H αγέλη των λύκων: Τα βρετανικά media και η βιομηχανία του δημόσιου διασυρμού από την Νταϊάνα μέχρι τον Χάρι και την Μέγκαν

Με αφορμή την επιστροφή του πρίγκιπα Χάρι και της Μέγκαν Μαρκλ στη Βρετανία, μια ματιά στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το βρετανικό media ecosystem όταν αποφασίζει ότι ένα πρόσωπο είναι «το θέμα» - Από τη Daily Mail και τη Sun έως τους royal correspondents, τα palace briefings και τις υπερδραστήριες κοινότητες των social media· και από τη Meghan έως τον Jason Arday, την Caroline Flack, τον Raheem Sterling και τον Christopher Jefferies. Ενας μηχανισμός όπου η είδηση, η οργή και το κοινό τροφοδοτούν το ένα το άλλο

H αγέλη των λύκων: Τα βρετανικά media και η βιομηχανία του δημόσιου διασυρμού από την Νταϊάνα μέχρι τον Χάρι και την Μέγκαν

Η είδηση θα μπορούσε να είχε μείνει απλή. Ο πρίγκιπας Χάρι και η Μέγκαν Μαρκλ, ύστερα από έξι χρόνια στην Καλιφόρνια, ετοιμάζονται να επιστρέψουν στη Βρετανία. Μαζί με τα παιδιά τους, σε μια χώρα που εγκατέλειψαν μέσα σε βαθιά ρήξη με το παλάτι και με μεγάλο μέρος του βρετανικού Τύπου. Από μόνη της, η ιστορία είχε αρκετό βάρος. Δεν χρειαζόταν τίποτε παραπάνω. Κι όμως, σχεδόν αμέσως, άρχισε να φουσκώνει.

σχετικά άρθρα

Η Sun και η Daily Telegraph έσπευσαν να διεκδικήσουν την αποκλειστικότητα. Ακολούθησαν άρθρα για το πού θα μείνουν, πού θα πάνε σχολείο τα παιδιά, τι γνωρίζει ο βασιλιάς Κάρολος, πώς αντιδρά ο William, αν πρόκειται για πραγματική επιστροφή ή για μια νέα φάση στο brand Sussex. Η Washington Post περιέγραψε την αντίδραση ως «frenzied U.K. reaction», ενώ η Camilla Tominey της Telegraph βρήκε αμέσως το λογοπαίγνιο: «the great Meghan-aissance».

Κάπου εδώ αρχίζει να φαίνεται η πραγματική ιστορία. Η Meghan δεν είναι πια μόνο ένα πρόσωπο του royal ρεπορτάζ. Έχει γίνει ένα ολόκληρο media προϊόν. Ένα όνομα που μπορεί να παράγει αμέτρητα πρωτοσέλιδα, τηλεοπτικές συζητήσεις, YouTube βίντεο, αναρτήσεις, σχόλια, memes και φυσικά clicks. Και γύρω από αυτό το όνομα έχει στηθεί μια βιομηχανία που λειτουργεί σαν αγέλη.

Μια εφημερίδα γράφει το πρώτο θέμα. Μια δεύτερη το οξύνει. Ένας columnist το εντάσσει σε μια μεγαλύτερη πολιτισμική σύγκρουση. Ένας royal expert το ερμηνεύει στην τηλεόραση. Τα social media το παίρνουν, το κάνουν οργή, και ύστερα αυτή η οργή επιστρέφει στις εφημερίδες ως νέα είδηση για το πώς «αντέδρασε η Βρετανία».

Η κατασκευή της Meghan

Οι αριθμοί δείχνουν ότι η αίσθηση δυσανάλογα αρνητικής κάλυψης της Meghan δεν είναι απλώς η εκδοχή των Sussexes. Ανάλυση 843 δημοσιευμάτων από δεκατέσσερις βρετανικές εφημερίδες, από τον Μάιο του 2018 έως τον Ιανουάριο του 2020, βρήκε ότι περίπου 43% της κάλυψης ήταν αρνητική και μόλις 20% θετική. Για την Kate Middleton, στο ίδιο διάστημα, μόλις 8% της κάλυψης χαρακτηριζόταν αρνητική και περίπου 45% θετική. Μια άλλη ανάλυση, της Brandwatch, σε περίπου 29.000 διαδικτυακά δημοσιεύματα για τη Meghan μέσα στο 2019, κατέγραψε αρνητικό πρόσημο σε περίπου 72% αυτών.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι η Meghan έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ιερό πρόσωπο. Η ίδια και ο Harry έδωσαν στον Τύπο άφθονο υλικό. Αποχώρησαν από τα ενεργά βασιλικά καθήκοντα, υπέγραψαν συμφωνίες εκατομμυρίων, έδωσαν τη συνέντευξη στην Oprah Winfrey, γύρισαν σειρά για το Netflix και ο Harry δημοσίευσε στο Spare προσωπικές λεπτομέρειες για τον πατέρα του, τον αδελφό του και ολόκληρη τη βασιλική οικογένεια. Υπάρχει μια πραγματική αντίφαση ανάμεσα στο αίτημα για ιδιωτικότητα και στην εμπορική αξιοποίηση προσωπικών οικογενειακών ιστοριών, και ο Τύπος έχει κάθε δικαίωμα να την επισημαίνει.

Το ερώτημα αρχίζει όταν ο έλεγχος της συμπεριφοράς περνάει στην κατασκευή χαρακτήρα. Ακαδημαϊκή μελέτη της κάλυψης της Meghan από τη MailOnline βρήκε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: η Meghan παρουσιάζεται ως υπερβολικά φιλόδοξη, απαιτητική, κυριαρχική, «δύσκολη», ξένη προς τους άγραφους κανόνες της μοναρχίας. Δίπλα της, η Kate συχνά εμφανίζεται ως το ασφαλές αντίθετο: διακριτική, σταθερή, παραδοσιακή. Η πρώτη είναι η outsider, η δεύτερη η γυναίκα που ξέρει πώς λειτουργεί το σύστημα.

Και εδώ μπαίνει το θέμα της φυλής. Σε έρευνα της Press Gazette μεταξύ 721 εργαζομένων στα βρετανικά media, οι μισοί δήλωσαν ότι είχαν δει κάλυψη της Meghan που θεωρούσαν φυλετικά προβληματική ως προς τον τόνο ή την παρουσίαση. Μεταξύ των μαύρων δημοσιογράφων, το ποσοστό έφθανε στο 87%.

Η προκατάληψη, άλλωστε, δεν χρειάζεται να φωνάζει. Μπορεί να βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στο «φιλόδοξη» και στο «αδίστακτη», στο «δυναμική» και στο «επιθετική», στο «ανεξάρτητη» και στο «αλαζονική». Μπορεί να λειτουργεί χωρίς να αναφέρει ποτέ τη φυλή.

: η μηχανή της επανάληψης

Η Daily Mail και κυρίως η MailOnline είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα του πώς η σύγχρονη tabloid βιομηχανία δεν χρειάζεται πάντα ένα μεγάλο χτύπημα. Της αρκεί η επανάληψη. Ένα γεγονός γύρω από τη Meghan μπορεί να γίνει άρθρο για το φόρεμά της, δεύτερο για την τιμή του, τρίτο για το σπίτι της, τέταρτο για τον πατέρα της, πέμπτο για το προσωπικό της, έκτο για μια έκφραση του προσώπου της και έβδομο για το πώς αντέδρασαν οι χρήστες στα προηγούμενα έξι.

Με τον καιρό, αυτό δημιουργεί κάτι πιο ισχυρό από οποιοδήποτε μεμονωμένο δημοσίευμα. Δημιουργεί έναν χαρακτήρα. Και από τη στιγμή που ο χαρακτήρας έχει παγιωθεί, κάθε καινούργιο περιστατικό ερμηνεύεται με βάση εκείνον. Αν η Meghan μιλήσει, αναζητά δημοσιότητα. Αν δεν μιλήσει, κάτι σχεδιάζει. Αν επιστρέψει στη Βρετανία, χρειάζεται τη μοναρχία. Αν μείνει στην Καλιφόρνια, περιφρονεί τη χώρα. Αν χρησιμοποιήσει τον τίτλο της, εκμεταλλεύεται τον θεσμό. Αν χτίσει ανεξάρτητο brand, εμπορευματοποιεί τη σχέση της με τον θεσμό.

Είναι ένα επικοινωνιακό αδιέξοδο από το οποίο δύσκολα βγαίνει κανείς.

Η μεγάλη δικαστική μάχη του Harry, του Elton John, της Doreen Lawrence, της Elizabeth Hurley και άλλων εναντίον της Associated Newspapers είχε άδοξο τέλος. Οι ενάγοντες κατήγγειλαν παράνομες πρακτικές συλλογής πληροφοριών, αλλά τον Ιούλιο του 2026 το High Court απέρριψε τις αξιώσεις τους και τον Αύγουστο διατάχθηκαν να καταβάλουν περίπου 9,54 εκατ. λίρες ως ενδιάμεση πληρωμή δικαστικών εξόδων. Οι συγκεκριμένες κατηγορίες δεν αποδείχθηκαν.

Ο πόλεμος του Harry

Για τον Harry, όμως, η σύγκρουση με τον Τύπο δεν αρχίζει από τη Meghan. Αρχίζει από τη Diana. Η μητέρα του ήταν ίσως το πιο εμπορικό royal πρόσωπο της εποχής της, ένα πρόσωπο που μπορούσε να πουλήσει εκατομμύρια φύλλα με μια φωτογραφία. Ο θάνατός της στο Παρίσι το 1997 δεν μπορεί να αποδοθεί απλουστευτικά «στα media», αλλά για τον δωδεκάχρονο Harry η εμπειρία ήταν σαφής: η μητέρα του είχε καταδιωχθεί επί χρόνια από φωτογράφους και τη νύχτα που σκοτώθηκε, υπήρχαν και πάλι paparazzi πίσω της.

Όταν λοιπόν εμφανίστηκε η Meghan και ο Harry άρχισε να βλέπει γύρω της μια όλο και πιο επιθετική κάλυψη, συνέδεσε τις δύο ιστορίες. Στη δικαστική του κατάθεση εναντίον του Mirror Group Newspapers το 2023, υποστήριξε ότι η συνεχής εισβολή στην ιδιωτική ζωή, η παρενόχληση και αυτό που αποκάλεσε «inciting of hatred» συνέβαλαν στην απόφαση να εγκαταλείψουν τη Βρετανία. Στη δική του εκδοχή, το Megxit δεν ήταν μόνο ρήξη με το παλάτι. Ήταν και φυγή από ένα μιντιακό περιβάλλον που θεωρούσε επικίνδυνο για την οικογένειά του.

Το σημαντικό είναι ότι ορισμένες από τις καταγγελίες του αποδείχθηκαν δικαστικά. Στη δίκη κατά του Mirror Group Newspapers, το High Court έκρινε ότι 15 από τα 33 άρθρα που εξετάστηκαν είχαν προκύψει από phone hacking ή άλλες παράνομες μεθόδους συλλογής πληροφοριών. Τον Ιανουάριο του 2025, λίγο πριν ξεκινήσει άλλη μεγάλη δίκη, η News Group Newspapers, εκδότρια της Sun και πρώην εκδότρια του News of the World, συμβιβάστηκε μαζί του και εξέδωσε μια ασυνήθιστα πλήρη απολογία για σοβαρές παρεμβάσεις στην ιδιωτική του ζωή.

Ο πόλεμος του Harry με τον Τύπο, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια προσωπική εμμονή. Έχει κερδίσει υποθέσεις, έχει χάσει άλλες, έχει δικαιωθεί σε ορισμένες κατηγορίες και έχει αποτύχει σε άλλες.

The Sun: όταν η επίθεση γίνεται θέαμα

Η Sun λειτουργεί διαφορετικά. Εκεί όπου η Mail είναι η μηχανή της συσσώρευσης, η Sun έχει διατηρήσει την παλιά tabloid ικανότητα να μετατρέπει την αντιπαράθεση σε θέαμα. Προκλητικό headline, χιούμορ, χλευασμός, υπερβολή, columnists που ξέρουν ότι το να προκαλέσεις τον αναγνώστη δεν είναι πρόβλημα αλλά συχνά ο στόχος.

Η στήλη του Jeremy Clarkson για τη Meghan τον Δεκέμβριο του 2022 έδειξε μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτό. Το κείμενο προκάλεσε περισσότερες από 25.000 καταγγελίες στην IPSO, αριθμό-ρεκόρ. Η Sun το απέσυρε, ο Clarkson ζήτησε συγγνώμη και η IPSO έκρινε αργότερα ότι είχε παραβιαστεί ο Editors’ Code ως προς τη διάκριση λόγω φύλου.

Το πιο ενδιαφέρον δεν είναι μόνο ότι ο Clarkson ξεπέρασε τα όρια. Είναι ότι είχε δημιουργηθεί γύρω από τη Meghan ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο μια τόσο ακραία διατύπωση φάνηκε αρχικά δημοσιεύσιμη. Αυτό δεν συμβαίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Χρειάζεται να έχει προηγηθεί πολύς χρόνος κατά τον οποίο ένα δημόσιο πρόσωπο έχει γίνει κάτι περισσότερο από πολιτικός ή celebrity αντίπαλος. Έχει γίνει αποδεκτός villain.

Το «αόρατο συμβόλαιο» με το παλάτι

Η βασιλική δημοσιογραφία στη Βρετανία έχει και μια ιδιαιτερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα celebrity beats. Το παλάτι και ο Τύπος χρειάζονται ο ένας τον άλλο. Ο Harry το έχει περιγράψει ως «invisible contract»: το παλάτι προσφέρει πρόσβαση, πληροφορίες και εικόνες· ο Τύπος προσφέρει δημοσιότητα και έναν βαθμό νομιμοποίησης.

Ο όρος είναι του Harry, αλλά η πραγματικότητα που περιγράφει δεν είναι αποκλειστικά δική του εκδοχή. Πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος επικοινωνίας του Buckingham Palace έχει μιλήσει στον Guardian για μια πραγματική σχέση quid pro quo ανάμεσα στα royal households και στους δημοσιογράφους.

Αυτό από μόνο του δεν είναι σκάνδαλο. Όλοι οι εξειδικευμένοι reporters έχουν πηγές. Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι το royal beat είναι ένας πολύ μικρός κόσμος όπου η πρόσβαση έχει τεράστια αξία. Η Royal Rota δίνει σε συγκεκριμένους δημοσιογράφους προνομιακή πρόσβαση σε βασιλικές δραστηριότητες, και κάπου εκεί γεννιέται η αλληλεξάρτηση. Ο reporter χρειάζεται το παλάτι για πληροφορίες. Το παλάτι χρειάζεται τον reporter για να περάσει τη δική του εκδοχή.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν διαφορετικά royal households έχουν διαφορετικά συμφέροντα. Ποιος προστατεύεται; Ποιος εκτίθεται; Πότε ένα briefing που σώζει έναν πρίγκιπα φορτώνει το κόστος σε κάποιον άλλο; Δεν υπάρχουν αποδείξεις για την απλοϊκή εκδοχή ότι «το παλάτι έδωσε τη Meghan στα tabloids». Υπάρχουν όμως αρκετά στοιχεία για να δικαιολογείται μια πιο σοβαρή απορία: όταν η δημόσια εικόνα είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος, μήπως η προστασία του ενός περνάει μερικές φορές μέσα από την έκθεση του άλλου;

Η Express και η παλιά Βρετανία

Η έχει μια διαφορετική σχέση με το κοινό της. Δεν έχει την παγκόσμια ψηφιακή ισχύ της Mail, ούτε την ίδια ικανότητα spectacle με τη Sun. Έχει όμως ένα πολύ πιο σταθερά royalist και παραδοσιακό ακροατήριο. Εκεί, η μοναρχία δεν είναι απλώς celebrity story. Είναι σύμβολο συνέχειας, εθνικής ταυτότητας, μιας Βρετανίας που θεωρείται ότι αλλάζει πολύ γρήγορα.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Meghan είναι εύκολο να γίνει κάτι περισσότερο από μια γυναίκα που συγκρούστηκε με το παλάτι. Μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο μιας μεγαλύτερης αμφισβήτησης: της παράδοσης, του duty, της ιδέας ότι υπάρχουν θεσμοί που δεν προσαρμόζονται απλώς στις ανάγκες του κάθε προσώπου.

Και εδώ βρίσκεται η ιδανική σύγκρουση για ένα tabloid. Δεν συζητάς πια για μια οικογενειακή διαφωνία. Συζητάς για το ποιος σέβεται τη χώρα και ποιος όχι.

Όταν η αγέλη περνάει στα social media

Τα social media άλλαξαν τα πάντα γιατί κατάργησαν το τέλος του ειδησεογραφικού κύκλου. Στο παλιό μοντέλο, το πρωτοσέλιδο πέθαινε την επόμενη ημέρα. Σήμερα ένα άρθρο περνάει στο X, στο Facebook, στο TikTok και στο YouTube, γίνεται screenshot, meme, βίντεο, σχολιάζεται χιλιάδες φορές και επιστρέφει στην αρχική εφημερίδα ως είδηση για το πώς «οι χρήστες αντέδρασαν».

Η Meghan είναι σχεδόν εργαστηριακό παράδειγμα. Έρευνα του 2019 σε 5.204 tweets με anti-Meghan hashtags βρήκε ότι μόλις 20 λογαριασμοί παρήγαγαν περίπου το 70% των σχετικών posts. Δύο χρόνια αργότερα, η Bot Sentinel εξέτασε περίπου 114.000 tweets και εντόπισε 83 λογαριασμούς πίσω από περίπου 70% του πιο επιθετικού anti-Sussex περιεχομένου. Η Meghan ήταν ο στόχος περίπου του 80% της κακοποίησης.

Το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι δεν επρόκειτο κυρίως για bots. Ήταν πραγματικοί άνθρωποι, απλώς εξαιρετικά δραστήριοι. Αυτό είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρον, γιατί σημαίνει ότι δεν χρειάζεται κάποιος κεντρικός οργανωτής. Μια μικρή ομάδα μπορεί να παράγει τόσο μεγάλο όγκο περιεχομένου ώστε οι αλγόριθμοι να τον ενισχύσουν, οι δημοσιογράφοι να δουν το trend και οι εφημερίδες να γράψουν για την «οργή του Διαδικτύου». Κάπως έτσι, μια μικρή ομάδα αρχίζει να μοιάζει με ολόκληρη χώρα.

Jason Arday: όταν το pile-on γίνεται establishment

Η περίπτωση του Jason Arday είναι ίσως η πιο σημαντική για να μην πέσουμε στην παγίδα ότι όλα αυτά αφορούν μόνο τα λαϊκά tabloids. Οι καταγγελίες για λογοκλοπή και ακαδημαϊκές παρατυπίες εναντίον καθηγητή του Cambridge ήταν ασφαλώς θεμιτό δημοσιογραφικό θέμα. Το ερώτημα είναι τι συνέβη μετά.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε το Associated Press, δημοσιεύθηκαν 289 άρθρα μέσα σε μόλις 22 ημέρες, ενώ σχεδόν τα δύο τρίτα εμφανίστηκαν αφού ο Arday είχε ήδη παραιτηθεί. Ο ίδιος είχε γράψει ότι είχε φτάσει στα όρια όσων μπορεί λογικά να αντέξει ένας άνθρωπος και στις 14 Αυγούστου 2026 βρέθηκε νεκρός.

Είναι σημαντικό να μην κάνουμε το άλμα που κάνουν συχνά τα ίδια τα media που εξετάζουμε. Δεν υπάρχει τεκμηρίωση ότι η δημοσιογραφική κάλυψη προκάλεσε τον θάνατό του. Υπάρχει όμως ένα εύλογο ερώτημα για την αναλογικότητα. Γιατί χρειάζονται 289 δημοσιεύματα σε 22 ημέρες για μια υπόθεση ακαδημαϊκής δεοντολογίας;

Η απάντηση ίσως βρίσκεται στο ότι ο Arday σταμάτησε να είναι μόνο ένας καθηγητής. Έγινε σύμβολο ενός πολύ μεγαλύτερου culture war για το DEI, τη φυλή, τη meritocracy και τα πανεπιστήμια. Από τη στιγμή που έγινε σύμβολο, το κάθε νέο άρθρο δεν αφορούσε πια τον ίδιο. Αφορούσε τον πόλεμο στον οποίο είχε τοποθετηθεί.

Και εδώ η αγέλη φορούσε γραβάτα. Οι Times και η Telegraph δεν είναι tabloids. Μπορούν όμως να λειτουργήσουν ως εξίσου ισχυροί πολλαπλασιαστές όταν μια ιστορία κουμπώνει σε έναν ιδεολογικό πόλεμο.

Caroline Flack: όταν η κατεύθυνση αλλάζει

Η Caroline Flack είναι ίσως η πιο καθαρή περίπτωση του πώς αλλάζει η ηθική στάση των media όταν αλλάζει η έκβαση μιας ιστορίας. Η παρουσιάστρια του Love Island είχε συλληφθεί και κατηγορηθεί για επίθεση στον σύντροφό της. Ήταν προφανώς είδηση. Μέσα όμως στους έξι μήνες πριν από τον θάνατό της δημοσιεύθηκαν 387 έντυπα άρθρα για εκείνη, από τα οποία τα 99 μόνο στη Sun.

Μετά την αυτοκτονία της, τον Φεβρουάριο του 2020, ο τόνος άλλαξε απότομα. Δημοσιεύματα που την είχαν σατιρίσει αποσύρθηκαν. Η γυναίκα που μέχρι λίγες ώρες πριν παρουσιαζόταν ως πρωταγωνίστρια ενός σκανδάλου έγινε θύμα. Και η αναζήτηση του ενόχου μεταφέρθηκε στην Crown Prosecution Service, στο ITV και αλλού.

Η ίδια ανάγκη για καταδίκη παρέμεινε. Απλώς άλλαξε στόχο.

Αυτό είναι το πιο σκοτεινό στοιχείο του pile-on. Δεν έχει μνήμη, μόνο κατεύθυνση.

Raheem Sterling: δύο σπίτια, δύο ιστορίες

Ο Raheem Sterling είχε εντοπίσει το πρόβλημα με έναν πολύ πιο απλό τρόπο. Το 2018 έβαλε δίπλα δίπλα δύο δημοσιεύματα για νεαρούς συμπαίκτες του στη Manchester City. Στην περίπτωση ενός μαύρου ποδοσφαιριστή, το headline της Daily Mail τόνιζε ότι είχε αγοράσει σπίτι περίπου 2,25 εκατ. λιρών παρότι δεν είχε ξεκινήσει ούτε έναν αγώνα Premier League. Στην περίπτωση του λευκού Phil Foden, η ιστορία έγινε η συγκινητική πράξη ενός νεαρού σταρ που αγόρασε σπίτι για τη μητέρα του.

Ο Sterling κατηγόρησε τον Τύπο ότι «τροφοδοτεί τον ρατσισμό». Το σημαντικό είναι ότι δεν χρειάστηκε καμία φυλετική βρισιά για να γίνει το point του. Η προκατάληψη βρισκόταν στο framing. Ο ένας εμφανιζόταν ως άπληστος, ο άλλος ως γενναιόδωρος.

Αυτός είναι και ο λόγος που το θέμα συνδέεται τόσο καλά με τη Meghan. Ο σύγχρονος δημόσιος λόγος σπάνια λέει «δεν μου αρέσει επειδή είναι μαύρη». Λέει «είναι αλαζονική», «δεν σέβεται τους κανόνες», «νομίζει ότι είναι πάνω από όλους». Μερικές φορές αυτές είναι απλώς απόψεις. Μερικές φορές όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο παλιά στερεότυπα επιβιώνουν μέσα σε καινούργια γλώσσα.

Christopher Jefferies: η παλιά σχολή

Πριν από τα social media, πριν από το X και πριν από τους αλγόριθμους, υπήρξε ο Christopher Jefferies. Ο πρώην καθηγητής ήταν ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος της Joanna Yeates, που δολοφονήθηκε στο Bristol το 2010. Η αστυνομία τον συνέλαβε ως ύποπτο. Δεν κατηγορήθηκε ποτέ.

Για ένα διάστημα, όμως, μεγάλο μέρος του βρετανικού Τύπου είχε ήδη αποφασίσει ποιος ήταν. «Creepy», «weird», «nutty professor». Η εμφάνιση, τα μαλλιά, οι ιδιορρυθμίες του, όλα χρησιμοποιήθηκαν για να δημιουργηθεί η εικόνα ενός ανθρώπου που «έμοιαζε» ικανός να έχει διαπράξει το έγκλημα.

Η πραγματικότητα ήταν άλλη. Οκτώ εφημερίδες, ανάμεσά τους οι Sun, Daily Mirror, Sunday Mirror, Daily Mail, Daily Star και Daily Express, αναγκάστηκαν αργότερα να ζητήσουν συγγνώμη και να καταβάλουν αποζημιώσεις για περισσότερα από σαράντα συκοφαντικά δημοσιεύματα. Η έρευνα Leveson χαρακτήρισε τη μεταχείρισή του «frankly appalling».

Η υπόθεση Jefferies είναι σημαντική επειδή αποδεικνύει ότι το «pack» υπήρχε πολύ πριν από τα social media. Οι πλατφόρμες δεν το δημιούργησαν. Απλώς του έδωσαν μεγαλύτερη ταχύτητα.

Ποιος είναι ο αναγνώστης;

Η άλλη μισή ιστορία βρίσκεται απέναντι από την οθόνη. Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός αναγνώστης των βρετανικών tabloids. Το κοινό της Mirror διαφέρει από της Sun, και της Sun από της Mail. Όταν όμως κοιτάζει κανείς ειδικά το κοινό που καταναλώνει συστηματικά anti-Meghan, φιλομοναρχικό και culture-war περιεχόμενο, εμφανίζεται ένα σχετικά γνώριμο προφίλ.

Είναι κατά κανόνα μεγαλύτερης ηλικίας και πολιτικά πιο συντηρητικό από τον μέσο Βρετανό. Η σχέση του με το Brexit είναι χαρακτηριστική: το Reuters Institute έχει δείξει ότι οι ψηφοφόροι Leave χρησιμοποιούσαν περισσότερο τις Sun, Daily Mail και Daily Express. Πρόκειται συχνά για ανθρώπους που έχουν ισχυρή σχέση με την ιδέα της τάξης, του duty, της προσωπικής ευθύνης και μιας συγκεκριμένης βρετανικής παράδοσης.

Δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ψ«ρατσιστές» παρά το γεγονός ότι απεχθάνονται τους ξένους. Πώς ένας άνθρωπος που δεν θεωρεί τον εαυτό του ρατσιστή μπορεί να ανταποκρίνεται σε racialised αφηγήματα χωρίς να τα αντιλαμβάνεται ως τέτοια. Δεν θα πει «δεν μου αρέσει η Meghan επειδή είναι biracial». Θα πει ότι είναι αλαζονική, ότι πήρε τον Harry από την οικογένειά του, ότι παριστάνει το θύμα, ότι θέλει τα προνόμια χωρίς τις υποχρεώσεις.

Καθεμία από αυτές τις απόψεις μπορεί να είναι απολύτως ειλικρινής και να μην έχει φυλετικό κίνητρο. Όταν όμως επαναλαμβάνονται μέσα σε ένα media περιβάλλον που παρουσιάζει την outsider ως απειλή για μια παραδοσιακή τάξη, η πολιτισμική διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ίσως γι’ αυτό η Meghan έγινε τόσο ιδανικός «κακός». Δεν είναι μόνο Αμερικανίδα, ούτε μόνο μυγάδας, ούτε μόνο celebrity. Στη μυθολογία που έχει δημιουργηθεί γύρω της, είναι η γυναίκα που μπήκε σε έναν παλιό θεσμό, αρνήθηκε να παίξει ακριβώς τον ρόλο που της είχε δοθεί, έφυγε όταν δεν της άρεσε το σύστημα και μετά μίλησε δημόσια γι’ αυτό. Για μια κουλτούρα που εξακολουθεί να εκτιμά το «never complain, never explain» και το παλιό βρετανικό «know your place», αυτό είναι σχεδόν ιδανικό υλικό.

Follow the money: Η οικονομία της οργής

Και βέβαια υπάρχει το χρήμα. Οι editors ξέρουν πλέον σε πραγματικό χρόνο ποια ιστορία φέρνει clicks, πόση ώρα μένει ο αναγνώστης, τι σχολιάζει και τι μοιράζεται. Αν το εικοστό όγδοο άρθρο για τη Meghan εξακολουθεί να φέρνει τεράστιο traffic, θα υπάρξει και εικοστό ένατο.

Η οργή είναι engagement. Το engagement είναι traffic. Το traffic είναι έσοδα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το σύστημα δεν χρειάζεται ιδεολογική συνεννόηση. Μπορεί να λειτουργεί σχεδόν αυτόματα. Η εφημερίδα γράφει αυτό που τραβάει τον αναγνώστη και, γράφοντάς το ξανά και ξανά, εκπαιδεύει ταυτόχρονα τον αναγνώστη στο τι πρέπει να τον τραβάει.

Γι’ αυτό είναι σχεδόν αδύνατο να απαντήσει κανείς στο ερώτημα ποιος οδηγεί ποιον. Η Mail δίνει στον αναγνώστη αυτό που θέλει ή του μαθαίνει τι να θέλει; Οι αλγόριθμοι αποκαλύπτουν μια υπάρχουσα κοινωνική οργή ή τη μεγαλώνουν επειδή ξέρουν ότι το ακραίο περιεχόμενο αποδίδει καλύτερα; Οι royal commentators ακολουθούν το ενδιαφέρον του κοινού ή το δημιουργούν;

Πιθανότατα ισχύουν όλα μαζί.

Πριν από το κυνήγι έρχεται ο χαρακτήρας

Οι ιστορίες της Meghan Markle, του Jason Arday, της Caroline Flack, του Raheem Sterling και του Christopher Jefferies δεν είναι ίδιες.Έχουν όμως κάτι κοινό: πριν αρχίσει το πραγματικό pile-on, το πρόσωπο έχει ήδη μετατραπεί σε απλό χαρακτήρα.

Η Meghan γίνεται η αδίστακτη Αμερικανίδα outsider. Ο Sterling ο υπερπληρωμένος νεαρός. Ο Arday το σύμβολο της αποτυχίας του DEI. Ο Jefferies ο creepy professor. Η Flack η fallen celebrity.

Από εκεί και πέρα, κάθε καινούργιο γεγονός λειτουργεί σαν απόδειξη του ίδιου χαρακτήρα.

Και κάπου εκεί η δημοσιογραφική κριτική παύει να αφορά αυτό που έκανε κάποιος και αρχίζει να αφορά αυτό που έχουμε αποφασίσει ότι είναι.

Η επιστροφή

Γι’ αυτό η επιστροφή του Harry και της Meghan στη Βρετανία έχει ενδιαφέρον πέρα από το royal gossip. Ο Harry έχει περάσει χρόνια μηνύοντας εφημερίδες, κερδίζοντας κάποιες υποθέσεις και χάνοντας άλλες. Έχει κατηγορήσει το royal press system για καταστροφικές πρακτικές. Ταυτόχρονα, μεγάλο μέρος του βρετανικού Τύπου τον παρουσιάζει ως έναν πρίγκιπα που ζητά ιδιωτικότητα ενώ πουλάει προσωπικές ιστορίες για την οικογένειά του.

Και τώρα επιστρέφει.

Μόνο που επιστρέφει σε ένα media περιβάλλον ακόμη πιο επιθετικό από αυτό που άφησε. Τα tabloids παραμένουν, αλλά γύρω τους υπάρχει πλέον ένα ώριμο οικοσύστημα YouTubers, influencers, royal commentators και social-media κοινοτήτων που έχουν περάσει χρόνια χωρισμένες σε Sussex supporters και Sussex haters.

Κάθε έκφραση του προσώπου μπορεί να γίνει screenshot. Κάθε μικρή χειρονομία βίντεο. Κάθε ανώνυμο briefing σειρά από άρθρα. Και κάθε κύμα σχολίων καινούργια απόδειξη ότι «η κοινή γνώμη μίλησε».

Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν η Meghan έχει αλλάξει ή αν ο Harry θα συμφιλιωθεί με τον πατέρα και τον αδελφό του. Το ενδιαφέρον είναι αν η αγέλη έχει αλλάξει.

Η ιστορία δεν δίνει μεγάλη αισιοδοξία. Από τον Christopher Jefferies έως την Caroline Flack, από τον Raheem Sterling έως τον Jason Arday και από τα παλιά πρωτοσέλιδα έως τα σημερινά social-media pile-ons, ο ίδιος μηχανισμός δείχνει απλώς να έχει αποκτήσει καλύτερα εργαλεία.

Κάποτε η αγέλη ήταν οι άνθρωποι που αποφάσιζαν το αυριανό πρωτοσέλιδο. Σήμερα είναι ο άνθρωπος που κάνει το briefing, ο reporter που το γράφει, ο columnist που το οξύνει, ο παρουσιαστής που το κάνει θέαμα, ο influencer που το μετατρέπει σε βίντεο, ο λογαριασμός που το κάνει viral και ο αναγνώστης που πατάει πάνω του.

Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα: όταν τόσο πολλοί συμμετέχουν στο κυνήγι, κανείς δεν αισθάνεται ότι είναι πραγματικά ο κυνηγός.