Πώς οι μεγάλες δυνάμεις πολεμούν χωρίς να συγκρούονται άμεσα – Ποιοι κινούν τα νήματα στους πολέμους δι’ αντιπροσώπων
Από την Κορέα και το Βιετνάμ μέχρι τη Συρία, το Σουδάν και την Ουκρανία, οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων έχουν πολλαπλασιαστεί, καθώς ισχυρά κράτη χρησιμοποιούν τοπικές συγκρούσεις για να πλήξουν τους αντιπάλους τους χωρίς να αναμετρηθούν απευθείας
Η εικόνα των πολέμων στον κόσμο έχει αλλάξει σημαντικά. Οι άμεσες ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ κρατών παραμένουν σχετικά περιορισμένες σε σύγκριση με το παρελθόν, ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις σταμάτησαν να ανταγωνίζονται στρατιωτικά. Αντίθετα, ένα διαφορετικό μοντέλο πολέμου έχει αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία: οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων, στους οποίους εξωτερικές δυνάμεις χρηματοδοτούν, εξοπλίζουν ή εκπαιδεύουν τις πλευρές μιας σύγκρουσης, μετατρέποντας ουσιαστικά μια τρίτη χώρα σε πεδίο της δικής τους αντιπαράθεσης.
Η τάση είναι ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία χρόνια. Ενώ οι πόλεμοι μεταξύ κρατών εμφανίζονται σε σχετικά σταθερούς αριθμούς μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι εμφύλιες συγκρούσεις είναι περισσότερες, οι εσωτερικοί πόλεμοι με εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη αυξήθηκαν απότομα. Το 2020 βρίσκονταν σε εξέλιξη περισσότερες από 25 τέτοιες συγκρούσεις ταυτόχρονα.
Πρόκειται για πολέμους που συχνά περιγράφονται απλώς ως εμφύλιοι, όπως εκείνοι στη Συρία ή στο Σουδάν. Στην πραγματικότητα όμως η εμπλοκή εξωτερικών κρατών μπορεί να αλλάξει ριζικά τη δυναμική τους. Οι τοπικές πλευρές λειτουργούν ως «αντιπρόσωποι» ή πελάτες, ενώ τα κράτη που τις υποστηρίζουν μετατρέπονται στους εξωτερικούς προστάτες τους. Παρέχουν όπλα, χρήματα, εκπαίδευση, υλικοτεχνική υποστήριξη και σε ορισμένες περιπτώσεις άμεση στρατιωτική βοήθεια.

Για τις μεγάλες δυνάμεις, αυτή η επιλογή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα συμφέρουσα. Ένα κράτος μπορεί να αποδυναμώσει έναν αντίπαλό του χωρίς να στείλει απαραίτητα δικούς του στρατιώτες στη μάχη, διατηρώντας ταυτόχρονα έναν βαθμό άρνησης της άμεσης εμπλοκής του. Κυρίως, όμως, η καταστροφή περιορίζεται στο έδαφος μιας τρίτης χώρας. Το ανθρώπινο και οικονομικό κόστος το επωμίζονται σε μεγάλο βαθμό άλλοι.
Η ανάπτυξη αυτού του μοντέλου συνδέεται άμεσα με την πυρηνική εποχή. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η εμφάνιση των ατομικών όπλων κατέστησαν μια απευθείας αναμέτρηση μεταξύ μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων εξαιρετικά επικίνδυνη. Ο ανταγωνισμός όμως δεν εξαφανίστηκε. Οι ισχυρές χώρες συνέχισαν να επιδιώκουν επιρροή, πρόσβαση σε πόρους και αποδυνάμωση των αντιπάλων τους, αναζητώντας πιο έμμεσους τρόπους σύγκρουσης.
Από την Κορέα και το Βιετνάμ στους σύγχρονους πολέμους
Ο Ψυχρός Πόλεμος αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση απέφυγαν μια απευθείας πολεμική σύγκρουση, αλλά υποστήριξαν αντίπαλα στρατόπεδα σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι δύο υπερδυνάμεις παρενέβησαν στον κινεζικό εμφύλιο, παρέχοντας στρατιωτικό υλικό, χρηματοδότηση και εκπαίδευση σε αντίπαλες πλευρές. Ακολούθησε η Κορέα, όπου η Μόσχα υποστήριξε τη Βόρεια Κορέα με όπλα, χρήματα και μαχητικά αεροσκάφη, ενώ οι ΗΠΑ έστειλαν τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις για να στηρίξουν τον Νότο. Στη σύγκρουση μπήκε και η Κίνα.

Η εξωτερική βοήθεια επέτρεψε στις εμπλεκόμενες πλευρές να συνεχίσουν να πολεμούν πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν βασιζόμενες αποκλειστικά στις δικές τους δυνατότητες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος, ακόμη και όταν η Βόρεια Κορέα επιθυμούσε διαπραγματεύσεις, ήθελε τη συνέχιση του πολέμου, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να προκαλέσει πολιτικό και στρατιωτικό κόστος στις ΗΠΑ.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε ξανά. Στο Κονγκό της δεκαετίας του 1960, οι μεγάλες δυνάμεις υποστήριξαν αντίπαλες πλευρές μιας εσωτερικής σύγκρουσης. Το Βιετνάμ αποτέλεσε ακόμη μία μεγάλη αναμέτρηση, με τη Σοβιετική Ένωση να εξοπλίζει και να χρηματοδοτεί τη μία πλευρά και τις ΗΠΑ να στέλνουν εκατομμύρια στρατιώτες για να στηρίξουν την άλλη.
Στο Αφγανιστάν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Σοβιετική Ένωση επενέβη για να στηρίξει τη συμμαχική της κυβέρνηση, ενώ οι ΗΠΑ διοχέτευσαν όπλα, χρήματα και εκπαίδευση στους Μουτζαχεντίν. Για την Ουάσινγκτον, ήταν ένας σχετικά οικονομικός τρόπος να επιβαρύνει δυσανάλογα τον σοβιετικό στρατό.
Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου θα μπορούσε να αναμένει κανείς ότι αυτού του είδους οι συγκρούσεις θα μειώνονταν. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ένας βασικός λόγος είναι ότι το διεθνές σύστημα απέκτησε πολύ περισσότερους κρατικούς παίκτες που είναι πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν ένοπλες οργανώσεις ή κυβερνήσεις.
Έτσι, ένας πόλεμος μπορεί πλέον να περιλαμβάνει τέσσερις ή πέντε διαφορετικούς εξωτερικούς υποστηρικτές. Αυτό κάνει την ειρήνευση εξαιρετικά δύσκολη. Οι πόλεμοι συνήθως τελειώνουν όταν μία ή περισσότερες πλευρές δεν μπορούν πλέον να συνεχίσουν. Όταν όμως υπάρχει ένας εξωτερικός χρηματοδότης έτοιμος να προσφέρει νέα όπλα και χρήματα, μια δύναμη που βρίσκεται κοντά στην ήττα μπορεί να επανέλθει στη μάχη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν το Κονγκό στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όπου γειτονικά κράτη υποστήριξαν διαφορετικές ένοπλες ομάδες. Η Ουγκάντα και η Ρουάντα βοήθησαν τη μία πλευρά, ενώ Ναμίμπια, Αγκόλα και Ζιμπάμπουε στήριξαν την άλλη. Η πρόσβαση σε περιοχές πλούσιες σε φυσικούς πόρους αποτελούσε επιπλέον κίνητρο για την εξωτερική παρέμβαση.
Συρία, Σουδάν και η ιδιαίτερη περίπτωση της Ουκρανίας
Παρόμοια δυναμική εμφανίστηκε στη Λιβύη μετά την ανατροπή του επί χρόνια ηγέτη της χώρας το 2011. Το κενό εξουσίας οδήγησε σε εμφύλια σύγκρουση και διαφορετικές εξωτερικές δυνάμεις άρχισαν να στηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα. Μεταξύ των χωρών που απέκτησαν διαφορετικούς ρόλους αναφέρονται η Ρωσία, η Τουρκία, η Γαλλία, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αίγυπτος, με τη χώρα να παραμένει διαιρεμένη ανάμεσα σε παρατάξεις που έχουν δεχθεί ξένη υποστήριξη.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνη όταν η πτώση μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας αφήνει πολλές ομάδες να ανταγωνίζονται για τον έλεγχο του κράτους. Κάθε παράταξη έχει κίνητρο να αναζητήσει έναν εξωτερικό υποστηρικτή για να αποκτήσει πλεονέκτημα. Εάν όμως ο αντίπαλός της βρει με τη σειρά του άλλον χρηματοδότη, δημιουργείται ένας μηχανισμός που μπορεί να συντηρεί τον πόλεμο επί δεκαετίες.
Η Συρία αποτελεί ένα από τα πλέον αιματηρά παραδείγματα. Μια εξέγερση εναντίον της κυβέρνησης εξελίχθηκε σε εμφύλιο πόλεμο και σταδιακά προσέλκυσε εξωτερικές δυνάμεις, οι οποίες ενίσχυσαν διαφορετικές πλευρές. Η σύγκρουση κράτησε περίπου μιάμιση δεκαετία και περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ μέσα από το χάος αναδύθηκαν και ακραίες ένοπλες οργανώσεις.
Αντίστοιχη ανησυχία προκαλεί το Σουδάν, όπου η εμφύλια σύγκρουση έχει επίσης διεθνοποιηθεί, με την εξωτερική υποστήριξη να επιδεινώνει έναν ήδη καταστροφικό πόλεμο.
Ξεχωριστή περίπτωση αποτελεί η Ουκρανία. Η σχέση των ΗΠΑ και γενικότερα της Δύσης με την Ουκρανία παρουσιάζει χαρακτηριστικά ενός κλασικού πολέμου δι’ αντιπροσώπων, καθώς το Κίεβο δέχεται εκτεταμένη εξωτερική υποστήριξη. Ωστόσο, στην άλλη πλευρά δεν βρίσκεται ένας ρωσικός «αντιπρόσωπος», αλλά η ίδια η Ρωσία ως άμεσα εμπλεκόμενη στρατιωτική δύναμη, μαζί με ένοπλες δυνάμεις που έχει υποστηρίξει.
Γι’ αυτό η σύγκρουση περιγράφεται ως ένα είδος «μισού πολέμου δι’ αντιπροσώπων», γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνη. Μία πυρηνική δύναμη συμμετέχει ήδη άμεσα και αντιμετωπίζει την έκβαση του πολέμου ως ζήτημα τεράστιας σημασίας για το ίδιο το κράτος και το καθεστώς της.
Υπάρχει όμως και η οπτική των ανθρώπων που βρίσκονται στο πεδίο. Για τους Ουκρανούς που αντιμετωπίζουν τη ρωσική κατοχή, η ξένη βοήθεια δεν αποτελεί αφηρημένο γεωπολιτικό εργαλείο, αλλά μέσο για να ανακτήσουν εδάφη και να επιβιώσουν απέναντι στην εισβολή. Αυτό εξηγεί και γιατί οι τοπικές δυνάμεις αποδέχονται την υποστήριξη ισχυρότερων κρατών, ακόμη και όταν γνωρίζουν ότι μπορεί να οδηγήσει σε παράταση της σύγκρουσης.
Μια αξιοσημείωτη εξαίρεση σε αυτό το μοντέλο είναι μέχρι στιγμής η Κίνα. Το Πεκίνο δεν έχει υιοθετήσει στον ίδιο βαθμό την πρακτική της άμεσης υποστήριξης αντιπροσώπων σε εμφυλίους πολέμους. Προτιμά τη σταθερότητα και επικαλείται ως βασική αρχή της εξωτερικής πολιτικής του τη μη παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Η στάση αυτή δοκιμάζεται στη Μιανμάρ, όπου βρίσκεται σε εξέλιξη εμφύλιος πόλεμος κοντά στα κινεζικά σύνορα.
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν η Κίνα, με τα προηγμένα οπλικά συστήματα, τις κυβερνοδυνατότητες και το παγκόσμιο δίκτυο σχέσεών της, αρχίσει να χρησιμοποιεί συστηματικά το ίδιο μοντέλο.
Οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων έχουν γίνει έτσι ένα από τα βασικά εργαλεία του σύγχρονου γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Είναι φθηνότεροι και λιγότερο επικίνδυνοι για τις μεγάλες δυνάμεις από μια απευθείας αναμέτρηση, όμως μπορούν να αποδειχθούν πολύ πιο καταστροφικοί για τις κοινωνίες που μετατρέπονται σε πεδία μάχης. Η εξωτερική χρηματοδότηση μπορεί να κρατά ζωντανές στρατιωτικά παρατάξεις που διαφορετικά θα είχαν εξαντληθεί, με αποτέλεσμα οι συγκρούσεις να γίνονται μακρύτερες, φονικότερες και πολύ πιο ανθεκτικές στις προσπάθειες ειρήνευσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, για να γίνει κατανοητός ένας σύγχρονος εμφύλιος πόλεμος δεν αρκεί πλέον να εξετάζεται ποιος πολεμά ποιον στο εσωτερικό μιας χώρας. Εξίσου κρίσιμο είναι το ερώτημα ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε πλευρά, ποιος πληρώνει, ποιος εξοπλίζει και ποια μεγαλύτερη γεωπολιτική αντιπαράθεση διεξάγεται μέσα από έναν πόλεμο που φαινομενικά αφορά μόνο εκείνους που βρίσκονται στο πεδίο.

