Ο Τραμπ αλλάζει τον χάρτη: Σενάρια ένταξης Αυστραλίας και Καναδά σε μια νέα Ευρωπαϊκή Ένωση
Πώς ο αμερικανικός προστατευτισμός και η επικίνδυνη «εποχή των σαρκοφάγων» ωθούν παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ σε αναζήτηση νέων ισχυρών συμμαχιών, με το βλέμμα στραμμένο στρατηγικά στην Ευρώπη και τα κρίσιμα ορυκτά.
Όταν ανακοινώθηκαν οι περιβόητοι δασμοί της «Ημέρας Απελευθέρωσης» τον περασμένο Απρίλιο, ένα κυρίαρχο ερώτημα πλανιόταν πάνω από τις παγκόσμιες αγορές: Ποια χώρα θα υποστεί τον μεγαλύτερο οικονομικό πόνο; Ωστόσο, από εκείνη τη στιγμή και μετά, οι χώρες η μία μετά την άλλη φαίνεται να ξυπνούν μπροστά σε μια σκληρή, αλλά ταυτόχρονα ελπιδοφόρα συνειδητοποίηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιπροσωπεύουν πλέον μόνο το 15% των συνολικών παγκόσμιων εισαγωγών και εμπορίου. Το ερώτημα, λοιπόν, που γεννάται αυθόρμητα είναι αν οι υπόλοιπες χώρες θα μπορούσαν να ενωθούν σε ένα νέο, πανίσχυρο εμπορικό μπλοκ, αφήνοντας την Ουάσιγκτον στην απομόνωση που η ίδια φαίνεται να επιλέγει.
Δεν είναι καθημερινό φαινόμενο να συζητάμε διεθνώς για ελπιδοφόρες λύσεις απέναντι σε μείζονες γεωπολιτικές προκλήσεις. Συνήθως, η ανάλυση αναλώνεται στα πλήγματα που δέχονται τα κράτη, είτε πρόκειται για δασμούς είτε για γεωπολιτικές συγκρούσεις. Όμως, η συζήτηση έχει πλέον μετατοπιστεί σε κάτι πολύ πιο ριζοσπαστικό: Θα μπορούσε μια χώρα όπως η Αυστραλία ή ο Καναδάς να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η απάντηση κρύβεται στον αποσταθεροποιητικό παράγοντα που ακούει στο όνομα Ντόναλντ Τραμπ. Οι κινήσεις του έχουν ανακατέψει σε τέτοιο βαθμό την παγκόσμια τάξη πραγμάτων, που χώρες σε κάθε γωνιά του πλανήτη αναζητούν με αγωνία νέες ρυθμίσεις για να διασφαλίσουν την ασφάλεια και την ευημερία τους.

Η απάντηση του Καναδά στον αμερικανικό προστατευτισμό
Σε αυτή τη δίνη των εξελίξεων, μία από τις χώρες που δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση από τον αμερικανικό προστατευτισμό είναι, αναμφίβολα, ο Καναδάς. Μία από τις βασικές λύσεις που εξετάζονται σοβαρά για την αντιμετώπιση αυτής της ασφυκτικής πίεσης είναι η έναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων με τις Βρυξέλλες. Ήδη, εξέχουσες προσωπικότητες του διεθνούς στερεώματος, όπως ο πρώην κεντρικός τραπεζίτης Μαρκ Κάρνεϊ, εξετάζουν το ενδεχόμενο μιας μοναδικής, προνομιακής συμμαχίας ανάμεσα στην Οτάβα και την ΕΕ.
Το σκεπτικό πίσω από αυτή την κίνηση είναι απλό αλλά γεωπολιτικά πανίσχυρο: Ο Καναδάς και η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιράζονται τις ίδιες θεμελιώδεις αξίες, έχουν κοινές προτεραιότητες στο διεθνές πεδίο και διαθέτουν εξαιρετικά συμπληρωματικά πλεονεκτήματα. Σε μια εποχή όπου οι παραδοσιακές βεβαιότητες καταρρέουν, η αναζήτηση εταίρων με κοινό δημοκρατικό και οικονομικό προσανατολισμό αποτελεί μονόδρομο. Οι καναδικές αρχές αντιλαμβάνονται ότι η υπερβολική εξάρτηση από την αμερικανική αγορά εγκυμονεί υπαρξιακούς κινδύνους, ειδικά όταν το εμπόριο εργαλειοποιείται ως όπλο πολιτικής επιβολής.
Η Αυστραλία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο ακολουθώντας τα χνάρια του Καναδά
Η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν αφήνει αδιάφορη την Αυστραλία. Ο Αυστραλός υπουργός Εμπορίου και κορυφαίο στέλεχος της Εργατικής κυβέρνησης, Ντον Φάρελ, έχει παραδεχτεί ανοιχτά ότι παρακολουθεί τις κινήσεις του Καναδά με τεράστιο ενδιαφέρον. Η Καμπέρα βρίσκεται ουσιαστικά «στην ίδια σελίδα» με την Οτάβα και εξετάζει με μεγάλη προσοχή πώς θα εξελιχθεί αυτή η προσέγγιση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ακολουθήσει ακριβώς το ίδιο μονοπάτι.

Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι υψηλόβαθμα στελέχη της αυστραλιανής ηγεσίας σκέφτονται αυτή την προοπτική ήδη από την εποχή του Brexit. Όπως εύστοχα είχε ειπωθεί, από τη στιγμή που οι Βρετανοί αποχώρησαν, η Ευρωπαϊκή Ένωση ίσως έχει ανάγκη από μια μεγάλη, αγγλόφωνη χώρα στις τάξεις της, και τον ρόλο αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να διεκδικήσει η Αυστραλία. Έχοντας ο Τραμπ επιβάλει δασμούς σε περίπου 180 χώρες —με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως η Ρωσία— οδήγησε σε ένα απλό συμπέρασμα: Αφού οι ΗΠΑ αποτελούν το 15% του παγκόσμιου εμπορίου, το υπόλοιπο 85% θα βρει απλώς νέους τρόπους να αναδομηθεί, παρακάμπτοντας την αμερικανική αγορά.
Μια ιστορική εμπορική συμφωνία κλείνει πληγές δεκαετιών
Αυτές οι διερευνητικές κινήσεις αντανακλούν την ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης του Αυστραλού πρωθυπουργού, Άντονι Αλμπανέζι, ο οποίος προσπαθεί πυρετωδώς να δημιουργήσει νέες, βαθύτερες σχέσεις με μια σειρά από χώρες, από την Ινδία και την Ινδονησία μέχρι τον Καναδά, προωθώντας συμφωνίες για το εμπόριο, τις επενδύσεις και την ασφάλεια. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η Αυστραλία και η Ευρωπαϊκή Ένωση προχώρησαν πρόσφατα στην υπογραφή μιας ιστορικής εμπορικής συμφωνίας, η οποία χρειάστηκε οκτώ χρόνια για να διαμορφωθεί.
Η συμφωνία αυτή έχει τεράστια ιστορική βαρύτητα, διότι η Αυστραλία και η ΕΕ βρίσκονταν κυριολεκτικά στα μαχαίρια για μισό αιώνα. Η αιτία ήταν πως η Αυστραλία διαθέτει έναν υπερβολικά αποδοτικό αγροτικό τομέα, ενώ η Ευρώπη συντηρεί έναν εξαιρετικά ακριβό και ανορθόδοξο αγροτικό τομέα μέσω τεράστιων επιδοτήσεων. Για να κατανοήσει κανείς το μέγεθος του ευρωπαϊκού παραλογισμού, ένας κορυφαίος οικονομολόγος είχε δηλώσει στο παρελθόν πως «θα ήταν φθηνότερο να ταξιδέψουν όλες οι αγελάδες της Γαλλίας ανά τον κόσμο σε θέσεις business class, παρά να συνεχιστεί η πληρωμή των ευρωπαϊκών αγροτικών επιδοτήσεων».
Ο γεωπολιτικός ρόλος των σπάνιων γαιών στην ευρωπαϊκή στρατηγική
Πώς λοιπόν η Ευρώπη ξεπέρασε αυτή την κόκκινη γραμμή δεκαετιών; Η απάντηση κρύβεται στα κρίσιμα ορυκτά και τις σπάνιες γαίες. Οι Βρυξέλλες προσέφεραν ουσιαστική πρόσβαση στην παραδοσιακά κλειστή αγροτική τους αγορά, διότι αναζητούν απεγνωσμένα μια εναλλακτική πηγή στρατηγικών πρώτων υλών. Σήμερα, η Ευρώπη, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από την Κίνα, η οποία ελέγχει περίπου το 90% των διυλισμένων προϊόντων σπάνιων γαιών και δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει αυτό το μονοπώλιο ως εργαλείο γεωπολιτικού εκβιασμού.
Το Πεκίνο το έπραξε απέναντι στην Ιαπωνία πριν από 15 χρόνια και, πιο πρόσφατα, απείλησε να διακόψει την παροχή προς τις ΗΠΑ ως αντίποινα στις απειλές του Τραμπ. Η Ευρώπη βλέπει τον ίδιο υπαρξιακό κίνδυνο να πλησιάζει και στοχεύει σε μια ισχυρή στρατηγική συνεργασία με την Αυστραλία, η οποία είναι μία από τις πλουσιότερες πηγές κρίσιμων ορυκτών παγκοσμίως. Χωρίς τις σπάνιες γαίες, η σύγχρονη βιομηχανία παραλύει. Από τα smartphones μέχρι τα προηγμένα συστήματα καθοδήγησης πυραύλων, τα υλικά αυτά είναι αναντικατάστατα.
![]()
Η μετεξέλιξη από «ευρωπαϊκή» σε μια ευρύτερη «δημοκρατική» ένωση
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί νομικά και πρακτικά μια χώρα εκτός της ευρωπαϊκής ηπείρου να ενταχθεί στην ΕΕ; Με βάση τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, τα κριτήρια απαιτούν από ένα κράτος να είναι λειτουργική δημοκρατία, να διαθέτει οικονομία της αγοράς και —κυρίως— να είναι ευρωπαϊκό. Αν όμως εξετάσουμε το αρχικό όραμα των θεμελιωτών της Ένωσης, όπως του Χέλμουτ Κολ και του Φρανσουά Μιτεράν, ο πρωταρχικός στόχος ήταν η διασφάλιση της ειρήνης και η αποτροπή ενός νέου καταστροφικού πολέμου μεταξύ των μελών της.
Σήμερα, ζούμε σε αυτό που διεθνείς αναλυτές ονομάζουν «εποχή των σαρκοφάγων». Με τη Ρωσία, την Κίνα, αλλά πλέον και τις Ηνωμένες Πολιτείες να λειτουργούν ως αρπακτικά στη διεθνή σκακιέρα, έτοιμα να εκφοβίσουν και να κυριαρχήσουν, η Ευρώπη ίσως χρειαστεί να αναθεωρήσει τον πυρήνα της ύπαρξής της. Προκειμένου να επιβιώσει, ίσως τη συμφέρει να μετεξελιχθεί από μια αυστηρά γεωγραφική «Ευρωπαϊκή Ένωση» σε μια ευρύτερη, παγκόσμια «Δημοκρατική Ένωση», που θα λειτουργεί ως θεσμικό και οικονομικό ανάχωμα απέναντι στον σύγχρονο αυταρχισμό.

Συνδεδεμένα μέλη και οι προκλήσεις της εθνικής κυριαρχίας
Ακόμη κι αν η πλήρης ένταξη φαντάζει αντικειμενικά δύσκολη, ανοίγει ο δρόμος για νέες, ευέλικτες μορφές σύνδεσης. Ο Καναδάς και η Αυστραλία θα μπορούσαν να αναλάβουν τον ρόλο του «συνδεδεμένου μέλους». Ο Μαρκ Κάρνεϊ οραματίζεται συμφωνίες που θα είναι εξαιρετικά διευρυμένες: από την αμυντική βιομηχανική συνεργασία και το εμπόριο, μέχρι την πόντιση νέων υποθαλάσσιων καλωδίων οπτικών ινών και τη στοχευμένη, χωρίς βίζα πρόσβαση για εργασία.
Βεβαίως, κάθε τέτοια συμφωνία απαιτεί τον διαμοιρασμό της εθνικής κυριαρχίας για την επίλυση κοινών προβλημάτων. Μια πιθανή ενσωμάτωση θα σήμαινε ότι χώρες όπως η Αυστραλία θα έπρεπε να αναθεωρήσουν τη στάση τους σε μείζονα ζητήματα, όπως η κλιματική αλλαγή και η μετανάστευση. Πρόκειται ωστόσο για τη δημιουργία μιας νέας κατηγορίας μελών που θα επιτρέπει τη στρατηγική διεύρυνση της Ένωσης, χωρίς να παραβιάζεται εντελώς ο σύγχρονος ορισμός του πού γεωγραφικά τελειώνει η Ευρώπη.
Η αναζήτηση νέας ισχύος σε έναν αποσταθεροποιημένο κόσμο
Όλες αυτές οι ζυμώσεις αποτελούν κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής επιβίωσης σε έναν «μετα-αμερικανικό» κόσμο, όπου οι παραδοσιακές αμερικανικές συμμαχίες δεν προσφέρουν την ασφάλεια του παρελθόντος. Οι παραδοσιακοί σύμμαχοι προσπαθούν να βρουν νέα σημεία προβολής ισχύος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αυστραλός πρωθυπουργός προσπαθεί να αναδείξει τη χώρα του σε παγκόσμιο ηγέτη όσον αφορά τη ρύθμιση του ψηφιακού τοπίου και της Τεχνητής Νοημοσύνης, επιβάλλοντας όρια στους κολοσσούς της τεχνολογίας.
Οι εταιρείες αυτές αντιμετωπίζονται πλέον ως οι νέες εξορυκτικές βιομηχανίες. Δεν εξορύσσουν πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, αλλά τον χρόνο μας, τα δεδομένα μας και τις κοινωνικές μας σχέσεις, φτάνοντας στο σημείο —όπως προειδοποιούν ορισμένοι τεχνολογικοί αναλυτές— να απειλούν την ίδια την ανθρώπινη φύση. Στα χρόνια που έρχονται, ολοένα και περισσότεροι ηγέτες θα αναγκαστούν να ανακαλύψουν ξανά τη δική τους αυτονομία δράσης, προκειμένου να διασφαλίσουν την ευημερία των κρατών τους σε έναν κόσμο γεμάτο επικίνδυνους θηρευτές, αναπάντεχες ευπάθειες και αδιάκοπες αλλαγές. Η προσέγγιση με την Ευρώπη, τελικά, μπορεί να μην είναι απλώς μια επιλογή, αλλά μια ιστορική αναγκαιότητα.

