Πώς τα καρτέλ ναρκωτικών διεισδύουν στα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης – Το αδύναμο σημείο του παγκόσμιου εμπορίου

Μόλις το 2% έως 10% των εμπορευματοκιβωτίων μπορεί να ελεγχθεί στα ευρωπαϊκά λιμάνια – Η διαφθορά στις μεταφορές, τα δισεκατομμύρια της κοκαΐνης και οι νέες διαδρομές των εγκληματικών δικτύων

Πώς τα καρτέλ ναρκωτικών διεισδύουν στα μεγαλύτερα λιμάνια της Ευρώπης – Το αδύναμο σημείο του παγκόσμιου εμπορίου

Τα μεγαλύτερα εμπορικά λιμάνια της Ευρώπης αποτελούν βασικούς κόμβους του διεθνούς εμπορίου, αλλά ταυτόχρονα προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες στα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών, τα οποία εκμεταλλεύονται τον τεράστιο όγκο των εμπορευματοκιβωτίων, την ταχύτητα των μεταφορών και τις δυσκολίες των τελωνειακών ελέγχων. Η διείσδυση εγκληματικών οργανώσεων στις νόμιμες εφοδιαστικές αλυσίδες αναδεικνύεται σε πρόβλημα που δεν περιορίζεται πλέον στην καταπολέμηση του λαθρεμπορίου, αλλά επηρεάζει την ασφάλεια των εργαζομένων, τη λειτουργία των λιμανιών και τις τοπικές κοινωνίες.

σχετικά άρθρα

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η Europol το 2023, οι αρμόδιες αρχές είχαν τη δυνατότητα να επιθεωρούν μόλις το 2% έως 10% των εμπορευματοκιβωτίων που περνούσαν από λιμάνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα φορτία διακινούνται χωρίς κανέναν έλεγχο, καθώς χρησιμοποιούνται πληροφορίες των διωκτικών αρχών, έλεγχοι εγγράφων και άλλες διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνου. Ωστόσο, η φυσική επιθεώρηση κάθε εμπορευματοκιβωτίου θα προκαλούσε καθυστερήσεις και οικονομικό κόστος που το σημερινό εμπορικό σύστημα δεν μπορεί εύκολα να απορροφήσει.

Η σημασία των θαλάσσιων μεταφορών για το εμπόριο ναρκωτικών αποτυπώνεται και στα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών. Περισσότερο από το 90% των ποσοτήτων κοκαΐνης που κατασχέθηκαν παγκοσμίως το 2023 συνδεόταν με θαλάσσια διακίνηση.

Το ποσοστό αφορά τις κατασχέσεις και όχι το σύνολο της κοκαΐνης που διακινήθηκε επιτυχώς. Παρ’ όλα αυτά, δείχνει ότι το λαθρεμπόριο δεν βασίζεται αποκλειστικά σε μικρά σκάφη ή απομονωμένα περάσματα, αλλά αξιοποιεί και τις μεγάλες εμπορικές υποδομές.

Ανάμεσα στον Ιανουάριο του 2019 και τον Ιούνιο του 2024, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για τα Ναρκωτικά (EUDA), κατασχέθηκαν περισσότερες από 1.826 τόνοι παράνομων ναρκωτικών σε λιμάνια της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε φορτία που προορίζονταν για αυτά.

Από τη συγκεκριμένη ποσότητα, περίπου 1.507 τόνοι, δηλαδή το 83%, συνδέονταν με πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Τα στοιχεία αυτά δεν επιτρέπουν να υπολογιστεί πόσα ναρκωτικά πέρασαν απαρατήρητα από τις αρχές. Αναδεικνύουν, όμως, τη σημασία των εμπορικών πλοίων στη μεταφορά μεγάλων παράνομων φορτίων.

Η λειτουργία των σύγχρονων λιμανιών εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα. Τα εμπορευματοκιβώτια έχουν περιορίσει το κόστος διαχείρισης των φορτίων και έχουν επιτρέψει τη δημιουργία εφοδιαστικών αλυσίδων που συνδέουν διαφορετικές ηπείρους.

Ένα εμπορευματοκιβώτιο μπορεί να φορτωθεί σε μία χώρα, να μεταφερθεί μέσω άλλου λιμανιού και να καταλήξει σε ένα δίκτυο χερσαίων μεταφορών σε τρίτο κράτος.

Για τις τελωνειακές αρχές, η δυσκολία δεν είναι μόνο ο αριθμός των φορτίων, αλλά και ο εντοπισμός εκείνων που παρουσιάζουν ύποπτα χαρακτηριστικά, καθώς περνούν από διαφορετικές επιχειρήσεις, μεταφορικά μέσα και εθνικές δικαιοδοσίες.

Τα λιμάνια της Αμβέρσας, του Ρότερνταμ και του Αμβούργου έχουν ιδιαίτερη σημασία, επειδή συνδέουν τις θαλάσσιες μεταφορές με οδικά και σιδηροδρομικά δίκτυα, αποθήκες και κέντρα διανομής που εξυπηρετούν τις ευρωπαϊκές αγορές.

Για τις εγκληματικές οργανώσεις, επομένως, η πρόσβαση σε έναν μεγάλο λιμενικό σταθμό μπορεί να σημαίνει πρόσβαση σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο μεταφορών.

Πώς διεισδύουν οι εγκληματικές οργανώσεις στις νόμιμες μεταφορές

Μια πολυεθνική έρευνα που ανακοίνωσε η Europol τον Ιούνιο του 2024 αποκάλυψε τον τρόπο με τον οποίο ένα ύποπτο δίκτυο διακίνησης κοκαΐνης αξιοποιούσε τις νόμιμες εμπορικές υποδομές.

Οι ερευνητές συνέδεσαν την οργάνωση με αποστολές κοκαΐνης από τη Νότια Αμερική, οι οποίες μεταφέρονταν μέσω εμπορευματοκιβωτίων και σχετίζονταν με τα λιμάνια του Αμβούργου, της Αμβέρσας και του Ρότερνταμ.

Από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο του 2023, οι αρχές στο Βέλγιο, στον Ισημερινό και στη Γερμανία κατέσχεσαν περίπου 35 τόνους κοκαΐνης που συνδέονταν με την έρευνα.

Το 2024 συνελήφθησαν στη Γερμανία έξι ύποπτοι.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το δίκτυο χρησιμοποιούσε εταιρείες-βιτρίνες, μεταφορικές επιχειρήσεις και συνεργάτες στον τομέα της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Η υπόθεση δείχνει ότι οι διακινητές δεν χρειάζεται απαραίτητα να διαθέτουν δικά τους πλοία ή να ελέγχουν λιμενικές εγκαταστάσεις. Μπορούν να εκμεταλλεύονται επιχειρήσεις που ήδη μεταφέρουν νόμιμα εμπορεύματα μεταξύ διαφορετικών χωρών.

Οι ευκαιρίες παρέμβασης σε ένα φορτίο εμφανίζονται σε πολλά στάδια της μεταφοράς του. Εξαγωγείς, εταιρείες χερσαίων μεταφορών, αποθήκες, διαμεταφορείς και συστήματα καταχώρισης εγγράφων συμμετέχουν στη διαδικασία πριν ακόμη φτάσει ένα εμπορευματοκιβώτιο στο λιμάνι αναχώρησης.

Η παράνομη παρέμβαση μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν από τη φόρτωση, κατά τη μεταφορά ή μετά την εκφόρτωση.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η πρόσβαση των εγκληματικών δικτύων σε εργαζομένους της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Τον Ιούλιο του 2025, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων δημοσίευσε ανάλυση περισσότερων από 2.600 κατασχέσεων ναρκωτικών, που αφορούσαν περίπου 1.347 τόνους.

Στο 68% των υποθέσεων που εξετάστηκαν διαπιστώθηκε κάποιος βαθμός εμπλοκής ανθρώπων που εργάζονταν στις θαλάσσιες μεταφορές φορτίων.

Το ποσοστό αφορά αποκλειστικά το δείγμα της συγκεκριμένης μελέτης και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτικό του συνόλου της παγκόσμιας διακίνησης ναρκωτικών.

Η εμπλοκή εργαζομένων δεν προκύπτει πάντοτε από οικειοθελή συνεργασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οφείλεται σε δωροδοκία, ενώ σε άλλες σε εκβιασμό ή απειλές βίας εναντίον των ίδιων ή των οικογενειών τους.

Για τον λόγο αυτό, η προστασία των λιμανιών δεν περιορίζεται στη διερεύνηση υποθέσεων διαφθοράς, αλλά απαιτεί και μέτρα προστασίας των εργαζομένων που αντιμετωπίζουν απειλές.

Μια επιπλέον ευπάθεια αφορά τις ψηφιακές πληροφορίες. Η Europol έχει καταγράψει περιπτώσεις παράνομης χρήσης στοιχείων αναφοράς εμπορευματοκιβωτίων, με στόχο την απόκτηση πρόσβασης σε φορτία.

Επομένως, η προστασία των εμπορευμάτων απαιτεί τόσο φυσική ασφάλεια όσο και προστασία των πληροφοριών και των διαδικασιών που καθορίζουν τη διακίνησή τους.

Το οικονομικό κίνητρο των εγκληματικών οργανώσεων εξηγεί γιατί συνεχίζουν να αναλαμβάνουν μεγάλους κινδύνους, ακόμη και όταν οι αρχές πραγματοποιούν σημαντικές κατασχέσεις.

Οι διαφορές στην τιμή των ναρκωτικών ανάμεσα στις περιοχές παραγωγής και στις αγορές προορισμού δημιουργούν μεγάλα περιθώρια εσόδων. Αυτά δεν ισοδυναμούν με καθαρά κέρδη, καθώς υπάρχουν δαπάνες παραγωγής, μεταφοράς, διανομής, δωροδοκιών και απώλειες από κατασχέσεις.

Ωστόσο, υπό ορισμένες συνθήκες, τα έσοδα από επιτυχημένες αποστολές μπορούν να αντισταθμίσουν τις απώλειες και να χρηματοδοτήσουν νέες διαδρομές ή συνεργασίες.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση για τα Ναρκωτικά του ΟΗΕ για το 2025, η παγκόσμια παραγωγή κοκαΐνης εκτιμήθηκε σε 3.708 τόνους το 2023, περίπου 34% περισσότερους σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.

Την ίδια χρονιά, οι παγκόσμιες κατασχέσεις κοκαΐνης έφτασαν σε επίπεδο ρεκόρ, περίπου 2.275 τόνους.

Παράλληλα, ο εκτιμώμενος αριθμός των χρηστών κοκαΐνης αυξήθηκε από 17 εκατομμύρια το 2013 σε 25 εκατομμύρια το 2023.

Η ταυτόχρονη αύξηση της παραγωγής, της κατανάλωσης και των κατασχέσεων δεν αποδεικνύει ότι οι επιχειρήσεις των αρχών είναι αναποτελεσματικές. Δείχνει, όμως, ότι οι ποσότητες που κατάσχονται δεν αρκούν από μόνες τους για να αποτυπώσουν κατά πόσο έχει περιοριστεί η δυνατότητα των εγκληματικών δικτύων να τροφοδοτούν την αγορά.

Η βία γύρω από τα λιμάνια και η μεταφορά των παράνομων διαδρομών

Οι συνέπειες της διακίνησης ναρκωτικών δεν σταματούν όταν ένα παράνομο φορτίο εγκαταλείψει το λιμάνι.

Η διείσδυση εγκληματικών οργανώσεων στις εμπορικές υποδομές μπορεί να συνδεθεί με εκφοβισμό εργαζομένων, ανταγωνισμό μεταξύ εγκληματικών δικτύων και περιστατικά βίας που επηρεάζουν τις γύρω περιοχές.

Σύμφωνα με την EUDA, μεταξύ Ιανουαρίου 2019 και Ιουνίου 2024 κατασχέθηκαν περίπου 443 τόνοι κοκαΐνης στην Αμβέρσα και 181 τόνοι στο Ρότερνταμ, δύο από τα σημαντικότερα σημεία εντοπισμού παράνομων φορτίων στην Ευρώπη.

Στην Αμβέρσα, ο προκάτοχος της EUDA είχε επίσης καταγράψει 66 περιστατικά με πυροβόλα όπλα ή χειροβομβίδες από το 2017 έως τον Αύγουστο του 2020, τα οποία πιθανότατα συνδέονταν με το εμπόριο κοκαΐνης.

Οι απειλές κατά εργαζομένων στα λιμάνια αποτελούν ακόμη μία ένδειξη ότι οι συνέπειες του λαθρεμπορίου επεκτείνονται πέρα από τις ίδιες τις μεταφορές.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ισημερινός αποτελεί παράδειγμα της σημασίας των εξαγωγικών διαδρομών για τη διεθνή διακίνηση ναρκωτικών.

Η πολυεθνική έρευνα που ανακοίνωσε η Europol το 2024 περιλάμβανε κατασχέσεις από τις αρχές του Ισημερινού, σε συνεργασία με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές υπηρεσίες.

Ωστόσο, η ευρύτερη εγκληματική βία στη χώρα έχει πολλαπλές αιτίες και δεν μπορεί να συνδέεται αυτομάτως κάθε περιστατικό με συγκεκριμένες δραστηριότητες στα λιμάνια χωρίς σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

Η παράνομη διακίνηση μπορεί επίσης να δημιουργεί βραχυπρόθεσμα έσοδα και οικονομική δραστηριότητα για ορισμένους τοπικούς παράγοντες. Αυτά τα οφέλη, όμως, μπορεί να συνυπάρχουν με ευρύτερες συνέπειες, όπως διαφθορά, ανασφάλεια, βία και αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η δυνατότητα των εγκληματικών οργανώσεων να αλλάζουν διαδρομές όταν αυξάνονται οι έλεγχοι.

Η ενίσχυση της ασφάλειας σε ένα μεγάλο λιμάνι μπορεί να αυξήσει το κόστος και τον κίνδυνο για τους διακινητές. Ωστόσο, δίκτυα με επαρκείς οικονομικούς πόρους και διεθνείς διασυνδέσεις μπορούν να αναζητήσουν διαφορετικά σημεία εισόδου, μεταφορείς ή συνεργάτες.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τελωνείων κατέγραψε μεταβολές στις θαλάσσιες διαδρομές της κοκαΐνης κατά το 2023 και το 2024, μεταξύ των οποίων και αυξημένη χρήση μικρότερων ευρωπαϊκών λιμανιών.

Παράλληλα, σύμφωνα με την EUDA, οι κατασχέσεις κοκαΐνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκαν από 419 τόνους το 2023 σε 330 τόνους το 2024.

Την ίδια περίοδο, όμως, ο αριθμός των κατασχέσεων αυξήθηκε από περίπου 95.000 σε 97.000.

Η υπηρεσία επισήμανε ως πιθανή εξέλιξη τη διαφοροποίηση των διαδρομών και των μεθόδων διακίνησης, χωρίς τα στοιχεία αυτά να αποδεικνύουν από μόνα τους τις ακριβείς αιτίες των αλλαγών.

Το πρόβλημα αναδεικνύει τα όρια των μεμονωμένων εθνικών παρεμβάσεων. Μια επιτυχία των αρχών σε ένα λιμάνι μπορεί να συμπίπτει με τη μεταφορά των παράνομων φορτίων σε άλλο.

Έτσι, η αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης του θαλάσσιου λαθρεμπορίου δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση τις κατασχέσεις που πραγματοποιούνται σε μία χώρα ή σε έναν συγκεκριμένο εμπορικό σταθμό.

Οι δημόσιες αρχές οφείλουν να διατηρούν τη λειτουργία του εμπορίου, να τηρούν τους νομικούς περιορισμούς και να συντονίζουν διαφορετικές υπηρεσίες, ενώ οι εγκληματικές οργανώσεις επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τις διαφορές στην εποπτεία και στις διαδικασίες μεταξύ κρατών.

Η κατάσχεση ενός φορτίου, η σύλληψη υπόπτων ή η εξάρθρωση μιας επιχείρησης διακίνησης αποτελούν ουσιαστικά αποτελέσματα. Η μακροπρόθεσμη σημασία τους, όμως, εξαρτάται από το κατά πόσο περιορίζουν τη χρηματοδότηση των οργανώσεων, την πρόσβασή τους σε συνεργάτες και την ικανότητά τους να επαναλαμβάνουν τις δραστηριότητές τους.

Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί διακρατική συνεργασία σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα, από τις χώρες παραγωγής και διέλευσης μέχρι τις αγορές κατανάλωσης.

Σημαντικό ρόλο έχουν οι οικονομικές έρευνες, η προστασία των εργαζομένων, η ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και ο συντονισμός μεταξύ τελωνειακών, αστυνομικών και δικαστικών αρχών, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Το βασικό πρόβλημα παραμένει ότι οι ίδιες υποδομές που επιτρέπουν τη γρήγορη και αποτελεσματική μεταφορά νόμιμων εμπορευμάτων μπορούν να αξιοποιηθούν και από εγκληματικά δίκτυα.

Όσο εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλη ζήτηση για ναρκωτικά και υψηλά οικονομικά κίνητρα, οι οργανώσεις που διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους και τις διασυνδέσεις θα συνεχίσουν να αναζητούν τρόπους παράκαμψης των ελέγχων.

Επομένως, η ουσιαστική αντιμετώπιση της διακίνησης δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των τόνων που κατάσχονται, αλλά και από το εάν οι αρχές καταφέρνουν να αποδυναμώνουν τις οικονομικές δυνατότητες, τα δίκτυα συνεργασίας και την ικανότητα αναδιοργάνωσης των εγκληματικών οργανώσεων.