Ο Ερχιουρμάν θέλει ομοσπονδία, η Άγκυρα δύο κράτη: ποιος τελικά αποφασίζει για τους Τουρκοκύπριους
Ο Γκουτέρες επισκέφθηκε την Κύπρο για πρώτη φορά ως γενικός γραμματέας, αναζητώντας δρόμο προς νέες συνομιλίες. Την ίδια εβδομάδα, όμως, η Τουρκία ξαναχάραξε τη γραμμή των δύο κρατών.
Ο Αντόνιο Γκουτέρες ολοκλήρωσε τριήμερη επίσκεψη στην Κύπρο. Συναντήθηκε χωριστά και από κοινού με τους δύο ηγέτες. Δηλαδή, με τον Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν. Μάλιστα, ανακοίνωσε πρόθεση να συγκαλέσει διευρυμένη διάσκεψη με τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις. Ωστόσο, η Άγκυρα απάντησε με ανακοίνωση που επιμένει στην «κυριαρχική ισότητα». Έτσι, η κρίσιμη διαφωνία δεν βρίσκεται μόνο ανάμεσα στις δύο κοινότητες.
Η πρώτη επίσκεψη μετά από δεκαέξι χρόνια
Ας δούμε πρώτα τι συνέβη στη Λευκωσία. Ο συμβολισμός μετρούσε από μόνος του. Πρώτον, κανένας γενικός γραμματέας του ΟΗΕ δεν είχε επισκεφθεί το νησί από το 2010. Δεύτερον, ο Γκουτέρες ξεκίνησε από το εργαστήριο ταυτοποίησης των αγνοουμένων. Μάλιστα, πέρασε τη νεκρή ζώνη για να συναντήσει τον Ερχιουρμάν στα κατεχόμενα. Επιπλέον, φιλοξένησε τους δύο ηγέτες σε δείπνο και τριμερή συνάντηση. Ωστόσο, απέφυγε κάθε υπόσχεση για άμεση επανέναρξη διαπραγματεύσεων. Γι’ αυτό μίλησε για επίσκεψη αλληλεγγύης και διερεύνησης.
Η τουρκική απάντηση
Η Άγκυρα τοποθετήθηκε γραπτώς αμέσως μετά. Και ο τόνος της υπήρξε αυστηρός. Καταρχάς, ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε εκτίμηση για τις προσπάθειες Γκουτέρες. Έπειτα, όμως, διαπίστωσε ότι «δεν υπάρχει ακόμη κοινό έδαφος για λύση». Μάλιστα, δήλωσε ότι «τα μοντέλα που δοκιμάστηκαν και εξαντλήθηκαν ανήκουν στο παρελθόν». Επιπλέον, απέδωσε το αδιέξοδο στην «αδιάλλακτη στάση της ελληνοκυπριακής πλευράς». Ωστόσο, επανέλαβε τη στήριξή της στο μόρφωμα που αναγνωρίζει μόνο η ίδια. Γι’ αυτό η ανακοίνωση διαβάζεται ως άρνηση του ομοσπονδιακού πλαισίου.
Ένας ηγέτης με άλλο πρόγραμμα
Και εδώ αναδύεται η κεντρική αντίφαση της υπόθεσης. Αφορά τον ίδιο τον Ερχιουρμάν. Πρώτον, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης κέρδισε σαρωτικά τις εκλογές του περασμένου Οκτωβρίου. Δεύτερον, νίκησε τον Ερσίν Τατάρ, που υποστήριζε ανοιχτά τη λύση των δύο κρατών. Μάλιστα, ο ίδιος τάσσεται υπέρ ομοσπονδιακής λύσης, σε αντίθεση με τον προκάτοχό του. Επιπλέον, η εκλογή του ξύπνησε προσδοκίες για επιστροφή στο παλιό πλαίσιο. Ωστόσο, η Άγκυρα κρατά την ίδια γραμμή με πριν. Γι’ αυτό το ερώτημα γίνεται αμείλικτο: ποιος τελικά αποφασίζει;
Οι όροι του Ερχιουρμάν
Δίκαιο είναι, όμως, να αποδοθεί πλήρως και η δική του θέση. Δεν υπογράφει λευκή επιταγή. Καταρχήν, ζητά ρητή συμφωνία για την πολιτική ισότητα πριν από κάθε επανέναρξη. Ακολούθως, απαιτεί καθορισμένο χρονοδιάγραμμα και σαφή διαδικασία. Πράγματι, επικαλείται την εμπειρία δεκαετιών από ατέρμονες συνομιλίες χωρίς αποτέλεσμα. Ειδικότερα, θυμίζει την κατάρρευση του Κραν Μοντανά πριν από εννέα χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, η στήριξη στην ομοσπονδία διαφέρει ριζικά από τη θέση της Άγκυρας. Έτσι, το χάσμα ανάμεσα στη Λευκωσία και την Άγκυρα μένει ορατό.
Η μάχη των λέξεων
Η διαφορά, πάντως, δεν είναι σημασιολογική λεπτομέρεια. Κρύβει δύο διαφορετικούς κόσμους. Πρώτον, η «πολιτική ισότητα» αφορά τη συμμετοχή στα όργανα ενός κοινού κράτους. Δεύτερον, χωρά μέσα στο πλαίσιο μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας. Μάλιστα, η «κυριαρχική ισότητα» σημαίνει κάτι εντελώς άλλο: δύο χωριστά κράτη. Επιπλέον, προϋποθέτει διεθνή αναγνώριση του δεύτερου μορφώματος. Ωστόσο, οι δύο όροι δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους. Γι’ αυτό η διαμάχη των λέξεων κρατά το νησί διχοτομημένο.
Τα δύο ψηφίσματα που παραμένουν
Πάνω από τη συζήτηση στέκει ένα σταθερό νομικό πλαίσιο. Και η Άγκυρα το αμφισβητεί ευθέως. Καταρχάς, το ψήφισμα 3212 της Γενικής Συνέλευσης ζητά αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων. Έπειτα, το εγκρίθηκε ομόφωνα το 1974, με 117 ψήφους. Μάλιστα, το ψήφισμα 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας κηρύσσει άκυρη τη μονομερή ανακήρυξη. Επιπλέον, καλεί όλα τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το μόρφωμα. Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός των μοντέλων ως «εξαντλημένων» απορρίπτει έμμεσα αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Γι’ αυτό η διαφωνία αγγίζει τον πυρήνα του διεθνούς δικαίου.
Το παράθυρο που κλείνει
Η χρονική συγκυρία προσθέτει πίεση σε όλες τις πλευρές. Ο χρόνος τρέχει αντίστροφα. Πρώτον, η θητεία του Γκουτέρες λήγει στο τέλος του 2026. Δεύτερον, ο ίδιος μεσολάβησε στην τελευταία μεγάλη προσπάθεια, που κατέρρευσε το 2017. Μάλιστα, κυπριακά μέσα κάνουν λόγο για δέσμη ιδεών γεφύρωσης των διαφορών. Επιπλέον, αξιωματούχοι του ΟΗΕ διαψεύδουν ότι υπάρχει ολοκληρωμένο σχέδιο. Ωστόσο, μια διευρυμένη διάσκεψη με τις εγγυήτριες παραμένει χωρίς ημερομηνία. Γι’ αυτό η ευκαιρία μοιάζει πραγματική αλλά εύθραυστη.
Η ελληνική διάσταση
Και τώρα η οπτική που αφορά άμεσα την Αθήνα. Η Ελλάδα δεν στέκεται στο περιθώριο. Πρώτον, ο Χριστοδουλίδης πέρασε πρώτα από την Αθήνα πριν από τις συναντήσεις. Δεύτερον, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για ανανεωμένη αίσθηση επείγοντος. Μάλιστα, η Ελλάδα συμμετέχει στη διευρυμένη διάσκεψη ως εγγυήτρια δύναμη. Επιπλέον, το Κυπριακό συνδέεται άμεσα με τα ελληνοτουρκικά και την Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, η Λευκωσία κρατά την πρωτοβουλία των κινήσεων. Γι’ αυτό ο συντονισμός Αθήνας-Λευκωσίας αποκτά ξανά κρίσιμη σημασία.
Το ευρωπαϊκό διακύβευμα
Πέρα από το νησί, το ζήτημα αφορά ολόκληρη την Ένωση. Και η στιγμή το επιτείνει. Καταρχήν, η Κύπρος παραμένει το μόνο κράτος-μέλος με κατεχόμενα εδάφη. Ακολούθως, αναλαμβάνει σύντομα σημαντικό ρόλο στα ευρωπαϊκά πράγματα. Μάλιστα, ο Γκουτέρες υπενθύμισε την ευθύνη τήρησης του διεθνούς δικαίου. Επιπλέον, τόνισε ότι ορισμένοι υπονομεύουν σήμερα το μεταπολεμικό διεθνές σύστημα. Ωστόσο, η ίδια η ΕΕ διατηρεί περιορισμένη μόχλευση απέναντι στην Άγκυρα. Γι’ αυτο η αξιοπιστία των ευρωπαϊκών θέσεων δοκιμάζεται και εδώ.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια εικόνα με έναν κρυμμένο πρωταγωνιστή. Δύο ηγέτες στο τραπέζι, μια τρίτη φωνή από έξω. Πρώτον, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης έφερε στη Λευκωσία μια διαφορετική εντολή. Ωστόσο, η Άγκυρα ξαναχάραξε την ίδια εβδομάδα τη δική της κόκκινη γραμμή. Μάλιστα, το πραγματικό ερώτημα αφορά ποιος εκφράζει τελικά τους Τουρκοκύπριους. Γι’ αυτο κάθε προσπάθεια λύσης περνά αναγκαστικά από την Άγκυρα. Τελικά, μισό αιώνα μετά, το Κυπριακό παραμένει λιγότερο ζήτημα δύο κοινοτήτων και περισσότερο ζήτημα ισχύος.

