας», ο οποίος βασίζεται σε τρεις άξονες: τον κίνδυνο συγκέντρωσης (εξάρτηση από έναν κλάδο), τη δημοσιονομική ελαστικότητα (πόσο γρήγορα καταρρέουν τα έσοδα) και την ταχύτητα φυγής κεφαλαίων και επιχειρήσεων. Όταν αυτοί οι τρεις παράγοντες συγκλίνουν, το αποτέλεσμα είναι η δομική χρεοκοπία.
Στη βάση αυτής της λίστας συναντάμε πολιτείες με βαριά βιομηχανική κληρονομιά. Το Μίσιγκαν (θέση 21), η καρδιά της αμερικανικής μεσαίας τάξης, βλέπει την αυτοκινητοβιομηχανία να περνά στη δαπανηρή εποχή της ηλεκτροκίνησης, η οποία απαιτεί λιγότερα εξαρτήματα και λιγότερους εργάτες. Με τον μισό πληθυσμό του Ντιτρόιτ να έχει φύγει από το 1970, η πολιτεία παραμένει όμηρος μιας βιομηχανίας που ξαναγράφει τους κανόνες της. Παρόμοια είναι η κατάσταση στην Ιντιάνα (θέση 10), όπου η εξάρτηση από τη μεταποίηση φτάνει το 27% του ΑΕΠ, καθιστώντας την ευάλωτη στους δασμούς και στις διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού, με χιλιάδες θέσεις εργασίας να χάνονται ραγδαία.

Το Κεντάκι (θέση 16) αντιμετωπίζει μια ωρολογιακή βόμβα στο συνταξιοδοτικό του σύστημα, με υποχρηματοδότηση που αγγίζει το 20%, την ώρα που η οικονομία του στηρίζεται στις επισφαλείς παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η Δυτική Βιρτζίνια (θέση 17) βλέπει τον άλλοτε παντοδύναμο κλάδο του άνθρακα να καταρρέει, συμπαρασύροντας το εργατικό δυναμικό, το οποίο συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η παγίδα της μονοκαλλιέργειας και των πόρων
Η εξάρτηση από έναν και μόνο τομέα αποδεικνύεται καταστροφική. Η Αλάσκα (θέση 14), παρά τον τεράστιο φυσικό της πλούτο, εξαρτάται κατά 85% από το πετρέλαιο. Η πτώση των τιμών και η στροφή στις ΑΠΕ έχουν εξανεμίσει τα αποθεματικά της, οδηγώντας σε πληθυσμιακή αιμορραγία και εκτόξευση του κόστους ζωής. Αντίστοιχα, το Νέο Μεξικό (θέση 18) αντλεί το ένα τρίτο των εσόδων του από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, ενώ παράλληλα εξαρτάται από τις ομοσπονδιακές δαπάνες, λειτουργώντας περισσότερο ως ένα οικονομικό στοίχημα παρά ως βιώσιμη οικονομία.
Στον αμερικανικό Νότο, η Λουιζιάνα (θέση 13) αντιμετωπίζει ένα θανατηφόρο μείγμα: η περελαική της βιομηχανία συρρικνώνεται, ενώ η κλιματική αλλαγή και οι καταστροφικές καταιγίδες διαβρώνουν κυριολεκτικά τις ακτές της και εκτοξεύουν τα ασφάλιστρα, δημιουργώντας μια συνεχή κρίση σε πραγματικό χρόνο.
Η μονοκαλλιέργεια δεν αφορά όμως μόνο την ενέργεια. Η Ουάσινγκτον (θέση 15) φαντάζει πανίσχυρη χάρη στη Microsoft, την Amazon και την Boeing. Όμως αυτή η συγκέντρωση σημαίνει πως κάθε περικοπή προσωπικού διαγράφει χιλιάδες θέσεις εργασίας σε ένα βράδυ, στεγνώνοντας τα κρατικά ταμεία. Στο Όρεγκον (θέση 20), η απουσία φόρου επί των πωλήσεων καθιστά τα έσοδα εξαιρετικά ευάλωτα στις απολύσεις του τεχνολογικού τομέα (π.χ. Intel) και στη δραματική μείωση της πληρότητας των εμπορικών ακινήτων.

Η ψευδαίσθηση του πλούτου και τα ακίνητα
Ορισμένες από τις πλουσιότερες πολιτείες των ΗΠΑ κρύβουν τεράστια μακροοικονομικά κενά. Το Κονέκτικατ (θέση 19) βασίζεται δυσανάλογα σε μια ελίτ υψηλόμισθων πολιτών, η οποία όμως πλέον μετεγκαθίσταται, αφήνοντας πίσω της 85 δισ. δολάρια σε μη χρηματοδοτούμενες υποχρεώσεις. Το Μέριλαντ (θέση 4) διαθέτει τεράστιο κατά κεφαλήν εισόδημα, το οποίο όμως είναι απόλυτα συνδεδεμένο με τις δαπάνες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Καθώς η Ουάσιγκτον σφίγγει το ζωνάρι, το Μέριλαντ νιώθει άμεσα τον κραδασμό.
Το Νιου Τζέρσεϊ (θέση 11) αποτελεί μνημείο υπερχρέωσης, με το δημόσιο χρέος να ξεπερνά τα 240 δισ. δολάρια. Η εξάρτησή του από τα χρηματοοικονομικά και την κτηματαγορά, σε συνδυασμό με την κατάρρευση των εμπορικών χώρων στο Τζέρσεϊ Σίτι, δημιουργούν ένα χάσμα μεταξύ εσόδων και υποχρεώσεων. Ακόμα πιο ακραία είναι η περίπτωση του Ντέλαγουερ (θέση 5), μιας οικονομίας-χαρτοφυλακίου. Βασιζόμενο στα τέλη των εταιρειών που εγγράφονται εκεί για φορολογικούς λόγους, μια οικονομική ύφεση μπορεί να εξαφανίσει άμεσα δισεκατομμύρια από τον προϋπολογισμό του.
Και φυσικά, η πολιτεία της Νέας Υόρκης (θέση 6). Με την οικονομία της να εξαρτάται απόλυτα από τη Wall Street και τα εμπορικά ακίνητα, η πτώση της αξίας των κτιρίων κατά 30% και η φυγή 650.000 κατοίκων από το 2020 δημιουργούν μια δομική ωρολογιακή βόμβα χρέους 390 δισ. δολαρίων.
Η απομυθοποίηση των οικονομικών “θαυμάτων”
Ακόμα και πολιτείες που πλασάρονται ως “ανθεκτικές” στην ύφεση, αποδεικνύονται χάρτινοι πύργοι. Το Τέξας (θέση 9), με την τεράστια οικονομία του, είναι όμηρος της αστάθειας της ενέργειας, της τεχνολογίας και του real estate. Η πτώση των τιμών του πετρελαίου, η κρίση στην αγορά κατοικίας του Όστιν και το διαβόητα αδύναμο δίκτυο ηλεκτροδότησής του, δείχνουν ότι το “θαύμα” του Τέξας έχει ημερομηνία λήξης. Αντίστοιχα, η Αριζόνα (θέση 12) είδε εκρηκτική ανάπτυξη, η οποία όμως προσκρούει πλέον στον τοίχο της λειψυδρίας, των ακριβών στεγαστικών δανείων και της απρόσιτης στέγης.
Στον τομέα του τουρισμού, το ρήγμα είναι βαθύ. Η Νεβάδα (θέση 8) αντλεί το 30% του ΑΕΠ της από τα καζίνο και τη φιλοξενία, τομείς που καταρρέουν ταχύτατα όταν οι καταναλωτές περιορίζουν τα έξοδά τους. Παρομοίως, η Χαβάη (θέση 7) υποφέρει από τη ραγδαία πτώση των τουριστικών εσόδων, εισάγοντας ταυτόχρονα το 85% των αγαθών που καταναλώνει. Πρόκειται για μια ευάλωτη αλυσίδα εφοδιασμού, μεταμφιεσμένη σε οικονομία.
Το επίκεντρο της απόλυτης δομικής κατάρρευσης
Στην κορυφή αυτής της ζοφερής λίστας βρίσκονται τρεις πολιτείες-γίγαντες που οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Το Ιλινόις (θέση 3) λειτουργεί με δανεικό χρόνο. Οι μη χρηματοδοτούμενες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις ξεπερνούν τα 144 δισ. δολάρια, με τον δείκτη κάλυψης στο τραγικό 46%. Μεγάλες πολυεθνικές εγκαταλείπουν το Σικάγο, αφήνοντας την πολιτεία ένα βήμα πριν τα “σκουπίδια” στην πιστοληπτική της ικανότητα.
Η Καλιφόρνια (θέση 2), η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, αντιμετωπίζει ιστορικά ελλείμματα που αναμένεται να φτάσουν τα 35 δισ. δολάρια. Το πραγματικό της πρόβλημα δεν είναι η ύφεση, αλλά η μόνιμη φυγή κεφαλαίων. Η υψηλή φορολογία διώχνει τις εταιρείες τεχνολογίας και τους εύπορους πολίτες, εξαφανίζοντας τη φορολογική βάση και αφήνοντας πίσω ένα τεράστιο σύστημα κοινωνικών παροχών χωρίς χρηματοδότηση.
Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Φλόριντα (θέση 1). Το πολυδιαφημισμένο καταφύγιο συνταξιούχων βυθίζεται. Ο πληθωρισμός και, κυρίως, η ασφαλιστική κρίση εξαιτίας των ακραίων καιρικών φαινομένων, καθιστούν την ιδιοκτησία ακινήτου απαγορευτική. Τα ασφάλιστρα κατοικίας είναι σχεδόν τριπλάσια από τον εθνικό μέσο όρο, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους σε έξωση και καθιστώντας την υποδομή της περιοχής παντελώς ανίκανη να διαχειριστεί την κλιματική και οικονομική πραγματικότητα.
Κυκλική αισιοδοξία έναντι δομικής χρεοκοπίας
Στον αντίποδα αυτής της ζοφερής ανάλυσης, υπάρχει η επενδυτική αισιοδοξία. Οι αγορές βλέπουν μειωμένες πιθανότητες ύφεσης, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) διαθέτει περιθώρια μείωσης των επιτοκίων, και η κατανάλωση παρουσιάζει, πρόσκαιρα, ανθεκτικότητα. Ωστόσο, αυτά τα επιχειρήματα παραβλέπουν τη μεγάλη εικόνα.

Η πρόσφατη καταναλωτική έκρηξη στηρίχθηκε σε βραχυπρόθεσμες κρατικές παροχές που έχουν ήδη εξαντληθεί. Το εξωφρενικό κόστος του ομοσπονδιακού χρέους, το οποίο θα διπλασιαστεί στα 2,1 τρισ. δολάρια, σημαίνει ότι η κεντρική αμερικανική κυβέρνηση δεν θα έχει τα περιθώρια να διασώσει τις υπερχρεωμένες πολιτείες. Τα προβλήματα που αναφέρθηκαν —συνταξιοδοτικά ελλείμματα, δημογραφική συρρίκνωση, κλιματικά κόστη— δεν είναι κυκλικά ώστε να διορθωθούν με μια ανάκαμψη. Είναι απολύτως δομικά.
Οι τρεις προβλέψεις για την επόμενη μέρα
Οι μακροοικονομικοί αναλυτές καταλήγουν σε τρεις κρίσιμες προβλέψεις που θα διαμορφώσουν το σκηνικό των παγκόσμιων αγορών. Πρώτον, μέσα στους επόμενους 12 μήνες, τουλάχιστον δύο από τις προαναφερθείσες πολιτείες (με επικρατέστερες το Ιλινόις, το Νιου Τζέρσεϊ και τη Λουιζιάνα) θα υποστούν βαρύτατες υποβαθμίσεις πιστοληπτικής ικανότητας, κλείνοντας την κάνουλα του φθηνού δανεισμού.
Δεύτερον, η ένταση ανάμεσα στις πολιτείες του Νότου που αναπτύσσονται (παρά τα προβλήματά τους) και σε αυτές που βουλιάζουν στον βορρά, θα δημιουργήσει ένα τεράστιο πολιτικό ρήγμα στις ΗΠΑ, αναφορικά με το πού θα πρέπει να κατευθύνονται τα ομοσπονδιακά κονδύλια διάσωσης.
Τρίτον, η φορολογική πολιτική της Καλιφόρνιας θα κρίνει το παιχνίδι. Εάν η διαρροή κεφαλαίων συνεχιστεί, η πολιτεία θα αναγκαστεί είτε να επιβάλει εξοντωτικούς φόρους πλούτου και εξόδου, είτε να προχωρήσει σε πρωτοφανείς περικοπές βασικών υπηρεσιών.
Ιστορικά, κάθε μεγάλη οικονομική αυτοκρατορία θεωρούσε την ευημερία της μόνιμη, αγνοώντας τα σημάδια παρακμής στην περιφέρεια. Η κρίση χρέους των αμερικανικών πολιτειών δεν θα καταφτάσει με σειρήνες και πρωτοσέλιδα, αλλά θα χτυπήσει αθόρυβα, μέσα από τους πίνακες του Excel και τα λογιστικά φύλλα, μέχρι να παρασύρει ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

