Γιατί τα αμερικανικά όπλα κοστίζουν τόσο ακριβά: Το F-35 και οι πέντε εταιρείες που κυριαρχούν στην αμυντική βιομηχανία

Ένα F-35 μπορεί να κοστίζει πάνω από 100 εκατ. δολάρια, ενώ το συνολικό κόστος του προγράμματος σε βάθος ζωής υπολογίζεται στα 2,1 τρισ. – Πώς η συγκέντρωση της αμυντικής βιομηχανίας, η πολυπλοκότητα και τα συμβόλαια εκτόξευσαν τις δαπάνες

Γιατί τα αμερικανικά όπλα κοστίζουν τόσο ακριβά: Το F-35 και οι πέντε εταιρείες που κυριαρχούν στην αμυντική βιομηχανία

Οι αμυντικές δαπάνες των Ηνωμένων Πολιτειών αναμένεται να ξεπεράσουν για πρώτη φορά το 1 τρισ. δολάρια το 2026, όμως το ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανά η Ουάσινγκτον. Είναι και ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζονται, αγοράζονται και συντηρούνται τα αμερικανικά οπλικά συστήματα.

σχετικά άρθρα

Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το F-35, το ακριβότερο οπλικό πρόγραμμα στην ιστορία των ΗΠΑ. Ένα μαχητικό μπορεί να κοστίζει περισσότερα από 100 εκατ. δολάρια, όμως η αγορά του αεροσκάφους αποτελεί μόνο ένα μέρος του λογαριασμού. Η συντήρηση και η υποστήριξή του επί δεκαετίες ανεβάζουν το εκτιμώμενο συνολικό κόστος του προγράμματος στα 2,1 τρισ. δολάρια.

Το πρόβλημα έχει βαθιές ρίζες, σύμφωνα με το Business Insider. Τα σύγχρονα αμερικανικά όπλα είναι πολύ πιο σύνθετα από εκείνα προηγούμενων δεκαετιών, ενώ η αμυντική βιομηχανία έχει συγκεντρωθεί σε ελάχιστες μεγάλες εταιρείες. Σε ορισμένες κατηγορίες οπλικών συστημάτων, το Πεντάγωνο έχει πλέον μόνο έναν ή δύο πιθανούς κατασκευαστές στους οποίους μπορεί να απευθυνθεί.

Η εικόνα ήταν πολύ διαφορετική κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πρώτη στρατιωτική αγορά αεροπλάνου από την αμερικανική κυβέρνηση είχε γίνει το 1909, όταν οι αδελφοί Ράιτ πούλησαν ένα αεροσκάφος έναντι 30.000 δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί περίπου σε 1 εκατ. σημερινά δολάρια.

Με την είσοδο των ΗΠΑ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν με πρωτοφανή ταχύτητα. Μόνο τις πρώτες εβδομάδες της ανάπτυξης των αμερικανικών δυνάμεων το 1917, το υπουργείο Πολέμου υπέγραψε περισσότερα από 30.000 συμβόλαια αξίας 7,5 δισ. δολαρίων, ποσό που σήμερα θα πλησίαζε τα 200 δισ.

Μέχρι το τέλος του πολέμου, το αμερικανικό δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί από περίπου 1 δισ. σε περισσότερα από 20 δισ. δολάρια. Η ανάγκη ελέγχου των δαπανών οδήγησε στη δημιουργία του οργανισμού που εξελίχθηκε στο σημερινό Government Accountability Office (GAO), τον ελεγκτικό βραχίονα του Κογκρέσου.

Η πραγματική έκρηξη της παραγωγής, όμως, ήρθε μετά το Περλ Χάρμπορ. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αμερικανική οικονομία μετατράπηκε σε μια τεράστια πολεμική βιομηχανία. Εργοστάσια αυτοκινήτων άρχισαν να κατασκευάζουν άρματα μάχης και μεγάλες γραμμές παραγωγής προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του στρατού.

Το 1941, η Ford κατασκεύασε έξω από το Ντιτρόιτ το τεράστιο εργοστάσιο Willow Run, έκτασης περίπου όσο 61 γήπεδα ποδοσφαίρου. Χρησιμοποιώντας τις τεχνικές μαζικής παραγωγής της αυτοκινητοβιομηχανίας, μπορούσε να κατασκευάζει ένα νέο βομβαρδιστικό κάθε ώρα.

Ένα βομβαρδιστικό κόστιζε περίπου 200.000 δολάρια το 1944, ή περίπου 3,5 εκατ. σε σημερινές τιμές. Η σύγκριση με τα 80 έως 110 εκατ. δολάρια ενός F-35 δείχνει πόσο έχει αλλάξει η φύση των στρατιωτικών προμηθειών.

Τότε προτεραιότητα ήταν η ποσότητα. Οι ΗΠΑ χρειάζονταν γρήγορα τεράστιους αριθμούς αεροπλάνων, αρμάτων και όπλων. Σταδιακά, όμως, η φιλοσοφία μετακινήθηκε προς πολύ πιο προηγμένα και σύνθετα οπλικά συστήματα.

Το Manhattan Project αποτέλεσε χαρακτηριστικό σημείο καμπής. Η ανάπτυξη της ατομικής βόμβας κόστισε περίπου 2 δισ. δολάρια το 1945, δηλαδή περίπου 35 δισ. σήμερα, και σηματοδότησε μια νέα εποχή στην οποία η ανάπτυξη όπλων απαιτούσε ολοένα μεγαλύτερη επιστημονική, τεχνολογική και βιομηχανική προσπάθεια.

Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η πολυπλοκότητα συνέχισε να αυξάνεται. Παράλληλα, ο φόβος ότι η Σοβιετική Ένωση αποκτούσε τεχνολογικό πλεονέκτημα τροφοδοτούσε νέες στρατιωτικές δαπάνες. Χαρακτηριστικό ήταν το περίφημο «missile gap», η υποτιθέμενη υστέρηση των ΗΠΑ έναντι της ΕΣΣΔ στους πυραύλους, η οποία αποδείχθηκε αργότερα ότι δεν υπήρχε στον βαθμό που είχε παρουσιαστεί.

Από 51 αμυντικές εταιρείες σε πέντε – Πώς περιορίστηκε ο ανταγωνισμός

Η μεγαλύτερη αλλαγή στη σημερινή δομή της αμερικανικής αμυντικής βιομηχανίας ήρθε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης επικράτησε η αντίληψη ότι οι ΗΠΑ δεν χρειαζόταν πλέον να δαπανούν τόσο μεγάλα ποσά για την άμυνα. Το 1993 πραγματοποιήθηκε μια κλειστή συνάντηση που έμεινε γνωστή ως «Last Supper», με τον υπουργό Άμυνας Les Aspin, τον αναπληρωτή υπουργό William Perry και τις μεγαλύτερες αμυντικές εταιρείες της χώρας.

Το μήνυμα προς τη βιομηχανία ήταν ουσιαστικά ότι έπρεπε να συγχωνευθεί για να επιβιώσει. Η κυβέρνηση θεωρούσε ότι η συγκέντρωση των εταιρειών θα περιόριζε τα γενικά έξοδα και θα μείωνε το κόστος για το κράτος.

Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Μέχρι το 1997, οι μεγάλοι αμυντικοί κατασκευαστές είχαν περιοριστεί από 51 σε μόλις πέντε: Lockheed Martin, Raytheon, Boeing, General Dynamics και Northrop Grumman.

Η συγκέντρωση είχε όμως και την αντίθετη συνέπεια: με λιγότερες εταιρείες διαθέσιμες, μειώθηκε ο ανταγωνισμός για τα κρατικά συμβόλαια και αυξήθηκε η διαπραγματευτική δύναμη των κατασκευαστών.

Έκθεση του GAO το 2022 έδειξε ότι το 90% των πυραύλων προέρχεται από μόλις τρεις πηγές, ενώ ερπυστριοφόρα οχήματα μάχης όπως το Abrams προέρχονται από έναν μόνο κατασκευαστή, τη General Dynamics. Αντίστοιχα, η Northrop Grumman βρίσκεται σε κυρίαρχη θέση στα μέσα μεταφοράς πυρηνικών όπλων.

Όταν μόνο μία ή δύο εταιρείες μπορούν να κατασκευάσουν αυτό που ζητά το Πεντάγωνο, η κυβέρνηση διαθέτει μικρότερη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τον ανταγωνισμό για να πιέσει τις τιμές προς τα κάτω.

Η κατάσταση αποτυπώνεται ξανά στο F-35.

Τα πρώτα συμβόλαια ανάπτυξης του μαχητικού ανατέθηκαν τον Οκτώβριο του 2001, αμέσως μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Προτεραιότητα εκείνη την περίοδο δεν ήταν τόσο το κόστος όσο η δημιουργία ενός εξαιρετικά προηγμένου αεροσκάφους που θα μπορούσε να εκτελεί πολλαπλές αποστολές.

Το F-35 σχεδιάστηκε ώστε να συλλέγει και να επεξεργάζεται τεράστιο όγκο δεδομένων, να τα μοιράζεται στο πεδίο της μάχης και να αντικαταστήσει διαφορετικούς τύπους αεροσκαφών.

Η πρώτη παράδοση είχε αρχικά προγραμματιστεί για το 2008. Τελικά πραγματοποιήθηκε το 2011, σχεδόν δέκα χρόνια μετά την ανάθεση του συμβολαίου.

Οι καθυστερήσεις δεν περιορίζονται στο F-35. Ανασκόπηση του GAO το 2020 για μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα κατέγραψε υπερβάσεις κόστους 628 δισ. δολαρίων και μέση καθυστέρηση άνω των δύο ετών στην παράδοση των αρχικών επιχειρησιακών δυνατοτήτων.

Το 2023, τα F-35 παραδίδονταν κατά μέσο όρο 61 ημέρες αργότερα από την προβλεπόμενη ημερομηνία. Το 2024 η μέση καθυστέρηση εκτοξεύθηκε στις 238 ημέρες.

Ακόμη και αυτά τα ποσά, όμως, αφορούν μόνο την κατασκευή και την παράδοση. Στη διάρκεια ζωής ενός οπλικού συστήματος, η συντήρηση και υποστήριξη μπορεί να αντιπροσωπεύσει περίπου το 70% του συνολικού κόστους.

Στην περίπτωση του F-35, η εφοδιαστική αλυσίδα των ανταλλακτικών αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους παράγοντες κόστους.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εξαιτίας των ίδιων των συμβολαίων.

Έκθεση του GAO το 2025 επισήμανε ότι οι στρατιωτικές μονάδες συντήρησης μπορεί να μην έχουν τα απαραίτητα δικαιώματα πρόσβασης σε τεχνικά δεδομένα, ώστε το προσωπικό του αμερικανικού Δημοσίου να πραγματοποιεί ορισμένες επισκευές χωρίς τη βοήθεια του βασικού κατασκευαστή.

Η Lockheed Martin διατηρεί δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σε ιδιόκτητη τεχνολογία του F-35. Αυτό σημαίνει ότι για συγκεκριμένες εργασίες η αμερικανική κυβέρνηση εξακολουθεί να εξαρτάται από τον κατασκευαστή.

Από το 2018 μέχρι το 2023, οι εκτιμήσεις για το κόστος υποστήριξης του F-35 αυξήθηκαν από περίπου 1,1 τρισ. σε 1,58 τρισ. δολάρια. Το συνολικό κόστος του προγράμματος σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής του εκτιμάται πλέον σε 2,1 τρισ. δολάρια, με περίπου το 75% να αφορά τη συντήρηση και υποστήριξη.

Και όλα αυτά σε ένα πρόγραμμα στο οποίο ο αμερικανικός στρατός σχεδιάζει να αποκτήσει περισσότερα από 2.400 αεροσκάφη.

Τα όπλα που κατασκευάζονται πριν ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός τους

Το F-35 δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση όπου η τεχνολογική φιλοδοξία μεταφράστηκε σε καθυστερήσεις και αυξημένο κόστος.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Littoral Combat Ship, ενός ελαφρού και γρήγορου πολεμικού πλοίου που σχεδιάστηκε ώστε να εντοπίζει νάρκες, να αντιμετωπίζει υποβρύχια και να πολεμά απειλές στην επιφάνεια της θάλασσας.

Τα αρχικά συμβόλαια ανατέθηκαν στη Lockheed Martin και τη General Dynamics το 2004 και αργότερα στην Austal USA, ενώ το πρώτο πλοίο παραδόθηκε το 2008.

Όταν όμως πλοία όπως το USS Freedom άρχισαν να επιχειρούν, παρουσιάστηκε σειρά μηχανικών προβλημάτων. Ορισμένα πέρασαν περισσότερο χρόνο στο λιμάνι παρά στη θάλασσα.

Ένα από τα βασικά προβλήματα ήταν ότι η κατασκευή είχε ξεκινήσει ενώ ο σχεδιασμός και κρίσιμες τεχνολογίες δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί και δοκιμαστεί πλήρως, με αποτέλεσμα να απαιτούνται αργότερα ακριβές τροποποιήσεις.

Το Littoral Combat Ship είχε αρχικά προβλεφθεί να κοστίζει περίπου 220 εκατ. δολάρια ανά πλοίο. Το τελικό κόστος έφτασε περίπου τα 500 εκατ. δολάρια. Η κατάσταση επιδεινώθηκε τόσο ώστε το Πολεμικό Ναυτικό άρχισε να αποσύρει ορισμένα πλοία την ώρα που άλλα εξακολουθούσαν να κατασκευάζονται.

Η προσπάθεια περιορισμού αυτών των προβλημάτων έχει οδηγήσει τα τελευταία χρόνια σε προτάσεις για αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το Πεντάγωνο αγοράζει και συντηρεί τα όπλα του.

Τον Ιούλιο του 2025, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί κατέθεσαν τον Warrior Right to Repair Act, που θα έδινε στις αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις μεγαλύτερη πρόσβαση στα συστήματα, στα τεχνικά δεδομένα και στην πνευματική ιδιοκτησία των όπλων που αγοράζουν.

Η λογική ήταν απλή: εφόσον ο στρατός αγοράζει ένα σύστημα, θα πρέπει να μπορεί και να το επισκευάζει χωρίς να περιμένει κάθε φορά τον κατασκευαστή.

Οι υποστηρικτές της πρότασης θεωρούν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μειώσει το κόστος και να επιταχύνει τις επισκευές. Οι επικριτές αντιτείνουν ότι θα μπορούσε να περιορίσει την καινοτομία και να δημιουργήσει κινδύνους ασφαλείας. Τον Δεκέμβριο του 2025, οι σχετικές διατάξεις αφαιρέθηκαν τελικά από τον αμυντικό προϋπολογισμό του 2026.

Παράλληλα, τον Απρίλιο του 2025 ο Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που κατεύθυνε το Πεντάγωνο προς την αγορά περισσότερων εμπορικά διαθέσιμων προϊόντων, αντί της ανάπτυξης εξαρχής ειδικά σχεδιασμένων λύσεων για κάθε ανάγκη.

Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται όμως και η ίδια η φιλοσοφία των αμερικανικών εξοπλιστικών προγραμμάτων: η επιδίωξη να προσφέρεται στον στρατό η πιο προηγμένη δυνατή τεχνολογία. Όσο περισσότερες δυνατότητες συγκεντρώνονται σε ένα σύστημα, τόσο ακριβότερο, πιο σύνθετο και δυσκολότερο στη συντήρηση μπορεί να γίνει.

Την ίδια στιγμή, παρά τις προσπάθειες μεταρρύθμισης, οι στρατιωτικές δαπάνες συνεχίζουν να αυξάνονται. Ο Τραμπ έχει ζητήσει ο αμερικανικός αμυντικός προϋπολογισμός να φτάσει τα 1,5 τρισ. δολάρια το 2027.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να προσθέσουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Μόνο τις πρώτες δύο ημέρες των αμερικανικών πληγμάτων στο Ιράν το 2026, αξιωματούχοι του Πενταγώνου υπολόγισαν ότι οι αμερικανικές δυνάμεις κατανάλωσαν πυρομαχικά αξίας 5,6 δισ. δολαρίων.

Έτσι, καθώς το Πεντάγωνο ετοιμάζεται να δαπανήσει περισσότερα από ένα τρισ. δολάρια μέσα στο 2026, το ερώτημα δεν περιορίζεται πλέον στο ύψος του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού.

Αφορά το κατά πόσο ένα σύστημα στο οποίο ελάχιστες εταιρείες μπορούν να κατασκευάσουν τα πιο σύνθετα όπλα, τα προγράμματα εμφανίζουν καθυστερήσεις και υπερβάσεις και ο στρατός εξαρτάται συχνά από τους ίδιους τους κατασκευαστές ακόμη και για τη συντήρησή τους μπορεί να προσφέρει πραγματικά τη μεγαλύτερη δυνατή στρατιωτική ικανότητα με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Η διαδρομή από τις γραμμές μαζικής παραγωγής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι το F-35 δείχνει πόσο βαθιά έχει αλλάξει η αμερικανική πολεμική βιομηχανία. Οι ΗΠΑ πέρασαν από την εποχή όπου στόχος ήταν να κατασκευάζονται τεράστιες ποσότητες σχετικά απλών όπλων γρήγορα και φθηνά, σε ένα μοντέλο μικρότερου αριθμού εξαιρετικά σύνθετων συστημάτων που απαιτούν δεκαετίες ανάπτυξης και υποστήριξης.

Και όσο ο ανταγωνισμός ανάμεσα στους κατασκευαστές παραμένει περιορισμένος και η τεχνολογική πολυπλοκότητα αυξάνεται, το κόστος των αμερικανικών όπλων είναι πιθανό να παραμείνει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συνοδεύουν τον μεγαλύτερο αμυντικό προϋπολογισμό στον κόσμο.