Δικηγορικές εταιρείες και λόμπιπίσω από τον πόλεμο του Ιράν: Ποιος πλήρωσε για να πειστεί η Ουάσιγκτον να χτυπήσει το Ιράν
Πριν από κάθε πύραυλο, υπήρξε ένα άρθρο, μια συνάντηση, ένα συμβόλαιο. Ερευνητικές οργανώσεις καταγράφουν πλέον συστηματικά το χρηματοοικονομικό δίκτυο που διαμόρφωσε την αμερικανική αφήγηση για τον πόλεμο με το Ιράν.
Κάθε μεγάλη στρατιωτική απόφαση συνοδεύεται συνήθως από δημόσια συζήτηση, εκθέσεις ειδικών, άρθρα ανάλυσης. Σπάνια όμως ο κόσμος βλέπει ποιος πληρώνει για να παραχθεί αυτή η συζήτηση. Ερευνητικό ινστιτούτο στην Ουάσιγκτον δημιούργησε πρόσφατα την πρώτη δημόσια βάση δεδομένων που καταγράφει συστηματικά τη χρηματοδότηση αμερικανικών think tanks. Τα ευρήματά της, σε συνδυασμό με επίσημες καταχωρίσεις λομπιστικής δραστηριότητας, σχηματίζουν μια εικόνα πολύ πιο σύνθετη από όσο επιτρέπει η απλή αφήγηση «εθνικής ασφάλειας».
Το εργαλείο διαφάνειας
Η νέα αυτή βάση δεδομένων προέκυψε από συγκεκριμένη ανάγκη. Ερευνητές του ινστιτούτου Κουίνσι, ειδικευμένου σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ανέπτυξαν το εργαλείο ακριβώς επειδή έλειπε ώς τότε ανεξάρτητη καταγραφή. «Η διαφάνεια σχετικά με τη χρηματοδότηση έρευνας θα έπρεπε να αποτελεί ελάχιστη προϋπόθεση αξιοπιστίας», δήλωσε ένας εκ των συντακτών της μελέτης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν, το Ατλαντικό Συμβούλιο, το Κέντρο για τη Νέα Αμερικανική Ασφάλεια και το Ινστιτούτο Άσπεν έλαβαν τη μεγαλύτερη χρηματοδότηση από αμυντικούς εργολάβους το 2024, ανάμεσα σε όσα ινστιτούτα δημοσιοποιούν τους δωρητές τους. Ειδικότερα, το Ατλαντικό Συμβούλιο, οργανισμός με μακρά ιστορία υποστήριξης αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής κατά του Ιράν, εντοπίστηκε να έχει προσλάβει, λίγο πριν από την επίθεση, ερευνητή που παρουσιαζόταν στο βιογραφικό του ως «επισκέπτης από τον ισραηλινό μηχανισμό ασφαλείας». Ο συγκεκριμένος συνέγραψε άρθρο με τίτλο «Έξι λόγοι για τους οποίους ο Τραμπ πρέπει να επιλέξει τη στρατιωτική λύση στο Ιράν».

Η κλίμακα της ισραηλινής επένδυσης
Παράλληλα με τη χρηματοδότηση think tanks, εξελίσσεται και μια πολύ ευρύτερη επένδυση σε δημόσια εικόνα. Το Ισραήλ διέθεσε στον προϋπολογισμό του 2026 πάνω από επτακόσια εκατομμύρια δολάρια για τη βελτίωση της διεθνούς του εικόνας. Αντίστοιχα, το προηγούμενο έτος το ποσό αυτό ανερχόταν σε εκατόν πενήντα εκατομμύρια, ήδη περίπου είκοσι φορές υψηλότερο από τα προπολεμικά επίπεδα δαπανών γύρω από τη Γάζα. Η χώρα φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από την παραδοσιακή εξάρτηση από ισχυρές λομπιστικές ομάδες, στρεφόμενη αντ’ αυτού σε ξένους αντιπροσώπους, εταιρείες δημοσίων σχέσεων, επιρροείς κοινωνικών δικτύων και εκστρατείες με τεχνητή νοημοσύνη. Δεκαεπτά εταιρείες καταχωρίστηκαν επίσημα το 2024 και το 2025 ως εκπρόσωποι ισραηλινών συμφερόντων. Το μεγαλύτερο συμβόλαιο, ύψους σαράντα έξι και μισό εκατομμυρίων δολαρίων, δόθηκε στην εταιρεία Clock Tower X, ιδρυθείσα από τον πρώην διευθυντή προεκλογικής εκστρατείας του Τραμπ. Η ίδια εταιρεία, όπως έχουμε ήδη καταγράψει, συνδέεται και με εκστρατείες διαμόρφωσης απαντήσεων συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης γύρω από τον πόλεμο στη Γάζα, γεγονός που δείχνει πόσο διασυνδεδεμένο είναι πλέον αυτό το δίκτυο επιρροής.
Οι σύμβουλοι με τα δικά τους συμφέροντα
Πέρα από τα think tanks, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θέση προσωπικοτήτων στενά συνδεδεμένων με τον ίδιο τον πρόεδρο. Ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Τραμπ, επανήλθε σε κεντρικό ρόλο διαμόρφωσης εξωτερικής πολιτικής μετά την ανάληψη της προεδρίας. Παράλληλα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν σημαντικό υποστηρικτή της επενδυτικής εταιρείας του, Affinity Partners, με άμεση επένδυση περίπου διακοσίων εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόσθετα κεφάλαια έφτασαν μέσω επενδυτικού οργανισμού με έδρα το Άμπου Ντάμπι, χρηματοδοτούμενου από κρατικά κεφάλαια της χώρας. Αντίστοιχα, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ διατηρεί οκταψήφιο μερίδιο σε εταιρεία κρυπτονομισμάτων που ο ίδιος συνίδρυσε. Σε συνέντευξή του τον Οκτώβριο του 2025, ο Κούσνερ υπερασπίστηκε ανοιχτά αυτούς τους δεσμούς, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι «αυτό που άλλοι αποκαλούν σύγκρουση συμφερόντων, εμείς το αποκαλούμε εμπειρία και σχέσεις εμπιστοσύνης σε όλο τον κόσμο». Δημοσιεύματα ανέφεραν επίσης ότι τόσο η Σαουδική Αραβία όσο και τα Εμιράτα άσκησαν πίεση στον Τραμπ να επιτεθεί στο Ιράν, με τον Σαουδάραβα διάδοχο να τον προτρέπει προσωπικά σε τηλεφωνικές συνομιλίες.

Ένα Κόλπο όχι μονολιθικό
Δίκαιο είναι όμως να διευκρινιστεί ότι η εικόνα δεν είναι απόλυτα ενιαία. Ανάλυση βρετανικού ινστιτούτου διεθνών σχέσεων σημειώνει ότι η Σαουδική Αραβία, σε αντίθεση με τα Εμιράτα, επιδίωξε στην πράξη να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση. Το Ριάντ φοβόταν ότι μια στρατιωτική εμπλοκή θα έθετε σε κίνδυνο τις δικές του εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγής πετρελαίου, οι οποίες αναπτύχθηκαν ακριβώς για να μειώσουν την εξάρτηση από το Στενό του Ορμούζ. Αντίθετα, τα Εμιράτα υιοθέτησαν πολύ πιο σκληρή στάση, πλησιέστερη σε εκείνη των ΗΠΑ και του Ισραήλ, με ανώτερους αξιωματούχους να επικρίνουν ανοιχτά και το ίδιο το Ιράν αλλά και άλλους περιφερειακούς εταίρους για ανεπαρκή αντίδραση. Η διαφορά αυτή τροφοδότησε εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση των Εμιράτων από τον οργανισμό πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Η υπόθεση αυτή δείχνει ότι ακόμη και ανάμεσα σε στενούς συμμάχους, τα οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα δεν συμπίπτουν πάντα.

Η αντίφαση των πληροφοριών
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, αφορά την ίδια τη δικαιολόγηση του πολέμου. Ο πρόεδρος Τραμπ ισχυρίστηκε δημόσια, τον Ιούνιο του 2025, ότι περιορισμένα πλήγματα είχαν «εξολοθρεύσει πλήρως» τις πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η ίδια η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών εκτιμούσε ότι το Ιράν δεν αποτελούσε άμεση απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες τη στιγμή που ξεκίνησαν οι πλήρεις πολεμικές επιχειρήσεις. Η απόκλιση αυτή ανάμεσα σε δημόσια ρητορική και εσωτερική αξιολόγηση δεν αποδεικνύεται εύκολα, καθώς οι εκτιμήσεις πληροφοριών παραμένουν διαβαθμισμένες. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη τέτοιας απόκλισης, όπως καταγράφεται από ανεξάρτητους δημοσιογράφους έρευνας, θέτει σοβαρό ερώτημα για το αν οι αποφάσεις κλιμάκωσης βασίστηκαν σε αντικειμενική εκτίμηση απειλής ή σε συνδυασμό πολιτικής πίεσης, οικονομικών δεσμών και οργανωμένης λομπιστικής προσπάθειας.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Η υπόθεση αυτή αφορά και την Ευρώπη, όχι μόνο ως παρατηρήτρια. Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βασίζονται συχνά σε αμερικανικά think tanks και αναλύσεις για τη διαμόρφωση της δικής τους στάσης απέναντι στη Μέση Ανατολή. Αν η πηγή αυτών των αναλύσεων είναι οικονομικά συνδεδεμένη με μέρη του ίδιου του πολέμου, η ποιότητα της ευρωπαϊκής ενημέρωσης επηρεάζεται έμμεσα. Παράλληλα, η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει αυξανόμενη πίεση για μεγαλύτερη διαφάνεια στη χρηματοδότηση ερευνητικών κέντρων που επηρεάζουν τη δική της εξωτερική πολιτική. Η ελληνική διπλωματία, ως μέρος αυτού του ευρύτερου συστήματος, ωφελείται από την ύπαρξη ανεξάρτητων εργαλείων επαλήθευσης πηγών, ακριβώς όπως αυτό που ανέπτυξε το αμερικανικό ινστιτούτο.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με πολλά, αλληλένδετα νήματα. Δεν πρόκειται για απλή θεωρία συνωμοσίας, αλλά για δημόσια, καταγεγραμμένα στοιχεία λομπιστικής δραστηριότητας και χρηματοδότησης. Παράλληλα, κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ο πόλεμος ξεκίνησε αποκλειστικά λόγω οικονομικής πίεσης. Ωστόσο, η συνύπαρξη τόσων πολλών οικονομικών δεσμών, ανάμεσα σε συμβούλους, think tanks και αποφασίζοντες, αξίζει τη μέγιστη δημόσια προσοχή. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί την εξέλιξη αυτού του δικτύου επιρροής, καθώς η διαφάνεια παραμένει το πρώτο βήμα για κάθε ουσιαστική δημόσια λογοδοσία.

