Η Eurovision, ένας θεσμός που κάποτε περηφανευόταν για την ικανότητά του να ενώνει τους λαούς μέσω της τέχνης, φαίνεται πως έχει εισέλθει σε μια τροχιά μη αναστρέψιμης παρακμής. Αυτό που παρακολουθήσαμε φέτος δεν ήταν ένας μουσικός διαγωνισμός, αλλά μια κακοστημένη παράσταση, ένα απόλυτο φιάσκο που στιγματίστηκε από το μεγαλύτερο μποϊκοτάζ στην ιστορία του θεσμού. Η εμμονή της EBU να συμπεριλάβει το Ισραήλ, παρά τις διεθνείς καταδίκες για τη γενοκτονία κατά του παλαιστινιακού λαού, μετέτρεψε τη σκηνή σε ένα πεδίο ηθικής σύγκρουσης και πολιτικής σκοπιμότητας.
Πέντε χώρες —Ισπανία, Σλοβενία, Ολλανδία, Ισλανδία και Ιρλανδία— επέλεξαν τον δρόμο της αξιοπρέπειας, απέχοντας από μια διοργάνωση που μοιάζει πλέον με πλυντήριο εγκλημάτων. Η συμμετοχή του Ισραήλ δεν ήταν απλώς μια καλλιτεχνική παρουσία· ήταν μια συντονισμένη προσπάθεια άσκησης «μαλακής ισχύος» (soft power), με στόχο τον εξωραϊσμό της εικόνας του κράτους-απαρτχάιντ στα μάτια της δυτικής κοινής γνώμης.
Η αποκάλυψη των New York Times και η χειραγώγηση
Μια πρόσφατη έρευνα των New York Times ήρθε να ρίξει φως στο σκοτεινό παρασκήνιο της ισραηλινής εμπλοκής. Παρά το γεγονός ότι η εφημερίδα έχει συχνά επικριθεί για τη μεροληπτική της στάση, τα στοιχεία που παρουσίασε είναι συντριπτικά. Το Ισραήλ δεν περιορίστηκε σε μια απλή συμμετοχή, αλλά επιδόθηκε σε μια συστηματική επιχείρηση χειραγώγησης της ψήφου του κοινού.
Σύμφωνα με την έρευνα, η ισραηλινή κυβέρνηση δαπάνησε εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια σε μια ψηφιακή εκστρατεία «μαμούθ». Με πολύγλωσσες διαφημίσεις, συντονισμένα μηνύματα στα κοινωνικά δίκτυα και κινητοποίηση της διασποράς, το Τελ Αβίβ κατάφερε να αλλοιώσει τα αποτελέσματα του televoting. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ισπανίας, όπου λίγες εκατοντάδες άτομα που ψήφιζαν επαναλαμβανόμενα αρκούσαν για να ανατρέψουν την εικόνα της λαϊκής βούλησης, σε μια χώρα όπου η υποστήριξη προς την Παλαιστίνη είναι συντριπτική.

Η «μαύρη λίστα» των καλλιτεχνών και η τοξικότητα του brand
Η τοξικότητα που εκπέμπει πλέον το brand της Eurovision έχει διώξει από κοντά του μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της τέχνης. Περισσότεροι από χίλιοι μουσικοί, ανάμεσά τους οι Brian Eno, Paloma Faith και Macklemore, υπέγραψαν το μανιφέστο «No Music for Genocide», αρνούμενοι να γίνουν η μουσική επένδυση σε μια γενοκτονία. Ακόμα και πρώην νικητές του διαγωνισμού, όπως η Nemo, προχώρησαν σε συμβολικές κινήσεις επιστροφής των βραβείων τους, δηλώνοντας πως δεν θέλουν καμία σχέση με έναν οργανισμό που καλύπτει τη φρίκη.
Οι οπαδοί του διαγωνισμού, οι λεγόμενοι «superfans», περιγράφουν τη φετινή παραγωγή ως την πιο άψυχη και βαρετή της τελευταίας δεκαετίας. Το σενάριο ήταν φτωχό, οι παρουσιαστές «ξύλινοι» και η ατμόσφαιρα βαριά. Η απουσία μεγάλων αστέρων από τα ενδιάμεσα διαστήματα (intervals) ήταν η τρανή απόδειξη ότι κανείς δεν ήθελε να λερώσει το όνομά του συμμετέχοντας σε ένα γεγονός που η Διεθνής Αμνηστία χαρακτήρισε ως πράξη δειλίας και κατάφωρων διπλών προτύπων.
Δύο μέτρα και δύο σταθμά: Η σύγκριση με τη Ρωσία
Η υποκρισία της EBU γίνεται ακόμα πιο εμφανής αν αναλογιστεί κανείς την ταχύτητα με την οποία αποβλήθηκε η Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Τότε, η αποβολή έγινε μέσα σε λίγες ώρες, με την αιτιολογία ότι η συμμετοχή της θα έφερνε τον διαγωνισμό σε ανυποληψία. Σήμερα, παρόλο που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο έχει εκδώσει εντάλματα σύλληψης για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, η EBU κρύβεται πίσω από γραφειοκρατικές δικαιολογίες για να διατηρήσει το Ισραήλ εντός του «δυτικού αποικιακού κλαμπ».

Ο Ισραηλινός ραδιοτηλεοπτικός φορέας Kan δεν είναι ένας απλός παρατηρητής. Οι παρουσιαστές του αφιερώνουν πυραύλους σε Παλαιστίνιους εν ώρα πτήσης και οι καλεσμένοι του καλούν ανοιχτά σε εγκλήματα πολέμου. Όταν η μουσική χρησιμοποιείται για να πνίξει τις κραυγές των θυμάτων στη Γάζα, τότε η τέχνη παύει να είναι τέχνη και γίνεται συνένοχος.
Η ώρα της ευθύνης και το εναλλακτικό μέλλον
Το θέατρο τελείωσε. Όπως δήλωσε και ο πρόεδρος του ισπανικού φορέα RTVE, δεν υπάρχει μουσική που να μπορεί να καλύψει αυτή τη φρίκη, ούτε επιχειρηματικά συμφέροντα που να τη δικαιολογούν. Η Eurovision, όπως την ξέραμε, έχει πεθάνει κάτω από τα συντρίμμια των κατεστραμμένων πανεπιστημίων και νοσοκομείων της Γάζας.
Σε όλη την Ευρώπη, από το Λονδίνο και το Όσλο μέχρι τη Βιέννη, ξεπηδούν εναλλακτικές εκδηλώσεις και πορείες διαμαρτυρίας. Η κοινωνία των πολιτών αρνείται να δεχτεί το whitewashing μιας γενοκτονίας. Η επιλογή είναι πλέον ξεκάθαρη: ή θα είμαστε με την πλευρά της ανθρωπιάς ή θα συνεχίσουμε να χειροκροτούμε σε μια σκηνή βαμμένη με αίμα. Το bare minimum που μπορούμε να κάνουμε είναι το μποϊκοτάζ. Γιατί δεν μπορεί να υπάρχει σκηνή για το απαρτχάιντ.
