Η γεωπολιτική της παρακμής και το τέλος της δυτικής αυταπάτης σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία
Ο καθηγητής Glenn Diesen αναλύει πώς η κατάρρευση της αμερικανικής ηγεμονίας και η απώλεια της αποτροπής οδηγούν σε ανεξέλεγκτη περιφερειακή κλιμάκωση
Η διεθνής σκηνή βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής όπου οι παλιές βεβαιότητες της μονοπολικής κυριαρχίας καταρρέουν με θόρυβο. Η συζήτηση με τον Glenn Diesen, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Νοτιοανατολικής Νορβηγίας και αναλυτή της ευρασιατικής γεωστρατηγικής, αποκαλύπτει το βάθος της κρίσης που αντιμετωπίζει η Δύση. Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Ουάσιγκτον επιθυμεί την ειρήνη, αλλά αν διαθέτει τα απαιτούμενα εργαλεία και τους πόρους για να την επιβάλει με τους δικούς της όρους.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις της αμερικανικής ηγεσίας, και ιδιαίτερα οι παρεμβάσεις του Donald Trump, μοιάζουν περισσότερο με προσπάθεια διαχείρισης των χρηματιστηρίων και των εγχώριων προσδοκιών παρά με μια συγκροτημένη εξωτερική πολιτική. Η πραγματικότητα είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια μιας νέας ανοιχτής σύγκρουσης με το Ιράν. Οι πόροι τους είναι εξαντλημένοι και, το κυριότερο, δεν υπάρχει κανένα εναλλακτικό σχέδιο δράσης στο τραπέζι.
Η Τεχεράνη απέδειξε πρόσφατα ότι μπορεί να ανέβει την κλίμακα της κλιμάκωσης με την ίδια ευκολία, αν όχι με μεγαλύτερη, από τους αντιπάλους της. Μια γενικευμένη πολεμική σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο θα αποτελούσε απόλυτη καταστροφή για την παγκόσμια οικονομία, γεγονός που θεωρητικά λειτουργεί ως αποτρεπτικός παράγοντας. Ωστόσο, η ειρήνη απαιτεί συμβιβασμούς που η Ουάσιγκτον αδυνατεί ψυχολογικά και πολιτικά να αποδεχθεί, καθώς θα σήμαιναν την επίσημη αποδόμηση της περιφερειακής της ηγεμονίας.
Οι ιρανικές αξιώσεις και το κόστος του πολέμου
Όταν ξεκινάς έναν πόλεμο τον οποίο δεν μπορείς να τελειώσεις, η άλλη πλευρά αποκτά το δικαίωμα να θέσει τους δικούς της όρους. Οι ιρανικές απαιτήσεις για την επίτευξη μιας μόνιμης συμφωνίας δεν είναι απλώς υψηλές, αλλά αγγίζουν τα θεμέλια του διεθνούς συστήματος. Το Ιράν διεκδικεί αποζημιώσεις ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τις τεράστιες καταστροφές που υπέστησαν οι υποδομές και ο πληθυσμός του από τις κυρώσεις και τις στρατιωτικές επιθέσεις.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επιμένει στην απόλυτη κυριαρχία της, από κοινού με το Ομάν, πάνω στα Στενά του Ορμούζ. Αντίθετα με τους ισχυρισμούς της αμερικανικής πλευράς, νομικά δεν πρόκειται για διεθνή ύδατα, αλλά για χωρικά ύδατα αυτών των δύο κρατών. Η διαχείριση του πυρηνικού υλικού αποτελεί ένα ακόμα σημείο τριβής. Το Ιράν εμφανίζεται πρόθυμο να μεταφέρει το πλούσιο ουράνιο εκτός της επικράτειάς του, αλλά αποκλειστικά στη Ρωσία για καταστροφή, αρνούμενο να το παραδώσει ως πολεμικό τρόπαιο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πιο δύσκολο σημείο για τη δυτική διπλωματία είναι η απαίτηση για συνολική ειρήνευση στην περιοχή, η οποία προϋποθέτει τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Γάζα και τον Λίβανο. Για κάθε ορθολογικά σκεπτόμενο παρατηρητή, οι όροι αυτοί αποτελούν μια λογική βάση εκκίνησης μετά από μια σύγκρουση, όμως για την αμερικανική πολιτική τάξη θεωρούνται εντελώς απαράδεκτοι.
Η κρίση αξιοπιστίας της αμερικανικής διπλωματίας
Το βασικό πρόβλημα για το Ιράν είναι ότι δεν υπάρχει καμία εγγύηση ασφαλείας που να μπορεί να προσφέρει η Ουάσιγκτον και η οποία θα γίνει πιστευτή. Η Τεχεράνη ζει εδώ και 47 χρόνια κάτω από ένα καθεστώς εξοντωτικών κυρώσεων και μόνιμης απειλής πολέμου. Ακόμα και αν επιτευχθεί μια προσωρινή συμφωνία, κανείς στη διεθνή κοινότητα δεν πιστεύει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα την τηρήσουν σε βάθος χρόνου.
Η εμπειρία της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα (JCPOA), από την οποία οι Αμερικανοί αποχώρησαν μονομερώς, είναι ακόμη νωπή. Η πρόσφατη ιστορία των διαπραγματεύσεων είναι γεμάτη από παραδείγματα αμερικανικής υπαναχώρησης. Τον περασμένο Ιούνιο, ενώ οι συνομιλίες βρίσκονταν σε εξέλιξη, σημειώθηκε στρατιωτικό πλήγμα. Τον Δεκέμβριο, οι αμερικανικές και ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες προσπάθησαν να υποκινήσουν εσωτερική εξέγερση στο Ιράν.
Τον Φεβρουάριο, οι δύο πλευρές βρέθηκαν κοντά σε συμφωνία, για να ακολουθήσει νέα επίθεση. Ακόμα και όταν συμφωνήθηκε ένα σχέδιο δέκα σημείων για κατάπαυση του πυρός, η Ουάσιγκτον το ακύρωσε σχεδόν αμέσως. Γίνεται σαφές ότι η αμερικανική ελίτ δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί τη συνύπαρξη στον ίδιο πλανήτη με ένα ανεξάρτητο Ιράν. Κάθε συμφωνία αντιμετωπίζεται απλώς ως μια προσωρινή ανακωχή για την ανασύνταξη των δυνάμεων πριν από το επόμενο πλήγμα.
Το γεωπολιτικό όπλο των Στενών του Ορμούζ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Ιράν έχει συνειδητοποιήσει ότι δεν χρειάζεται απαραίτητα μια ειρηνευτική συμφωνία με τη Δύση για να διασφαλίσει τα συμφέροντά του. Το μόνο που χρειάζεται είναι ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ. Κρατώντας αυτό το στρατηγικό πέρασμα, η Τεχεράνη μπορεί να επιβάλει τους δικούς της κανόνες στο παγκόσμιο εμπόριο και να εισπράξει τις αποζημιώσεις που δικαιούται μέσω της επιβολής διοδίων στα διερχόμενα πλοία.

Με την πάροδο του χρόνου, τα έσοδα αυτά μπορούν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τεχεράνη μπορεί να προσαρμόζει το ύψος των διοδίων ανάλογα με τη στάση της κάθε χώρας. Τα κράτη που επιβάλλουν κυρώσεις στο Ιράν ή φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις θα αντιμετωπίζουν υπέρογκα κόστη, αποκτώντας έτσι ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο για να αλλάξουν πολιτική.
Επιπλέον, η διαφοροποίηση των τελών θα στρέφεται εναντίον όσων επιμένουν να διεξάγουν το εμπόριο πετρελαίου αποκλειστικά σε αμερικανικά δολάρια, πλήττοντας τον πυρήνα του συστήματος του πετροδολαρίου. Ο έλεγχος των στενών μετατρέπει το Ιράν σε μια κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη, καθιστώντας αδύνατη την παράκαμψη των ανησυχιών του για την ασφάλεια. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ουάσιγκτον αδυνατεί να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα, χωρίς όμως να μπορεί να την ανατρέψει στρατιωτικά.
Η ανάδυση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής
Η κατάσταση στα στενά δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή εκκρεμότητα, αλλά διαμορφώνει το νέο στάτους κβο. Μόνο το τελευταίο εικοσιτετράωρο, δεκάδες εμπορικά πλοία πέρασαν από την περιοχή καταβάλλοντας κανονικά τα διόδια στις ιρανικές αρχές. Η Τεχεράνη βρίσκεται σε προχωρημένες διαβουλεύσεις με το Μουσκάτ για τη συνδιαχείριση της ναυσιπλοΐας, γεγονός που δείχνει την τάση προς μια περιφερειακή δομή ασφάλειας χωρίς την ανάγκη δυτικής κηδεμονίας.
Αυτή η εξέλιξη προκαλεί νευρικότητα στην Ουάσιγκτον, με τον Trump να απειλεί ανοιχτά το Ομάν με στρατιωτικά αντίποινα σε περίπτωση συνεργασίας με το Ιράν. Παρά τις απειλές, οι περιφερειακοί παίκτες συνεχίζουν την υλοποίηση των σχεδιασμών τους. Στον διπλωματικό στίβο, οι περισσότερες χώρες αρχίζουν να στοιχηματίζονται στον νικητή της αναμέτρησης, αναγνωρίζοντας ότι το Ιράν έχει πλέον το πάνω χέρι.
Ακόμα και αν η Ουάσιγκτον επιδιώξει μια μερική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα με αντάλλαγμα κάποια χαλάρωση των κυρώσεων, το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ είναι πλέον εκτός διαπραγμάτευσης. Η Τεχεράνη δεν πρόκειται να παραδώσει το ισχυρότερο γεωπολιτικό της πλεονέκτημα, το οποίο της επιτρέπει να παρακάμπτει τη δυτική απομόνωση και να συνομιλεί με ισχυρούς εταίρους όπως η Κίνα και η Ρωσία.
Το δράμα και τα λάθη των περιφερειακών συμμάχων
Η αλλαγή των ισορροπιών στον Περσικό Κόλπο αναδεικνύει μεγάλους κερδισμένους και ηττημένους ανάμεσα στα αραβικά κράτη. Το Ομάν αναδεικνύεται σε κεντρικό διπλωματικό και οικονομικό κόμβο, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιμετωπίζουν τις συνέπειες μιας λανθασμένης στρατηγικής επιλογής. Κατά τη διάρκεια της πρόσφατης πολεμικής σύγκρουσης των 39 ημερών, η αεροπορία των Εμιράτων συμμετείχε απευθείας σε πλήγματα εναντίον ιρανικών στόχων.
Το Αμπού Ντάμπι λειτούργησε ουσιαστικά ως προκεχωρημένο φυλάκιο του αμερικανικού και ισραηλινού σχεδιασμού, ελπίζοντας ότι η Ουάσιγκτον θα εξουδετέρωνε οριστικά το Ιράν και ότι τα ίδια θα αποκτούσαν τον έλεγχο των αμφισβητούμενων νησιών στα στενά. Αυτό το στοίχημα αποδείχθηκε καταστροφικό. Σε περίπτωση αναζωπύρωσης του πολέμου, τα Εμιράτα θα είναι ο πρώτος στόχος των ιρανικών αντιποίνων.
Οι ενεργειακές τους υποδομές και οι μονάδες αφαλάτωσης νερού μπορούν να καταστραφούν μέσα σε λίγες ώρες, μετατρέποντας τις υπερσύγχρονες πόλεις τους ξανά σε έρημο. Η ψευδαίσθηση ότι η σύνδεση της ασφάλειας ενός κράτους με μια παρακμάζουσα υπερδύναμη προσφέρει προστασία, καταρρέει. Οι χώρες της πρώτης γραμμής αντιλαμβάνονται πλέον ότι δεν αντιμετωπίζονται ως σύμμαχοι, αλλά ως αναλώσιμοι ενδιάμεσοι για την εξυπηρέτηση των ξένων συμφερόντων.
Η ψευδαίσθηση της αμερικανικής προστασίας
Το μάθημα των Εμιράτων αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις και επηρεάζει τις συμμαχίες της Ουάσιγκτον σε ολόκληρο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες φρόντιζαν να ενισχύουν οικονομικά και στρατιωτικά τα κράτη της πρώτης γραμμής, όπως τη Δυτική Γερμανία ή τη Νότια Κορέα, για να αποδείξουν την ανωτερότητα του συστήματός τους. Σήμερα, μια παρακμάζουσα ηγεμονική δύναμη αδυνατεί να πράξει το ίδιο.
Όταν ξέσπασε η κρίση στον Περσικό Κόλπο, οι Αμερικανοί συνειδητοποίησαν ότι είχαν ήδη μεταφέρει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων της αεράμυνάς τους στην Ουκρανία. Στην προσπάθειά τους να καλύψουν το κενό, απέσυραν αντιπυραυλικά συστήματα από την Ανατολική Ασία, αφήνοντας εκτεθειμένους άλλους συμμάχους τους. Αυτή η στρατηγική υπερεξάπλωση δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας παντού.
Οι Ευρωπαίοι αισθάνονται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες τους στρέφουν την πλάτη όταν πιέζονται, ενώ οι ασιατικές χώρες αναρωτιούνται αν η συμμαχία με την Ουάσιγκτον απλώς τις μετατρέπει σε στόχους χωρίς πραγματικό αντίκρισμα προστασίας. Η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να διεξάγουν ταυτόχρονα πολλές συγκρούσεις υψηλής έντασης είναι πλέον εμφανής σε φίλους και εχθρούς.
Η κλιμάκωση στην Ουκρανία και η κόκκινη γραμμή
Την ίδια στιγμή, το μέτωπο της Ουκρανίας εισέρχεται σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάση, καθώς η Μόσχα φαίνεται να αλλάζει ριζικά τη στρατηγική της. Οι πρόσφατες επιθέσεις με δυτικούς πυραύλους εναντίον πολιτικών υποδομών και κοιτώνων στο Λουγκάνσκ και το Ντονέτσκ, που προκάλεσαν τον θάνατο παιδιών, ξεπέρασαν τα όρια της ρωσικής ανοχής.
Στη Μόσχα επικρατεί πλέον η άποψη ότι η περίοδος της συγκράτησης έχει τελειώσει οριστικά. Από το 2022, το ΝΑΤΟ ανέβαινε σταδιακά τα σκαλοπάτια της κλιμάκωσης, ξεκινώντας από την αποστολή απλού στρατιωτικού υλικού, προχωρώντας στα συστήματα Himars και τα αεροσκάφη F-16, για να φτάσει σήμερα στην παροχή πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς για πλήγματα βαθιά μέσα στη Ρωσία.
Η δικαιολογία ότι πρόκειται για ουκρανικές επιθέσεις δεν πείθει κανέναν στη ρωσική ηγεσία. Είναι κοινό μυστικό ότι οι πύραυλοι αυτοί προγραμματίζονται και καθοδηγούνται από δυτικούς στρατιωτικούς συμβούλους με τη χρήση νατοϊκών δορυφορικών δεδομένων. Πρόκειται για μια απευθείας εμπλοκή της Δύσης στον πόλεμο, η οποία δεν μπορεί πλέον να κρυφτεί πίσω από το προπέτασμα καπνού ενός πολέμου δι αντιπροσώπων.
Η αποτυχία της δυτικής αποτροπής στη Ρωσία
Η πολιτική ρητορική στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο, με αξιωματούχους των κρατών της Βαλτικής να ζητούν ανοιχτά την εξουδετέρωση του Καλίνινγκραντ, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι εκεί κατοικούν εκατομμύρια Ρώσοι πολίτες. Αυτή η επιθετικότητα τροφοδοτήθηκε από την πεποίθηση ότι η Ρωσία δεν θα τολμούσε ποτέ να απαντήσει δυναμικά, φοβούμενη έναν τρίτο παγκόσμιο πόλεμο.
Η Μόσχα αντιλαμβάνεται τώρα ότι η έλλειψη αποφασιστικής απάντησης εκλαμβάνεται από τη Δύση ως αδυναμία και την ενθαρρύνει να προχωρήσει σε ακόμα πιο επικίνδυνες ενέργειες. Η εμπειρία της σύγκρουσης στο Ιράν λειτούργησε ως καταλύτης για τη ρωσική σκέψη. Το Ιράν δεν δίστασε να πλήξει άμεσα τις αμερικανικές βάσεις και τους συμμάχους τους στην περιοχή, αποδεικνύοντας ότι η ενεργός αποτροπή είναι ο μόνος τρόπος για να αναγκάσεις τον αντίπαλο να σε σεβαστεί.
Οι Ρώσοι αναλυτές επισημαίνουν ότι αν δεν αποκατασταθεί άμεσα η αξιοπιστία της ρωσικής αποτροπής, η σύγκρουση θα μεταφερθεί αναπόφευκτα στο εσωτερικό της χώρας τους. Για τον λόγο αυτό, αναμένεται μια σημαντική ένταση των ρωσικών πληγμάτων εναντίον των κέντρων λήψης αποφάσεων στο Κίεβο, αλλά και η πιθανότητα στοχευμένων αντιποίνων εναντίον ευρωπαϊκών χωρών που διευκολύνουν τις επιθέσεις στο ρωσικό έδαφος.
Το κενό ισχύος και ο ευρωπαϊκός φανατισμός
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο εύφλεκτη λόγω της σταδιακής απόσυρσης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ουκρανικό μέτωπο, καθώς η προσοχή τους στρέφεται στην Ασία και την εσωτερική τους κρίση. Αυτό το κενό προσπαθούν να το καλύψουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ, οι οποίες εμφανίζονται διατεθειμένες να εντείνουν τις επιθέσεις εναντίον της Ρωσίας για να αντισταθμίσουν τις απώλειες στο πεδίο της μάχης.
Πρόκειται για ένα κλασικό σενάριο που οδηγεί σε γενικευμένο πόλεμο. Η πολιτική τάξη στην Ευρώπη, σε απόλυτη ευθυγράμμιση με τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης, δείχνει έναν πολεμικό φανατισμό που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες των χωρών τους. Οι ευρωπαϊκοί στρατοί στερούνται πυρομαχικών, υποδομών και κοινωνικής υποστήριξης για μια τέτοια αναμέτρηση.
Στη Μεγάλη Βρετανία και σε άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η πλειοψηφία των πολιτών αντιτίθεται στην προοπτική μιας άμεσης πολεμικής εμπλοκής με τη Ρωσία. Παρά ταύτα, οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να θέτουν ημερομηνίες για μια επικείμενη σύγκρουση, προαναγγέλλοντας τη μαζική παραγωγή πυραύλων και την πιθανή αποστολή στρατευμάτων όταν εξαντληθεί το έμψυχο δυναμικό της Ουκρανίας.
Η απώλεια της ισορροπίας μεταξύ αποτροπής και καθησύχασης
Η θεμελιώδης αιτία αυτής της παγκόσμιας αστάθειας βρίσκεται στην πλήρη αδυναμία της Δύσης να προσαρμοστεί στα δεδομένα του πολυπολικού κόσμου. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η ασφάλεια βασιζόταν σε μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην αποτροπή και τον καθησύχαση (reassurance). Η Νορβηγία, για παράδειγμα, αν και μέλος του ΝΑΤΟ, επέλεγε να μην φιλοξενεί ξένες βάσεις και να μην διεξάγει ασκήσεις κοντά στα σοβιετικά σύνορα, ώστε να μην προκαλεί τη Μόσχα.
Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η Δύση υιοθέτησε το δόγμα της ηγεμονικής ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό, δεν υπήρχε ανάγκη για συμβιβασμούς ή κατανόηση των ανησυχιών του αντιπάλου. Στόχος ήταν η απόλυτη ισχύς, ώστε να μην έχει σημασία τι πιστεύει η άλλη πλευρά. Η πολιτική μετατράπηκε σε καθαρή αποτροπή χωρίς κανένα στοιχείο καθησύχασης.
Σήμερα όμως, η Ρωσία, η Κίνα και το Ιράν έχουν τη δυνατότητα να εξισορροπήσουν τη δυτική ισχύ. Η εμμονή στο σύνθημα «ειρήνη μέσω της ισχύος» δεν λειτουργεί πλέον, αλλά αντίθετα προκαλεί τον πόλεμο. Η δυτική ηγεσία πανηγυρίζει για κάθε πλήγμα στις ρωσικές ενεργειακές υποδομές, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι αν ο πόνος γίνει μη διαχειρίσιμος για τη Μόσχα, η απάντηση θα στραφεί απευθείας εναντίον της Δύσης. Η άρνηση αποδοχής των νέων γεωπολιτικών ορίων οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια παγκόσμια καταστροφή.
