Μπλερ, Έπσταϊν και «γιγαντιαία» ποσά: το δίκτυο πρώην ηγετών που κάνουν λόμπι για ξένα κράτη

Πρώην πρωθυπουργοί και καγκελάριοι αποχωρούν από την εξουσία και βρίσκουν αμέσως νέα καριέρα, ως αμειβόμενοι σύμβουλοι των ίδιων κρατών με τα οποία διαπραγματεύονταν λίγο πριν. Πρόσφατο ντοκουμέντο φέρνει ξανά στο φως πόσο ασαφές παραμένει αυτό το χρήμα.

Μπλερ, Έπσταϊν και «γιγαντιαία» ποσά: το δίκτυο πρώην ηγετών που κάνουν λόμπι για ξένα κράτη

Η μετάβαση από την εξουσία στην ιδιωτική συμβουλευτική έχει γίνει σχεδόν φυσιολογικό επόμενο βήμα για πολλούς πρώην ηγέτες της Δύσης. Ειδικότερα, ξένα κράτη, κυρίως πλούσια σε ενέργεια ή με αμφισβητούμενο ανθρωπιστικό ιστορικό, πληρώνουν γενναιόδωρα για πρόσβαση σε γνώση, επαφές και κύρος πρώην πρωθυπουργών. Πρόσφατο ηχητικό ντοκουμέντο, που αποδεσμεύτηκε από το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης, έφερε ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα, αποκαλύπτοντας συζήτηση για «γιγαντιαία» ποσά που καταβλήθηκαν σε πρώην Βρετανό πρωθυπουργό. Το φαινόμενο αυτό, όμως, δεν περιορίζεται σε μία χώρα ή σε ένα πρόσωπο.

σχετικά άρθρα

Η κατάρρευση του ρυθμιστή

Ας δούμε πρώτα το βρετανικό παράδειγμα, το πιο εκτενώς τεκμηριωμένο. Δείχνει συστημικό, όχι μεμονωμένο, πρόβλημα. Το Ινστιτούτο Τόνι Μπλέρ κατέγραψε πέρυσι έσοδα εκατόν είκοσι ενός εκατομμυρίων δολαρίων, αύξηση σχεδόν πενήντα τοις εκατό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ειδικότερα, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εσόδων προήλθε από συμβουλευτική σε ξένες κυβερνήσεις, ανάμεσά τους και κράτη που περιγράφονται από επικριτές ως αυταρχικά αραβικά βασίλεια. Πρόσφατα δημοσιευμένη ηχογράφηση, ανάμεσα στον καταδικασμένο χρηματοδότη Τζέφρι Έπσταϊν και τον πρώην Ισραηλινό πρωθυπουργό Έχουντ Μπαράκ, συζητούσε ακριβώς αυτά τα ποσά, με τους δύο άνδρες να αμφισβητούν αν όλα τα χρήματα κατέληγαν πράγματι στον ίδιο τον Μπλερ ή διοχετεύονταν και σε τρίτα μέρη. Παράλληλα, ο ίδιος ο Μπλερ έχει παραδεχθεί ότι συνάντησε τον Έπσταϊν μία φορά στο Ντάουνινγκ Στριτ, όσο ήταν ακόμη πρωθυπουργός.

Η υπόθεση αυτή δεν είναι μεμονωμένη μέσα στο βρετανικό πολιτικό σύστημα. Λίγους μήνες νωρίτερα, ο πρώην υπουργός Πίτερ Μάντελσον αναγκάστηκε να παραιτηθεί από πρέσβης της Βρετανίας στην Ουάσιγκτον. Συγκεκριμένα, διατηρούσε είκοσι ένα τοις εκατό μεριδίου, αξίας περίπου έξι εκατομμυρίων λιρών, στη δική του λομπιστική εταιρεία, ενώ υπηρετούσε στη διπλωματική θέση. Επιπρόσθετα, ο ίδιος βρίσκεται τώρα υπό αστυνομική έρευνα για διαρροή πληροφοριών σχετικών με τον Έπσταϊν. Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν αφορά ένα μεμονωμένο πρόσωπο, αλλά την ίδια τη ρυθμιστική αρχιτεκτονική. Ο βρετανικός φορέας ελέγχου «περιστρεφόμενης πόρτας», γνωστός ως ACOBA, καταργήθηκε πλήρως τον Οκτώβριο του 2025. Θεωρούνταν ήδη αναποτελεσματικός, χωρίς εξουσία επιβολής κυρώσεων, αλλά η πλήρης κατάργησή του αφήνει πλέον το πεδίο εντελώς ανοιχτό.

Ο αμετανόητος

Στη Γερμανία, το αντίστοιχο φαινόμενο πήρε διαφορετική μορφή. Εδώ η δημόσια κατακραυγή ήταν πολύ πιο έντονη, χωρίς όμως αντίστοιχη πρακτική συνέπεια. Ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ ανέλαβε πρόεδρος της ρωσικής κρατικής πετρελαϊκής εταιρείας Rosneft, καθώς και πρόεδρος της επιτροπής μετόχων του αγωγού Nord Stream, ελεγχόμενου από τη ρωσική Gazprom. Χαρακτηριστικά, η αμοιβή του από τη Rosneft και μόνο εκτιμάται σε περίπου εξακόσιες χιλιάδες ευρώ ετησίως, ενώ αμερικανική εφημερίδα υπολόγισε το συνολικό του εισόδημα από ρωσικές πηγές κοντά στο ένα εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, ο Σρέντερ έχασε το γραφείο και το προσωπικό που δικαιούνταν ως πρώην καγκελάριος, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε μη δεσμευτικό ψήφισμα ζητώντας την επιβολή κυρώσεων εναντίον του.

Ωστόσο, ο ίδιος δεν παραιτήθηκε ποτέ οικειοθελώς, ούτε κυρώθηκε τελικά επίσημα. Σε συνέντευξή του στους New York Times, δήλωσε ότι θα διατηρούσε τις θέσεις του όσο συνεχίζονταν οι συμβάσεις προμήθειας ενέργειας με τη Γερμανία, αψηφώντας ανοιχτά την κριτική εντός του ίδιου του κόμματός του. Παράλληλα, συνάδελφός του από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα τον κατηγόρησε ότι λειτουργεί πλέον «αποκλειστικά ως επιχειρηματίας». Σήμερα, αρκετά χρόνια αργότερα, τα ακριβή ποσά που εξακολουθεί να λαμβάνει, αν εξακολουθεί, παραμένουν αδιευκρίνιστα δημόσια, ακριβώς λόγω της αδιαφάνειας που περιβάλλει τέτοιες συμφωνίες. Η σύγκριση ανάμεσα σε βρετανικό και γερμανικό παράδειγμα αναδεικνύει δύο διαφορετικά μοντέλα αποτυχίας: στη μία περίπτωση, το σύστημα κανονικοποιεί σιωπηλά το φαινόμενο· στην άλλη, η δημόσια οργή δεν μεταφράζεται ποτέ σε πραγματική κύρωση.

Το αόρατο δίκτυο

Πέρα από τα δύο αυτά επώνυμα παραδείγματα, υπάρχει και ένα ευρύτερο, λιγότερο ορατό σύστημα. Λειτουργεί με πολύ πιο διακριτικό τρόπο. Το ετήσιο φόρουμ Sir Bani Yas, που διοργανώνεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για ζητήματα Μέσης Ανατολής, δεν δημοσιοποιεί ποτέ την ατζέντα ή τη λίστα συμμετεχόντων του. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι ο Μπλερ το έχει παρακολουθήσει επανειλημμένα, ενώ πρώην υπουργός Εξωτερικών αμείφθηκε με τουλάχιστον εξήντα χιλιάδες λίρες για να συμμετέχει στο συμβουλευτικό του όργανο. Αντίστοιχα, εταιρεία πληροφοριών με έδρα το Λονδίνο, γνωστή ως άτυπο «σπίτι συνταξιοδότησης» πρώην αξιωματικών των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, διατηρεί στενούς δεσμούς ακόμη και με το ίδιο το γραφείο του σημερινού πρωθυπουργού, μέσω περιστρεφόμενης πόρτας προσωπικού.

Επιπρόσθετα, νομικό κενό επιτρέπει σε ξένες κρατικές επιχειρήσεις να πληρώνουν βρετανικές λομπιστικές εταιρείες χωρίς την επιβάρυνση φόρου προστιθέμενης αξίας, χωρίς καμία απαίτηση δημόσιας διαφάνειας για το περιεχόμενο αυτών των επαφών. Μη κερδοσκοπική οργάνωση κατά της διαφθοράς επισήμανε ότι το κενό αυτό επιτρέπει σε ξένο κράτος να προσεγγίζει υπουργό σε ευαίσθητα ζητήματα πολιτικής, χωρίς κανείς πολίτης να μάθει ποτέ ότι συνέβη. Το αποτέλεσμα είναι ένα δίκτυο επιρροής που λειτουργεί παράλληλα με την επίσημη διπλωματία, αλλά παραμένει σχεδόν εντελώς αόρατο στο ευρύ κοινό.

Το ευρωπαϊκό διακύβευμα

Η υπόθεση αυτή αγγίζει άμεσα την ίδια την ποιότητα της ευρωπαϊκής δημοκρατίας. Καταρχάς, όταν πρώην ηγέτες μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών γίνονται αμειβόμενοι εκπρόσωποι ξένων συμφερόντων, η γραμμή ανάμεσα σε εθνική πολιτική εμπειρία και ιδιωτικό κέρδος θολώνει επικίνδυνα. Παράλληλα, η απουσία ενιαίων ευρωπαϊκών κανόνων διαφάνειας σημαίνει ότι κάθε χώρα αντιμετωπίζει το φαινόμενο με τελείως διαφορετικό τρόπο, από πλήρη ρυθμιστική κατάρρευση στη Βρετανία έως συμβολική, αναποτελεσματική κατακραυγή στη Γερμανία. Η Ελλάδα, όπως και κάθε άλλο ευρωπαϊκό κράτος, δεν μένει θεωρητικά απρόσβλητη από παρόμοιες πρακτικές στο μέλλον, ιδίως καθώς η χώρα αναπτύσσει ολοένα στενότερους δεσμούς με κράτη του Κόλπου και άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με σαφή, αν και ανησυχητικά, περιγράμματα. Πρώην ηγέτες μεγάλων δημοκρατιών μετατρέπονται συστηματικά σε αμειβόμενους συμβούλους ξένων κρατών, συχνά ακριβώς εκείνων με τα οποία διαπραγματεύονταν λίγο πριν. Ωστόσο, κανένα από τα δύο συστήματα που εξετάσαμε, βρετανικό ή γερμανικό, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το φαινόμενο. Μάλιστα, η πρόσφατη αποκάλυψη γύρω από τον Μπλερ δείχνει ότι ακόμη και τα ίδια τα ποσά που εμπλέκονται παραμένουν, σε μεγάλο βαθμό, αδιευκρίνιστα δημόσια.