Η Ρωσία σε πόλεμο φθοράς: Τα πλήγματα στις υποδομές, η οικονομική πίεση και η αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα

Ελλείψεις καυσίμων, επιθέσεις βαθιά στο ρωσικό έδαφος, αυξανόμενα δημοσιονομικά προβλήματα και μια οικονομία που στηρίζεται όλο και περισσότερο στο Πεκίνο συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που προβάλλει το Κρεμλίνο

Η Ρωσία σε πόλεμο φθοράς: Τα πλήγματα στις υποδομές, η οικονομική πίεση και η αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα

Στις αρχές του Ιουλίου 2026, ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ ενημέρωσε τον Βλαντίμιρ Πούτιν για μια εξέλιξη που δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική για μια χώρα που αυτοπροσδιορίζεται ως ενεργειακή υπερδύναμη. Η Ρωσία προχώρησε σε άμεση απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ έως τις 31 Ιουλίου, ενώ παράλληλα αναγκάστηκε να αναζητήσει εισαγωγές επεξεργασμένων καυσίμων από το εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων επειγόντων φορτίων βενζίνης από την Ινδία.

σχετικά άρθρα

Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα συμβολική για μια χώρα που διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και επί δεκαετίες χρησιμοποιεί τον ενεργειακό της πλούτο ως βασικό εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις ότι η οικονομία και οι υποδομές λειτουργούν κανονικά, σε πολλές περιοχές της χώρας οδηγοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με πολύωρες ουρές σε πρατήρια καυσίμων και περιορισμούς στην προμήθεια βενζίνης.

Την ίδια περίοδο, η εικόνα που παρουσίαζε η κρατική τηλεόραση παρέμενε διαφορετική. Οι αναφορές επικεντρώνονταν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις επιτυχίες του ρωσικού στρατού, όμως στο εσωτερικό της χώρας οι επιπτώσεις του πολέμου γίνονταν ολοένα και πιο αισθητές.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η Παρέλαση της Νίκης στη Μόσχα. Για πρώτη φορά έπειτα από σχεδόν δύο δεκαετίες, η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε χωρίς την παρουσία αρμάτων μάχης, πυραυλικών συστημάτων και άλλου βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού στην Κόκκινη Πλατεία. Η απόφαση συνδέθηκε με τις αυξανόμενες ανησυχίες για επιθέσεις ουκρανικών drones που μπορούν πλέον να φτάσουν μέχρι τη ρωσική πρωτεύουσα. Την ίδια εβδομάδα είχαν καταγραφεί ουκρανικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Μόσχας, γεγονός που ανέδειξε μια νέα πραγματικότητα για τη Ρωσία.

Η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών αφορά τη μεταφορά του κέντρου βάρους του πολέμου βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια. Η Ουκρανία έχει αναπτύξει επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον διυλιστηρίων, ενεργειακών εγκαταστάσεων και κρίσιμων υποδομών. Οι ουκρανικές στρατιωτικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι επιθέσεις έχουν επηρεάσει έως και 43% της ρωσικής διυλιστικής ικανότητας, ενώ ανεξάρτητες εκτιμήσεις τοποθετούν το ποσοστό πιο κοντά στο ένα τρίτο. Ακόμη και η χαμηλότερη εκτίμηση θεωρείται αρκετή για να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε μια οικονομία που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από την ενέργεια.

Απόπειρα δολοφονίας Πούτιν

Η Κριμαία, οι επιθέσεις στις υποδομές και το κόστος του πολέμου

Οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν στις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ουκρανικά drones και άλλες επιχειρήσεις στόχευσαν συστηματικά την Κριμαία, την περιοχή που η Ρωσία προσάρτησε το 2014 και η οποία θεωρείται από το Κρεμλίνο ιδιαίτερης στρατηγικής και συμβολικής σημασίας.

Μετά από διαδοχικά πλήγματα σε υποσταθμούς ηλεκτρικής ενέργειας, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και δίκτυα ανεφοδιασμού, οι ρωσικές αρχές που διοικούν την περιοχή κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης αόριστης διάρκειας. Οι πωλήσεις καυσίμων προς πολίτες διακόπηκαν σε αρκετές περιπτώσεις, ενώ προβλήματα ηλεκτροδότησης επηρέασαν διάφορες περιοχές της χερσονήσου.

Ακόμη και οι σειρήνες αεροπορικής επιδρομής αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης. Τοπικοί αξιωματούχοι παραδέχθηκαν ότι οι συναγερμοί ήταν τόσο συχνοί ώστε, αν λειτουργούσαν συνεχώς, θα ηχούσαν σχεδόν ολόκληρη την ημέρα. Πολλοί κάτοικοι εκτιμούν ότι οι αρχές προσπαθούν να περιορίσουν την αίσθηση ανασφάλειας, ιδιαίτερα σε περιοχές που εξακολουθούν να βασίζονται στον τουρισμό.

Οι συνέπειες των επιθέσεων επεκτείνονται και στην καθημερινή ζωή. Σε πολλές ρωσικές περιφέρειες, οι αρχές διακόπτουν προσωρινά τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας και το κινητό διαδίκτυο ως μέτρο προστασίας από drones. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζονται οι ηλεκτρονικές πληρωμές, τα ΑΤΜ και άλλες βασικές υπηρεσίες, δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στους πολίτες.

Ταυτόχρονα, η Μόσχα καλείται να αποφασίσει ποιες περιοχές θα προστατεύσει κατά προτεραιότητα. Καθώς τα διαθέσιμα συστήματα αεράμυνας δεν επαρκούν για την πλήρη κάλυψη ολόκληρης της χώρας, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις μεταφοράς αντιαεροπορικών συστημάτων ακόμη και στις στέγες πολυκατοικιών της πρωτεύουσας, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας της Μόσχας.

Το ανθρώπινο κόστος του πολέμου παραμένει εξίσου βαρύ. Εκτιμήσεις του CSIS αναφέρουν ότι οι συνολικές ρωσικές απώλειες από τον Φεβρουάριο του 2022 έως τον Ιούνιο του 2026, συμπεριλαμβανομένων νεκρών, τραυματιών και αγνοουμένων, ανέρχονται περίπου σε 1,44 εκατομμύρια ανθρώπους, εκ των οποίων έως και 450.000 ενδέχεται να έχουν χάσει τη ζωή τους.

Η οικονομία υπό πίεση και η αυξανόμενη εξάρτηση από την Κίνα

Παράλληλα με τις στρατιωτικές εξελίξεις, η ρωσική οικονομία αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες. Έκθεση του Ινστιτούτου του Κιέλου αναφέρει ότι η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρά τη σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών. Την ίδια στιγμή, η ίδια η ρωσική κυβέρνηση περιόρισε την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη του έτους στο 0,4%.

Η κατάσταση περιγράφεται ως μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, το κράτος διοχετεύει τεράστιους πόρους στην πολεμική βιομηχανία. Από την άλλη, η Κεντρική Τράπεζα διατηρεί υψηλά επιτόκια, άνω του 14%, στην προσπάθεια να συγκρατήσει τον πληθωρισμό. Το αποτέλεσμα είναι αυξημένες πιέσεις για τις επιχειρήσεις και την ευρύτερη οικονομική δραστηριότητα.

Το Εθνικό Ταμείο Πλούτου, το οποίο λειτουργούσε ως οικονομικό απόθεμα ασφαλείας για δύσκολες περιόδους, έχει επίσης αποδυναμωθεί σημαντικά. Τα ρευστά διαθέσιμά του, που στην αρχή του πολέμου αντιστοιχούσαν περίπου στο 6,5% του ΑΕΠ, είχαν υποχωρήσει στο 1,8% του ΑΕΠ έως τον Απρίλιο του 2026.

Τα δημοσιονομικά στοιχεία δείχνουν επίσης αυξανόμενη πίεση. Μέσα στους τρεις πρώτους μήνες του 2026, το δημοσιονομικό έλλειμμα έφτασε τα 4,6 τρισεκατομμύρια ρούβλια, υπερβαίνοντας ήδη τον επίσημο ετήσιο στόχο των 3,8 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων.

Παράλληλα, η Ρωσία εμφανίζεται ολοένα και πιο εξαρτημένη από την Κίνα. Πριν από τον πόλεμο, το Πεκίνο αντιπροσώπευε περίπου το 16% του ρωσικού εξωτερικού εμπορίου. Σήμερα το ποσοστό αυτό έχει ανέλθει περίπου στο 35%, καθιστώντας την Κίνα τον σημαντικότερο οικονομικό εταίρο της χώρας.

Η εξάρτηση δεν αφορά μόνο τις εξαγωγές ενέργειας. Η ρωσική βιομηχανία και ιδιαίτερα ο αμυντικός τομέας βασίζονται όλο και περισσότερο σε κινεζικά δίκτυα προμήθειας για ηλεκτρονικά εξαρτήματα, εργαλειομηχανές και τεχνολογίες διπλής χρήσης. Πολλά δυτικά προϊόντα εξακολουθούν να καταλήγουν στη Ρωσία, όμως πλέον περνούν μέσα από κινεζικά εμπορικά δίκτυα και ενδιάμεσους σταθμούς.

Η εικόνα που προκύπτει είναι εκείνη μιας χώρας που εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικούς πόρους και δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στο εσωτερικό της οικονομίας. Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές, η φθορά του πολέμου, τα δημοσιονομικά προβλήματα και η ενισχυμένη εξάρτηση από το Πεκίνο συνθέτουν μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη από την εικόνα σταθερότητας που επιχειρεί να προβάλλει το Κρεμλίνο.