52 χρόνια κατοχής, δεκάδες ψηφίσματα στο κενό: η Κύπρος, η χούντα και η σκιά του Κίσινγκερ
Πενήντα δύο χρόνια μετά την εισβολή, η Κύπρος παραμένει χωρισμένη στα δύο. Δύο θεμελιώδη ψηφίσματα του ΟΗΕ ζητούν λύση — και κανείς δεν τα εφαρμόζει.
Στις 20 Ιουλίου 1974 η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο. Πενήντα δύο χρόνια αργότερα, το νησί παραμένει χωρισμένο στα δύο. Δηλαδή, ένα κράτος-μέλος της ΕΕ ζει ακόμη υπό στρατιωτική κατοχή. Μάλιστα, ο ΟΗΕ έχει καταδικάσει την κατάσταση με σειρά ψηφισμάτων. Ωστόσο, κανένα από αυτά δεν βρήκε ποτέ εφαρμογή. Έτσι, η κυπριακή τραγωδία παραμένει η μακροβιότερη ανοιχτή πληγή της Ευρώπης.
Η αλυσίδα που οδήγησε στη διχοτόμηση
Ας ξεκινήσουμε από τη σειρά των γεγονότων. Η καταστροφή ήρθε σε δύο πράξεις. Πρώτον, στις 15 Ιουλίου 1974 η χούντα των Αθηνών οργάνωσε πραξικόπημα στη Λευκωσία. Δεύτερον, ανέτρεψε τον νόμιμο πρόεδρο, τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Μάλιστα, πέντε μέρες αργότερα η Τουρκία εισέβαλε στο νησί. Επιπλέον, επικαλέστηκε το πραξικόπημα ως πρόσχημα για επέμβαση. Ωστόσο, η εισβολή εξελίχθηκε σε πλήρη κατοχή. Γι’ αυτό η μία ελληνική ενέργεια άνοιξε τον δρόμο για την τουρκική.
Το ανθρώπινο κόστος
Πίσω από τη γεωπολιτική κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη τραγωδία. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Καταρχάς, η Τουρκία κατέλαβε περίπου το 37% του εδάφους. Έπειτα, γύρω στους 162.000 Ελληνοκύπριους έχασαν τα σπίτια τους. Μάλιστα, αυτό αντιστοιχούσε στο ένα τέταρτο του πληθυσμού. Επιπλέον, η Αμμόχωστος σφραγίστηκε και ερήμωσε. Ωστόσο, χιλιάδες οικογένειες δεν επέστρεψαν ποτέ στις εστίες τους. Γι’ αυτό η προσφυγιά παραμένει ζωντανή μνήμη μέχρι σήμερα.
Το πρώτο θεμέλιο: το ψήφισμα 3212
Η διεθνής κοινότητα αντέδρασε γρήγορα σε νομικό επίπεδο. Το πρώτο θεμέλιο μπήκε άμεσα. Πρώτον, την 1η Νοεμβρίου 1974 η Γενική Συνέλευση υιοθέτησε το ψήφισμα 3212. Δεύτερον, το ενέκρινε ομόφωνα, με 117 ψήφους και καμία αντίθετη. Μάλιστα, ζήτησε σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας. Επιπλέον, απαίτησε την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων. Ωστόσο, κάλεσε και για την ασφαλή επιστροφή των προσφύγων. Γι’ αυτό το κείμενο αυτό αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε λύσης.
Το δεύτερο θεμέλιο: το ψήφισμα 550
Το δεύτερο θεμέλιο ήρθε μια δεκαετία αργότερα, ως απάντηση σε νέα πρόκληση. Η αφορμή ήταν σοβαρή. Καταρχήν, το 1983 η κατεχόμενη περιοχή ανακήρυξε μονομερώς «ανεξαρτησία». Ακολούθως, το 1984 το Συμβούλιο Ασφαλείας απάντησε με το ψήφισμα 550. Μάλιστα, κήρυξε την ανακήρυξη αυτή νομικά άκυρη. Επιπλέον, κάλεσε όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το μόρφωμα. Ωστόσο, ζήτησε και την παράδοση της Βαρώσιας στη διοίκηση του ΟΗΕ. Γι’ αυτό μέχρι σήμερα καμία χώρα, πλην της Τουρκίας, δεν αναγνωρίζει το ψευδοκράτος.
Η αρχή που καταπατήθηκε
Πέρα από τα συγκεκριμένα κείμενα, διακυβεύεται μια θεμελιώδης αρχή. Αφορά τον πυρήνα του διεθνούς δικαίου. Πρώτον, ο Χάρτης του ΟΗΕ απαγορεύει την απόκτηση εδαφών με βία. Δεύτερον, τα ψηφίσματα επαναλαμβάνουν ρητά αυτή την αρχή. Μάλιστα, την ονομάζουν «απαράδεκτο της κατοχής». Επιπλέον, η ίδια αρχή ισχύει για κάθε παρόμοια περίπτωση διεθνώς. Ωστόσο, στην Κύπρο η εφαρμογή της μένει στα χαρτιά. Γι’ αυτό η αξιοπιστία του ίδιου του διεθνούς δικαίου δοκιμάζεται.
Η ευθύνη της χούντας
Η τραγωδία, όμως, δεν ξεκίνησε από την Άγκυρα. Ξεκίνησε από την Αθήνα. Καταρχάς, το πραξικόπημα ήταν έργο της ελληνικής στρατιωτικής χούντας. Έπειτα, την εντολή έδωσε ο ισχυρός άνδρας του καθεστώτος, ο Ιωαννίδης. Μάλιστα, στόχος του ήταν η ανατροπή του Μακαρίου. Επιπλέον, η ενέργεια αυτή έδωσε στην Τουρκία τη νομική αφορμή που ζητούσε. Ωστόσο, το τίμημα το πλήρωσε ολόκληρος ο κυπριακός ελληνισμός. Γι’ αυτό η ελληνική ευθύνη αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας.
Η σκιά του Κίσινγκερ
Πάνω από την κρίση πλανάται και ο ρόλος της Ουάσινγκτον. Εδώ οι ερμηνείες διίστανται. Πρώτον, μια άποψη μιλά για σιωπηρή αμερικανική ανοχή προς το πραξικόπημα. Δεύτερον, στηρίζεται στο ότι ο Χένρι Κίσινγκερ αγνόησε έγκαιρες προειδοποιήσεις. Μάλιστα, ο διπλωμάτης Τομ Μπόγιατ είχε προειδοποιήσει με υπηρεσιακό σημείωμα διαφωνίας. Επιπλέον, είχε προβλέψει με ακρίβεια την τουρκική εισβολή. Ωστόσο, οι εισηγήσεις του αγνοήθηκαν από την ηγεσία. Γι’ αυτό πολλοί κατηγορούν τον Κίσινγκερ για «πράσινο φως».
Η άλλη ανάγνωση
Δίκαιο είναι, όμως, να δούμε και τη διαφορετική ερμηνεία. Δεν συμφωνούν όλοι με τη θεωρία της συνωμοσίας. Καταρχήν, μια δεύτερη ανάγνωση μιλά για ολιγωρία και ρεαλπολιτίκ. Ακολούθως, τονίζει τις προτεραιότητες του Ψυχρού Πολέμου. Μάλιστα, ο στόχος ήταν να μη διαλυθεί η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Επιπλέον, η Ουάσινγκτον θεωρούσε την Τουρκία στρατηγικά κρίσιμη. Ωστόσο, κατά την ανάγνωση αυτή, δεν υπήρξε σχέδιο, αλλά αποτυχία. Γι’ αυτό το ερώτημα της αμερικανικής ευθύνης παραμένει ανοιχτό.
Το χάσμα δικαίου και ισχύος
Η κυπριακή υπόθεση αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα. Αφορά τη σχέση δικαίου και ισχύος. Πρώτον, τα ψηφίσματα του ΟΗΕ είναι σαφή και επαναλαμβανόμενα. Δεύτερον, η εφαρμογή τους εξαρτάται από τη βούληση των ισχυρών. Μάλιστα, χωρίς μηχανισμό επιβολής, μένουν κενό γράμμα. Επιπλέον, η γεωπολιτική σκοπιμότητα υπερισχύει συχνά της νομιμότητας. Ωστόσο, το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται σε πολλές συγκρούσεις. Γι’ αυτό η Κύπρος αποτελεί διαχρονικό μάθημα διεθνούς δικαίου.
Η επιλεκτική μνήμη της Δύσης
Το δίδαγμα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σήμερα. Ο κόσμος μιλά ξανά για κυριαρχία και κατοχή. Καταρχάς, η Δύση καταδικάζει έντονα την εισβολή στην Ουκρανία. Έπειτα, επικαλείται ακριβώς την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων. Μάλιστα, η ίδια αρχή ισχύει και για την Κύπρο εδώ και δεκαετίες. Επιπλέον, η επιλεκτική εφαρμογή της υπονομεύει την αξιοπιστία της. Ωστόσο, η συνέπεια είναι προϋπόθεση για κάθε διεθνή τάξη. Γι’ αυτό η Κύπρος παραμένει το μέτρο αυτής της συνέπειας.
Το ελληνικό και κυπριακό διακύβευμα
Για τον ελληνισμό, το ζήτημα δεν είναι ιστορικό. Παραμένει απολύτως επίκαιρο. Πρώτον, η κατοχή συνεχίζεται και τα ελληνοτουρκικά ζητήματα οξύνονται. Δεύτερον, η Άγκυρα προωθεί λύση δύο κρατών, αντίθετη με τα ψηφίσματα. Μάλιστα, το ζήτημα συνδέεται με την ΑΟΖ και την Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, η ασφάλεια της Κύπρου αφορά άμεσα και την Αθήνα. Ωστόσο, το διεθνές δίκαιο παραμένει το ισχυρότερο όπλο του ελληνισμού. Γι’ αυτό η υπόμνηση των ψηφισμάτων έχει και πρακτική αξία.
Το συμπέρασμα
Πενήντα δύο χρόνια μετά, η εικόνα παραμένει ίδια και επώδυνη. Ένα νησί χωρισμένο στα δύο, μια πληγή ανοιχτή. Πρώτον, δύο θεμελιώδη ψηφίσματα δείχνουν τον δρόμο προς τη λύση. Ωστόσο, η πολιτική βούληση για εφαρμογή τους λείπει. Μάλιστα, η ευθύνη βαραίνει πολλούς, από την Αθήνα ως την Ουάσινγκτον. Γι’ αυτό η μνήμη της 20ής Ιουλίου παραμένει καθήκον, όχι τελετουργία. Τελικά, όσο η κατοχή συνεχίζεται, το διεθνές δίκαιο χρωστά μια απάντηση.

