Φυσικό αέριο: Επιστροφή στον εφιάλτη του 2022 – Πάνω από τα 100 ευρώ οι τιμές, νέος συναγερμός στην Ευρώπη
Η ενεργειακή κρίση επιστρέφει στο προσκήνιο με τον πλέον ανησυχητικό τρόπο, καθώς το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο ξεπέρασε το φράγμα των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2022. Η εκρηκτική άνοδος των τιμών, σε συνδυασμό με την πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τα περιορισμένα ευρωπαϊκά αποθέματα και την αυξανόμενη ζήτηση για θέρμανση, δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο μείγμα για την ευρωπαϊκή οικονομία.
Την ώρα που επιχειρήσεις και νοικοκυριά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τις συνέπειες της ακρίβειας, η Ευρώπη βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ, το οποίο απειλεί να συμπαρασύρει το κόστος παραγωγής, τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και τις τιμές βασικών αγαθών.
Τα ευρωπαϊκά συμβόλαια αναφοράς κατέγραψαν άνοδο άνω του 4%, ξεπερνώντας τα 100 ευρώ/MWh και φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τεσσάρων ετών. Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη βρετανική αγορά φυσικού αερίου, όπου οι τιμές εκτινάχθηκαν επίσης στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2022.
Οι τιμές τριπλασιάστηκαν και ο ενεργειακός λογαριασμός εκτοξεύεται
Η ένταση της νέας αναταραχής αποτυπώνεται στο γεγονός ότι οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν υπερτριπλασιαστεί σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που απειλεί να ανατρέψει την προσπάθεια περιορισμού του ενεργειακού κόστους που είχε πραγματοποιήσει η Ευρώπη μετά την κρίση του 2022.
Ήδη, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι διαταραχές στον ενεργειακό εφοδιασμό που συνδέονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχουν επιβαρύνει τον ευρωπαϊκό λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων κατά περισσότερα από 100 δισ. ευρώ.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο άμεσο κόστος προμήθειας φυσικού αερίου. Οι υψηλές τιμές μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, επιβαρύνοντας ιδιαίτερα τους ενεργοβόρους κλάδους, όπως η μεταλλουργία, η χημική βιομηχανία, τα λιπάσματα και η παραγωγή δομικών υλικών.
Ο πόλεμος στο Ιράν απειλεί την παγκόσμια τροφοδοσία
Βασικός καταλύτης της ανόδου παραμένει η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή, καθώς οι αγορές φοβούνται ότι μια νέα κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων θα μπορούσε να προκαλέσει πρόσθετες διαταραχές στις διεθνείς ενεργειακές ροές.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρονται να έχουν ενημερώσει χώρες του Περσικού Κόλπου να προετοιμαστούν για το ενδεχόμενο σύντομης αλλά έντονης στρατιωτικής επιχείρησης μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές.
Οι πληροφορίες αυτές, εφόσον επιβεβαιωθούν, ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω τη νευρικότητα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Ο Τομ Μάρζεκ-Μάνσερ της Wood Mackenzie χαρακτήρισε τα 100 ευρώ/MWh σημαντικό ψυχολογικό όριο, επισημαίνοντας ότι η ταχύτητα με την οποία μεταβάλλονται οι γεωπολιτικές συνθήκες αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ακόμη υψηλότερων τιμών.
Χαμηλά αποθέματα και χειμώνας: Ο διπλός πονοκέφαλος
Η νέα άνοδος βρίσκει την Ευρώπη σε μια εξαιρετικά δύσκολη χρονική συγκυρία. Τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε ασυνήθιστα χαμηλά επίπεδα για την εποχή, ενώ οι προβλέψεις για πτώση των θερμοκρασιών ενισχύουν την ανησυχία για αύξηση της κατανάλωσης.
Η ευρωπαϊκή αγορά καλείται πλέον να ανταγωνιστεί αγοραστές από την Ασία για την εξασφάλιση φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών.
Εάν η ζήτηση ενισχυθεί ταυτόχρονα σε Ευρώπη και Ασία, η πίεση στην αγορά θα μπορούσε να γίνει εντονότερη, ιδιαίτερα σε περίπτωση που οι πολεμικές επιχειρήσεις περιορίσουν την προσφορά.
Νέος κίνδυνος για τον πληθωρισμό και τα επιτόκια
Η εκτόξευση του φυσικού αερίου δημιουργεί έναν πρόσθετο πονοκέφαλο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να αναζωπυρώσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας θα μπορούσε να περιορίσει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, επηρεάζοντας το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
Παράλληλα, οι υψηλότερες τιμές φυσικού αερίου ενδέχεται να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, ιδιαίτερα απέναντι σε οικονομίες που διαθέτουν πρόσβαση σε φθηνότερη ενέργεια.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και το Χρηματιστήριο Αθηνών
Για την ελληνική οικονομία, η επιστροφή του φυσικού αερίου σε τριψήφιες τιμές αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου.
Η σύνδεση της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με το κόστος του φυσικού αερίου σημαίνει ότι μια παρατεταμένη άνοδος θα μπορούσε να μεταφερθεί στους λογαριασμούς ρεύματος, επιβαρύνοντας επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Στο Χρηματιστήριο Αθηνών, οι εξελίξεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τις εισηγμένες του ενεργειακού και βιομηχανικού κλάδου.
Εταιρείες με υψηλή κατανάλωση ενέργειας ενδέχεται να αντιμετωπίσουν πιέσεις στα λειτουργικά τους περιθώρια, εφόσον δεν μπορέσουν να μετακυλίσουν το αυξημένο κόστος στις τελικές τιμές των προϊόντων τους.
Αντίθετα, για ορισμένες εταιρείες παραγωγής και εμπορίας ενέργειας, οι υψηλότερες τιμές μπορεί να δημιουργήσουν ευκαιρίες, ανάλογα με τη διάρθρωση των συμβολαίων, το παραγωγικό τους μείγμα και την έκθεσή τους στις διεθνείς αγορές.
Το κρίσιμο στοιχείο για τους επενδυτές δεν είναι μόνο το ύψος των τιμών, αλλά κυρίως η διάρκεια της ενεργειακής αναταραχής.
Περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης για τις κυβερνήσεις
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα γνώριμο δίλημμα: πώς θα περιορίσει τις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους χωρίς να επιβαρύνει υπέρμετρα τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Ήδη έχουν διατυπωθεί συστάσεις για περιορισμό της ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ εξετάζονται προσαρμογές στο κανονιστικό πλαίσιο που επηρεάζει τις εισαγωγές φυσικού αερίου.
Ωστόσο, τα περιθώρια άμεσης παρέμβασης εμφανίζονται περιορισμένα, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις διεθνείς τιμές και τη διαθεσιμότητα φορτίων LNG.
Η Ευρώπη μπορεί να απέχει ακόμη από τα ακραία επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022, όμως η επιστροφή του φυσικού αερίου πάνω από τα 100 ευρώ αποτελεί σαφή προειδοποίηση. Εάν η γεωπολιτική ένταση παραταθεί και ο χειμώνας αυξήσει τη ζήτηση, το ενεργειακό κόστος κινδυνεύει να μετατραπεί ξανά σε έναν από τους μεγαλύτερους ανασταλτικούς παράγοντες για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη.

