Η Γαλλία βυθίζεται στο χρέος και απειλεί την Ευρωζώνη – Γιατί η επόμενη κρίση μπορεί να ξεκινήσει από το Παρίσι
Το γαλλικό χρέος έχει ξεπεράσει τα 3,3 τρισ. ευρώ, οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να περάσουν μεταρρυθμίσεις και οι αγορές ζητούν πλέον από τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης επιτόκια αντίστοιχα με της Ιταλίας
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν επικίνδυνο συνδυασμό αυξανόμενου δημόσιου χρέους, υψηλών ελλειμμάτων, πολιτικής αστάθειας και δημογραφικών πιέσεων, με τις ανησυχίες να μην περιορίζονται πλέον στο Παρίσι. Ως η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, που αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα πέμπτο της, μια σοβαρή γαλλική δημοσιονομική κρίση θα μπορούσε να μετατραπεί σε πρόβλημα για ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Το συνολικό χρέος της χώρας έχει ξεπεράσει για πρώτη φορά τα 4 τρισ. δολάρια, ενώ σε ευρώ βρίσκεται περίπου στα 3,3 τρισ.. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η Γαλλία συμπληρώνει 51 συνεχόμενα χρόνια κατά τα οποία δαπανά περισσότερα από όσα εισπράττει, καλύπτοντας τη διαφορά με νέο δανεισμό.
Το γαλλικό κράτος οικοδόμησε επί δεκαετίες ένα από τα πιο γενναιόδωρα κοινωνικά συστήματα στον κόσμο. Δημόσια χρηματοδοτούμενη υγειονομική περίθαλψη, επιδόματα ανεργίας, συντάξεις και δωρεάν εκπαίδευση από τα πρώτα χρόνια μέχρι το πανεπιστήμιο ενσωματώθηκαν στη γαλλική κοινωνική ταυτότητα. Για μεγάλο διάστημα το μοντέλο λειτουργούσε: η ανάπτυξη ήταν ισχυρή, το βιοτικό επίπεδο υψηλό και ένας μεγάλος αριθμός εργαζομένων χρηματοδοτούσε το σύστημα.
Το πρόβλημα ήταν το κόστος. Από το 1974 και μετά, τα ελλείμματα έγιναν μόνιμο χαρακτηριστικό των δημόσιων οικονομικών. Όσο η οικονομία αναπτυσσόταν και το εργατικό δυναμικό ήταν νεότερο, η κατάσταση παρέμενε διαχειρίσιμη. Όμως η δημογραφική εικόνα άρχισε σταδιακά να αλλάζει.
Τη δεκαετία του 1990 αντιστοιχούσαν περίπου πέντε εργαζόμενοι σε κάθε συνταξιούχο. Δύο δεκαετίες αργότερα η αναλογία είχε υποχωρήσει στους τρεις. Ταυτόχρονα, οι συντάξεις και η υγειονομική περίθαλψη απορροφούσαν ολοένα μεγαλύτερο τμήμα του προϋπολογισμού.
Η δημιουργία του ευρώ επέτρεψε στη Γαλλία να δανείζεται με ιστορικά χαμηλό κόστος, περιορίζοντας την πολιτική πίεση για βαθύτερες αλλαγές. Αντί να προχωρούν σε δύσκολες μεταρρυθμίσεις, οι κυβερνήσεις μπορούσαν να συνεχίζουν τον δανεισμό.
Η πρώτη μεγάλη προειδοποίηση ήρθε με τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Μέσα σε δύο χρόνια, το γαλλικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε από περίπου 60% σε 80% του ΑΕΠ. Σε αντίθεση όμως με χώρες όπως η Ελλάδα και η Ισπανία, η Γαλλία δεν βρέθηκε αντιμέτωπη με την ίδια πίεση για άμεση δημοσιονομική προσαρμογή. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μείωσε τα επιτόκια και το φθηνό χρήμα επέτρεψε στο Παρίσι να συνεχίσει να δανείζεται.
Η πανδημία έφερε το επόμενο μεγάλο σοκ. Η κυβέρνηση διοχέτευσε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε προγράμματα στήριξης, κρατικά εγγυημένα δάνεια και υγειονομικές δαπάνες. Όταν η κρίση υποχώρησε, το χρέος είχε ξεπεράσει το 110% του ΑΕΠ, με τη χώρα να οφείλει πλέον περισσότερα από όσα παράγει ολόκληρη η οικονομία της μέσα σε έναν χρόνο.

Οι συντάξεις των 350 δισ. ευρώ και η μεταρρύθμιση που έβγαλε εκατομμύρια στους δρόμους
Η σημερινή δυσκολία δεν περιορίζεται στο μέγεθος του χρέους. Η Γαλλία βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σύστημα μόνιμων και δύσκολα περικόψιμων δαπανών, την ώρα που το κόστος δανεισμού αυξάνεται.
Οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν περίπου στο 57% του ΑΕΠ, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ανεπτυγμένη οικονομία. Σε ένα έτος, το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 167 δισ. ευρώ, ενώ περισσότερα από 50 δισ. ευρώ κατευθύνθηκαν αποκλειστικά σε τόκους για το υφιστάμενο χρέος.
Το έλλειμμα κινείται περίπου στο 6% του ΑΕΠ, σχεδόν διπλάσιο από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες. Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκονται οι συντάξεις.
Η Γαλλία δαπανά περισσότερα από 350 δισ. ευρώ ετησίως για συντάξεις, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 14% της οικονομίας, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου κοντά στο 10%. Η συγκεκριμένη δαπάνη ξεπερνά πλέον, συνολικά, όσα δαπανά το κράτος για εκπαίδευση, άμυνα και μεταφορές.
Παράλληλα, όταν δημιουργήθηκε το σύστημα, οι συνταξιούχοι αντιπροσώπευαν λιγότερο από το 15% του πληθυσμού. Σήμερα βρίσκονται περίπου στο 22% και μέχρι το 2050 αναμένεται να πλησιάσουν το 30%. Οι Γάλλοι ζουν επίσης κατά μέσο όρο σχεδόν 11 χρόνια περισσότερο σε σχέση με πριν από μισό αιώνα, γεγονός που σημαίνει περισσότερα χρόνια καταβολής συντάξεων και μεγαλύτερες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης.
Ταυτόχρονα, η παραγωγικότητα έχει υποχωρήσει. Περισσότεροι νέοι παραμένουν για μεγαλύτερο διάστημα στην εκπαίδευση, όμως σχεδόν ένας στους τέσσερις αποφοίτους καταλήγει σε θέση εργασίας που δεν απαιτεί το επίπεδο σπουδών που έχει αποκτήσει. Έτσι, το σύστημα πιέζεται από δύο πλευρές: λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν περισσότερους συνταξιούχους, ενώ η παραγωγή ανά εργαζόμενο δεν αυξάνεται αρκετά ώστε να καλύψει τη διαφορά.
Το πολιτικό αδιέξοδο φάνηκε καθαρά το 2023, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν επιχείρησε να αυξήσει το όριο συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 χρόνια. Περισσότεροι από τρία εκατομμύρια άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους μέσα σε μία ημέρα, οι μεταφορές παρέλυσαν, σκουπίδια συσσωρεύτηκαν στο Παρίσι και οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν για εβδομάδες.
Σχεδόν το 70% των πολιτών αντιτασσόταν στη μεταρρύθμιση. Όταν το Κοινοβούλιο δεν έδωσε την απαραίτητη στήριξη, ο Μακρόν προχώρησε στην εφαρμογή της μέσω συνταγματικής διαδικασίας, προκαλώντας ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ένταση. Η μεταρρύθμιση πέρασε, αλλά το πολιτικό κόστος ήταν τεράστιο.
Το κόμμα του Μακρόν έχασε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και έκτοτε οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις γίνονται ακόμη δυσκολότερες. Από το 2022 η Γαλλία έχει αλλάξει ήδη πέντε πρωθυπουργούς, ενώ το μοτίβο επαναλαμβάνεται: μια κυβέρνηση προτείνει αλλαγές, δημιουργούνται κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, οι μεταρρυθμίσεις περιορίζονται ή εγκαταλείπονται και το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται.

Γιατί μια γαλλική κρίση χρέους θα μπορούσε να απειλήσει ολόκληρο το ευρώ
Οι αγορές έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν διαφορετικά τη Γαλλία. Για δεκαετίες, ο δανεισμός προς το γαλλικό Δημόσιο θεωρούνταν εξαιρετικά ασφαλής. Πλέον, όμως, οι επενδυτές βλέπουν αυξανόμενο χρέος, γηράσκοντα πληθυσμό και ένα πολιτικό σύστημα που δυσκολεύεται να λάβει αποφάσεις.
Οι οίκοι αξιολόγησης έχουν ήδη υποβαθμίσει τη χώρα στα χαμηλότερα επίπεδα της σύγχρονης ιστορίας της, ενώ για πρώτη φορά το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει φτάσει σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα της Ιταλίας.
Οι αποδόσεις των γαλλικών δεκαετών ομολόγων κινούνται περίπου στο 3,3%, επίπεδο που παραπέμπει στις αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών ομολόγων το 2010, λίγο πριν από την κορύφωση της ελληνικής κρίσης. Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι οι δύο περιπτώσεις είναι ίδιες, αναδεικνύει όμως τη σημασία της εμπιστοσύνης των αγορών: όσο οι επενδυτές εξακολουθούν να αγοράζουν γαλλικό χρέος, το σύστημα μπορεί να λειτουργεί. Αν όμως η εμπιστοσύνη υποχωρήσει απότομα, τα επιτόκια μπορούν να αυξηθούν γρήγορα, κάνοντας την εξυπηρέτηση του χρέους ακόμη ακριβότερη.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ευρωπαϊκή διάσταση του προβλήματος. Η Γαλλία δεν είναι μια μικρή οικονομία που μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα διάσωσης. Αντιπροσωπεύει περίπου το 20% της Ευρωζώνης και διαθέτει χρέος περίπου 3,3 τρισ. ευρώ.
Η Ευρωζώνη κατάφερε στο παρελθόν να αντιμετωπίσει κρίσεις στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ιρλανδία. Η Γαλλία, όμως, είναι σχεδόν δέκα φορές μεγαλύτερη οικονομία από την Ελλάδα, γεγονός που αλλάζει εντελώς την κλίμακα μιας ενδεχόμενης διάσωσης.
Σε περίπτωση που οι αγορές οδηγούσαν το γαλλικό κόστος δανεισμού σε μη βιώσιμα επίπεδα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πιθανότατα θα δεχόταν τεράστια πίεση να παρέμβει αγοράζοντας γαλλικά ομόλογα. Μια τέτοια κίνηση όμως θα δημιουργούσε ένα νέο πρόβλημα: εάν η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης διασωζόταν παρά τη συστηματική παραβίαση των δημοσιονομικών κανόνων, άλλα κράτη θα μπορούσαν να απαιτήσουν αντίστοιχη μεταχείριση.
Η Ευρώπη θα βρισκόταν τότε μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα. Είτε θα έπρεπε να στηρίξει τη Γαλλία, προκαλώντας πιθανές έντονες αντιδράσεις σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία, είτε να αρνηθεί τη διάσωση μιας από τις χώρες που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Γαλλία μπορεί να συνεχίσει να χρηματοδοτεί το κοινωνικό της κράτος με δανεικά. Είναι εάν μπορεί να βρει πολιτικά εφαρμόσιμη διέξοδο από έναν κύκλο που διαρκεί περισσότερο από μισό αιώνα. Κάθε δευτερόλεπτο το γαλλικό χρέος αυξάνεται κατά περίπου 5.000 ευρώ, ενώ οι δημογραφικές πιέσεις εντείνονται και το κόστος δανεισμού γίνεται μεγαλύτερο. Αν αυτός ο κύκλος δεν σπάσει, η επόμενη μεγάλη ευρωπαϊκή κρίση χρέους θα μπορούσε να αφορά όχι την περιφέρεια της Ευρωζώνης, αλλά μία από τις ισχυρότερες οικονομίες στον πυρήνα της.

