Ο Τραμπ αδειάζει τον Νετανιάχου καθώς ξεκινούν οι διαρροές της CIA – Ομαδικά πυρά των νεοσυντηρητικών κατά του Βάνς

Πώς οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις για τα 300 δισ. δολάρια, οι απειλές Νετανιάχου και ο εσωτερικός πόλεμος στην Ουάσινγκτον αναδιατάσσουν τον γεωπολιτικό χάρτη, με άμεσες συνέπειες για την ευρύτερη περιοχή μας

Ο Τραμπ αδειάζει τον Νετανιάχου καθώς ξεκινούν οι διαρροές της CIA – Ομαδικά πυρά των νεοσυντηρητικών κατά του Βάνς

Μια τεκτονική μετατόπιση φαίνεται να συντελείται στα θεμέλια της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία απειλεί να ανατρέψει τις ισορροπίες δεκαετιών στη Μέση Ανατολή. Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, εν μέσω διπλωματικών πυρετών και περιθωριακών συναντήσεων στους κόλπους των G7, αποκαλύπτουν μια πρωτοφανή ρήξη της Ουάσινγκτον με το παραδοσιακό της αφήγημα όσον αφορά την απόλυτη στήριξη του Ισραήλ. Η κυοφορούμενη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν δεν αποτελεί απλώς ένα διπλωματικό χαρτί, αλλά ένα γεωπολιτικό σοκ που έχει προκαλέσει ήδη τριγμούς στο Τελ Αβίβ και βαθύ διχασμό στο εσωτερικό των αμερικανικών θεσμών.

σχετικά άρθρα

Η αλλαγή ρητορικής του  απέναντι στο Ισραήλ

Οι διαρροές και οι επίσημες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ τις τελευταίες ώρες δείχνουν μια σαφή κόπωση με τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ. Το αποκορύφωμα ήρθε με την πρότασή του να αναλάβει η Συρία του Μπασάρ αλ Άσαντ την ευθύνη για τον περιορισμό της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, υποβαθμίζοντας ουσιαστικά τον ρόλο των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων (IDF). Ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να δήλωσε ξεκάθαρα πως «αν το Ισραήλ δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά χωρίς να σκοτώνει όλους τους άλλους, θα την κάνει η Συρία».

Αυτή η πρωτοφανής κριτική συνοδεύτηκε από αυστηρές παρατηρήσεις για τις τακτικές του Ισραήλ στον Λίβανο. Ο Τραμπ τόνισε πως «δεν χρειάζεται να γκρεμίζεις μια ολόκληρη πολυκατοικία κάθε φορά που ψάχνεις κάποιον», επισημαίνοντας τον δυσανάλογο φόρο αίματος αμάχων. Είναι η πρώτη φορά που μια αμερικανική διοίκηση αδειάζει τόσο ανοιχτά τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, στέλνοντας το μήνυμα ότι η άνευ όρων στρατιωτική επιταγή έχει ημερομηνία λήξης.

Το μνημόνιο κατανόησης και τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια

Στο επίκεντρο αυτού του γεωπολιτικού σεισμού βρίσκεται το περιβόητο Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Αν και παραμένει ένα κείμενο μόλις μιάμισης σελίδας που δεν έχει δοθεί επίσημα στη δημοσιότητα, κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι —συμπεριλαμβανομένου του Αντιπροέδρου— έχουν πρακτικά επιβεβαιώσει τα βασικά του σημεία. Το πιο αμφιλεγόμενο από αυτά; Η πρόσβαση του Ιράν σε ένα ταμείο ανοικοδόμησης ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αυτά τα κεφάλαια, τα οποία πιθανότατα θα διοχετευθούν μέσω χωρών του Κόλπου και περίπλοκων τραπεζικών συστημάτων (όπως ελβετικές τράπεζες με επιρροή από το Κατάρ), αντιπροσωπεύουν μια γιγαντιαία οικονομική ένεση για την Τεχεράνη. Παράλληλα, προβλέπεται η άρση ασφυκτικών κυρώσεων και μια μορφή πάγιου εσόδου από τη διαμετακόμιση στα Στενά του Ορμούζ. Ως αντάλλαγμα, το Ιράν καλείται να παγώσει το πυρηνικό του πρόγραμμα και να δεχθεί αυστηρό καθεστώς επιθεωρήσεων. Είναι σαφές πλέον γιατί η Τεχεράνη κάθεται στο τραπέζι: η συμφωνία μοιάζει λιγότερο με διπλωματικό συμβιβασμό και περισσότερο με de facto αποζημιώσεις.

Ο εφιάλτης του Τελ Αβίβ και τα «ισραηλινά κατεχόμενα»

Για το Ισραήλ, οι εξελίξεις αυτές χαρακτηρίζονται υπαρξιακές. Το δόγμα ασφαλείας του κράτους βασίζεται ιστορικά στην απόλυτη περιφερειακή ηγεμονία και στην αποτροπή εμφάνισης οποιουδήποτε ισχυρού ανταγωνιστή. Ένα Ιράν οικονομικά αναγεννημένο, με ΑΕΠ που σε βάθος πενταετίας θα μπορούσε να ξεπεράσει κατά πολύ το αντίστοιχο ισραηλινό, φαντάζει ως ο απόλυτος εφιάλτης για το ισραηλινό λόμπι στην Ουάσινγκτον.

Υπό αυτή την πίεση, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αντιδρά σπασμωδικά αλλά επικίνδυνα. Δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν σκοπεύει να αποχωρήσει από τον Λίβανο, δημιουργώντας de facto “νεκρές ζώνες” (buffer zones) ασφαλείας, ενώ αρνείται να εγκαταλείψει τη Γάζα ή τα σημεία ελέγχου στη Συρία. Η λογική των “ζωνών ασφαλείας” και της παράνομης στρατιωτικής κατοχής αποτελεί ένα μοτίβο που γνωρίζουμε πολύ καλά στην Ελλάδα και την Κύπρο. Η διεθνής ανοχή σε τέτοιες πρακτικές, είτε πρόκειται για τη Μέση Ανατολή είτε για την Ανατολική Μεσόγειο, δημιουργεί επικίνδυνα νομικά και ηθικά τετελεσμένα. Ο Νετανιάχου παίζει το χαρτί της εσωτερικής πολιτικής επιβίωσης, ακροβατώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στους ακραίους κυβερνητικούς του εταίρους και την πίεση των ΗΠΑ.

Ο εσωτερικός πόλεμος στην Ουάσινγκτον και ο ρόλος του αντιπροέδρου

Η προσπάθεια εξομάλυνσης με το Ιράν έχει πυροδοτήσει έναν αδυσώπητο εσωτερικό πόλεμο στην αμερικανική πρωτεύουσα. Κεντρικό πρόσωπο της συμφωνίας έχει αναδειχθεί ο Αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος δέχεται ομαδικά πυρά από τους νεοσυντηρητικούς κύκλους. Οι Αμερικανοί αναλυτές επισημαίνουν την ακραία υποκρισία του πολιτικού κατεστημένου: όσοι επί μήνες παρουσίαζαν τον Τραμπ ως έναν ανεξάρτητο, παντοδύναμο ηγέτη, τώρα ισχυρίζονται ότι “ελέγχεται” από τον Αντιπρόεδρό του, προσπαθώντας να τορπιλίσουν τη συμφωνία χωρίς να επιτεθούν ευθέως στον ίδιο τον Πρόεδρο.

Το παραδοσιακό κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ φαίνεται να βρίσκεται σε πανικό. Απαιτούν τώρα εξονυχιστικό έλεγχο της συμφωνίας από το Κογκρέσο, την ίδια ώρα που στο παρελθόν επικροτούσαν τις μονομερείς πολεμικές ενέργειες χωρίς καμία κοινοβουλευτική διαβούλευση. Είναι η κλασική στρατηγική φθοράς απέναντι σε μια διπλωματική λύση που απειλεί κατεστημένα συμφέροντα δεκαετιών.

Οι μυστικές υπηρεσίες και η αναπόφευκτη «διαρροή» πληροφοριών

Όπως ήταν αναμενόμενο, το λεγόμενο “Βαθύ Κράτος” των ΗΠΑ δεν κάθεται με σταυρωμένα τα χέρια. Ήδη ο επικεφαλής της CIA, Τζον Ράτκλιφ, φέρεται να εκφράζει «σοβαρές αμφιβολίες» για την προθυμία του Ιράν να εγκαταλείψει πραγματικά τις πυρηνικές του φιλοδοξίες. Αυτή είναι μόνο η αρχή μιας καλά ενορχηστρωμένης επιχείρησης διαρροών προς τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, με στόχο να διαμορφωθεί ένα αντι-ιρανικό αφήγημα που θα καταστήσει την υπογραφή της τελικής συμφωνίας μέσα στις επόμενες 60 ημέρες πολιτικά τοξική.

Το ενδιαφέρον είναι πώς η ρητορική προσαρμόζεται ανάλογα με τις ανάγκες. Ενώ για μήνες ακούγαμε ότι οι στρατιωτικές υποδομές του Ιράν “είχαν διαλυθεί” από τα ισραηλινά χτυπήματα, τώρα ξαφνικά, τα μεγάλα αμερικανικά δίκτυα αρχίζουν να αναγνωρίζουν την αλήθεια: οι ένοπλες δυνάμεις της Τεχεράνης και το βαλλιστικό της πρόγραμμα παραμένουν απολύτως λειτουργικά. Η αλήθεια εργαλειοποιείται ως πρόφαση για να μπλοκαριστεί η ειρήνη.

Η ελληνική ματιά στο νέο γεωπολιτικό σκηνικό

Πώς μεταφράζονται όλα αυτά για τα δικά μας, εθνικά δεδομένα; Μια Ουάσινγκτον που απομακρύνεται από την άνευ όρων ταύτιση με το Ισραήλ και αναζητά μια ρεαλιστική εξομάλυνση με το Ιράν, αναδιατάσσει τον χάρτη της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, που έχουν χτίσει μια ισχυρή στρατηγική και ενεργειακή τριμερή συνεργασία με το Ισραήλ, τα νέα δεδομένα απαιτούν ψυχραιμία και διορατικότητα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αν οι ΗΠΑ αποφασίσουν τελικά να αναγνωρίσουν τη γεωστρατηγική βαρύτητα ενός ισχυρού Ιράν —μιας χώρας που ελέγχει κρίσιμες αρτηρίες πετρελαίου— η Ανατολική Μεσόγειος θα πρέπει να λειτουργήσει ως ο αδιαμφισβήτητος πυλώνας σταθερότητας της Δύσης. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να παρακολουθεί στενά αυτόν τον αμερικανικό διχασμό. Οι ισορροπίες είναι λεπτές: η ειρήνευση στη Μέση Ανατολή μας ευνοεί οικονομικά και κοινωνικά, όμως η αποσταθεροποίηση ενός παραδοσιακού συμμάχου όπως το Ισραήλ μπορεί να δημιουργήσει κενά ισχύος που καραδοκούν να εκμεταλλευτούν άλλοι, αναθεωρητικοί παίκτες της περιοχής, όπως η Τουρκία.

Οι επόμενες 60 ημέρες μέχρι την πιθανή υπογραφή της τελικής συμφωνίας αναμένεται να είναι θυελλώδεις. Η εσωτερική σύγκρουση στις ΗΠΑ θα κορυφωθεί και το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν το Ιράν θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα, αλλά αν η αμερικανική κυβέρνηση έχει την πολιτική ισχύ να επιβάλει τους όρους της στους ίδιους της τους συμμάχους.