Η νέα συμφωνία της Ευρώπης με το Κίεβο αλλάζει το παιχνίδι: Γιατί η Ρωσία βλέπει πιο μακριά από το πεδίο της μάχης

  Οι αντιδράσεις της Μόσχας στη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική στήριξης της Ουκρανίας αποκαλύπτουν ότι η σύγκρουση δεν αφορά πλέον μόνο το μέτωπο. Η Ευρώπη προετοιμάζεται για μια μακροχρόνια αρχιτεκτονική ασφάλειας και η Ρωσία θεωρεί ότι αυτό αλλάζει τις προοπτικές οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας.

Η νέα συμφωνία της Ευρώπης με το Κίεβο αλλάζει το παιχνίδι: Γιατί η Ρωσία βλέπει πιο μακριά από το πεδίο της μάχης
Η Ευρώπη επενδύει πλέον στη μακροπρόθεσμη αμυντική ικανότητα της Ουκρανίας και όχι μόνο στην άμεση στρατιωτική βοήθεια.

Η δήλωση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ ότι δυσκολεύεται να δει πώς μπορούν να συνεχιστούν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις όσο η Ευρώπη ενισχύει στρατιωτικά την Ουκρανία δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία τοποθέτηση της Μόσχας. Αντίθετα, φωτίζει μια βαθύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται τους τελευταίους μήνες και η οποία ενδέχεται να καθορίσει το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας για ολόκληρη την επόμενη δεκαετία.

σχετικά άρθρα

Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν η Ρωσία συμφωνεί ή διαφωνεί με τη νέα ευρωπαϊκή στρατηγική. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη έχει πλέον αποδεχθεί ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν αποτελεί μια προσωρινή κρίση αλλά μια μακροχρόνια γεωπολιτική αναμέτρηση με τη Ρωσία.

Οι πρόσφατες συμφωνίες μεταξύ Βρετανίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ουκρανίας δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κινούνται ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.

Από την αποστολή όπλων στη δημιουργία αμυντικής βιομηχανίας

Κατά τα πρώτα χρόνια του πολέμου, η ευρωπαϊκή στρατηγική είχε σχετικά ξεκάθαρο χαρακτήρα. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης παρείχαν στρατιωτικό εξοπλισμό, οικονομική βοήθεια και πολιτική στήριξη στο Κίεβο με στόχο να αποτρέψουν μια ρωσική στρατιωτική επικράτηση.

Σήμερα όμως η κατάσταση είναι διαφορετική.

Οι νέες συμφωνίες δεν αφορούν αποκλειστικά την αποστολή πυραύλων, πυρομαχικών ή συστημάτων αεράμυνας. Αφορούν τη δημιουργία παραγωγικής βάσης, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη χρηματοδότηση βιομηχανικών εγκαταστάσεων και την ενίσχυση της δυνατότητας της Ουκρανίας να παράγει η ίδια μέρος του εξοπλισμού που χρειάζεται.

Με απλά λόγια, η Ευρώπη δεν επενδύει μόνο στην άμυνα της Ουκρανίας για το 2026. Επενδύει στην αμυντική της ικανότητα για τα επόμενα χρόνια.

Αυτό αποτελεί στρατηγική αλλαγή τεράστιας σημασίας.

Γιατί η Ρωσία αντιδρά

Από τη σκοπιά της Μόσχας, η εξέλιξη αυτή δεν αντιμετωπίζεται ως απλή στρατιωτική βοήθεια.

Η ρωσική ηγεσία θεωρεί ότι η Ευρώπη επιχειρεί να δημιουργήσει μια μόνιμη στρατιωτική και βιομηχανική υποδομή στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας.

Το Κρεμλίνο υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι η διεύρυνση της δυτικής στρατιωτικής παρουσίας προς ανατολάς απειλεί τα στρατηγικά του συμφέροντα. Υπό αυτό το πρίσμα, η δημιουργία μιας ισχυρής ουκρανικής αμυντικής βιομηχανίας με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση αντιμετωπίζεται ως μακροχρόνια πρόκληση και όχι ως προσωρινό μέτρο.

Αυτό εξηγεί γιατί ο Λαβρόφ συνδέει ευθέως τη νέα συμφωνία με τις διαπραγματεύσεις.

Η ρωσική θέση είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστικός διάλογος όσο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επενδύουν παράλληλα σε δομές που η Μόσχα θεωρεί απειλητικές για την ασφάλειά της.

Η ευρωπαϊκή λογική είναι διαφορετική

Η Ευρώπη βλέπει το ίδιο ζήτημα μέσα από εντελώς διαφορετικό πρίσμα.

Για τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι η Ουκρανία δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά σε εξωτερικές παραδόσεις όπλων.

Οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις, οι πολιτικές διαφωνίες μεταξύ συμμάχων και η αδυναμία των δυτικών βιομηχανιών να παράγουν επαρκείς ποσότητες πυρομαχικών οδήγησαν σε μια νέα αντίληψη.

Η Ουκρανία πρέπει να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτάρκεια.

Στο ευρωπαϊκό στρατηγικό σκεπτικό, η ενίσχυση της ουκρανικής παραγωγής δεν αποτελεί εμπόδιο για την ειρήνη αλλά προϋπόθεση για βιώσιμη αποτροπή.

Πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία ασφαλείας θα είναι σταθερή μόνο εάν η Ουκρανία διαθέτει επαρκείς δυνατότητες αυτοάμυνας.

Η Ευρώπη ανακαλύπτει ξανά τη γεωπολιτική

Η μεγαλύτερη αλλαγή ίσως δεν αφορά την Ουκρανία αλλά την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση βασίστηκε στην οικονομική συνεργασία, στο εμπόριο και στη διπλωματία. Η στρατιωτική ισχύς παρέμενε κυρίως υπό την ομπρέλα του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία ανέτρεψε αυτή την ισορροπία.

Η Ευρώπη αντιλαμβάνεται πλέον ότι η ασφάλεια δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Η ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας, η αύξηση των αμυντικών δαπανών και η δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων αποτελούν πλέον βασικά στοιχεία της ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Η νέα συμφωνία με το Κίεβο εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο.

Ο ρόλος των Ηνωμένων Πολιτειών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αναφορές του Λαβρόφ στις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.

Η συζήτηση γύρω από τον ρόλο της Ουάσιγκτον ως πιθανού διαμεσολαβητή αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο σημαντικότερος στρατιωτικός υποστηρικτής της Ουκρανίας. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η ιδιότητα καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την παρουσίασή τους ως ουδέτερου μεσολαβητή στα μάτια της Μόσχας.

Το αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση ενός διπλωματικού κενού.

Αν η Ουάσινγκτον δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αξιόπιστος μεσολαβητής για τη Ρωσία και η Μόσχα δεν εμπιστεύεται τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, τότε ποιος μπορεί να αναλάβει αυτόν τον ρόλο;

Το ερώτημα παραμένει ανοικτό και αφορά άμεσα τη μελλοντική πορεία των διαπραγματεύσεων.

Η στρατηγική σημασία των όπλων μεγάλου βεληνεκούς

Ένα ακόμη σημείο που προκαλεί έντονη ανησυχία στη Ρωσία αφορά τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς.

Για τη Μόσχα, η δυνατότητα πλήγματος στόχων βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος αλλάζει τη φύση της σύγκρουσης.

Για την Ευρώπη και την Ουκρανία, η λογική είναι διαφορετική.

Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι χωρίς δυνατότητα πλήγματος στρατηγικών στόχων στα μετόπισθεν, η Ρωσία διατηρεί σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

Η διαφορά αυτή αποκαλύπτει το βαθύτερο πρόβλημα της σύγκρουσης. Κάθε πλευρά θεωρεί ότι οι κινήσεις της είναι αμυντικές, ενώ αντιλαμβάνεται τις κινήσεις της άλλης ως επιθετικές.

Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Η νέα πραγματικότητα οδηγεί την Ευρώπη σε μια κρίσιμη επιλογή.

Ακόμη και αν οι μάχες μειωθούν ή υπάρξει κάποια μορφή συμφωνίας τα επόμενα χρόνια, η ευρωπαϊκή στρατηγική δεν φαίνεται να επιστρέφει στην εποχή πριν από το 2022.

Οι επενδύσεις στην αμυντική βιομηχανία, οι νέες στρατιωτικές συνεργασίες και η ενίσχυση της Ουκρανίας δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προετοιμάζονται για μια μακρά περίοδο στρατηγικού ανταγωνισμού με τη Ρωσία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη επιδιώκει σύγκρουση. Σημαίνει όμως ότι θεωρεί πως η αποτροπή απαιτεί πλέον μόνιμες δομές και όχι προσωρινές λύσεις.

Τι σημαίνει για την Ελλάδα

Για την Ελλάδα, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία.

Η Αθήνα ανήκει στην ευρωπαϊκή και ευρωατλαντική αρχιτεκτονική ασφαλείας και συμμετέχει ενεργά στις συλλογικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ.

Η σταδιακή μετατροπή της Ευρώπης σε πιο στρατηγικά και αμυντικά προσανατολισμένο οργανισμό επηρεάζει άμεσα τις ελληνικές προτεραιότητες.

Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, οι νέες βιομηχανικές συνεργασίες και η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής παραγωγής δημιουργούν ευκαιρίες αλλά και υποχρεώσεις.

Παράλληλα, η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς η σταθερότητα της ευρωπαϊκής ηπείρου συνδέεται άμεσα με την οικονομική και γεωπολιτική της ασφάλεια.

Η επόμενη ημέρα

Οι δηλώσεις Λαβρόφ δεν αφορούν μόνο τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις.

Αποκαλύπτουν ότι η συζήτηση έχει μεταφερθεί σε ένα βαθύτερο επίπεδο.

Η Ευρώπη δεν εξετάζει πλέον μόνο πώς θα βοηθήσει την Ουκρανία να αντέξει στον πόλεμο. Εξετάζει πώς θα διαμορφώσει τη δομή ασφάλειας της ηπείρου για τις επόμενες δεκαετίες.

Η Ρωσία το αντιλαμβάνεται αυτό και γι’ αυτό αντιδρά.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι αν θα υπάρξει ένας ακόμη γύρος συνομιλιών ή μια νέα διπλωματική πρωτοβουλία. Το διακύβευμα είναι ποια θα είναι η ισορροπία ισχύος στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία της σημερινής αντιπαράθεσης.