Ηγέτες της ΕΕ προωθούν τη δημιουργία κέντρων μεταναστών εκτός συνόρων

Δεκαεννέα αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων ζητούν πλέον ανοιχτά και συντονισμένα την επιτάχυνση της δημιουργίας κέντρων μεταναστών σε τρίτες χώρες, εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων.

Ηγέτες της ΕΕ προωθούν τη δημιουργία κέντρων μεταναστών εκτός συνόρων
Ηγέτες της ΕΕ προωθούν τη δημιουργία κέντρων μεταναστών εκτός συνόρων

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σημαντικότερες αναπροσαρμογές της μεταναστευτικής της πολιτικής από την περίοδο της κρίσης του 2015.

σχετικά άρθρα

Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία φέρει την υπογραφή της Δανής πρωθυπουργού Μέτε Φρεντέρικσεν και υποστηρίζεται από χώρες που εκτείνονται από τη Σκανδιναβία έως τη Μεσόγειο και την Ανατολική Ευρώπη, καταδεικνύει μια νέα διεθνή πολιτική πραγματικότητα. Η Ευρώπη φαίνεται να απομακρύνεται σταδιακά από τη λογική της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών εντός των συνόρων της, αναζητώντας λύσεις εκτός αυτών.

Η κοινή επιστολή, απευθυνόμενη στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και στον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, υπογραμμίζει την άποψη των ηγετών ότι η απόφαση για την είσοδο και παραμονή ατόμων στην Ευρώπη οφείλει να παραμένει υπό τον δημοκρατικό έλεγχο των κρατών μελών και να μην καθορίζεται από δίκτυα διακινητών ανθρώπων.

Κατά την επιχειρηματολογία τους, η δημιουργία κέντρων μεταναστών σε τρίτες χώρες συνιστά το αποτελεσματικότερο εργαλείο για την αποδυνάμωση του επιχειρηματικού μοντέλου των κυκλωμάτων διακίνησης και τη μείωση των κινήτρων για την παράτυπη μετανάστευση.

Η χρονική συγκυρία αυτής της πρωτοβουλίας δεν θεωρείται τυχαία, καθώς μόλις πριν από λίγες ημέρες το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε τον νέο Κανονισμό Επιστροφών, ανοίγοντας θεσμικά τον δρόμο για τη δημιουργία αντίστοιχων δομών εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πρόκειται για μία εξέλιξη η οποία, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, θα θεωρούνταν πολιτικά αδιανόητη. Σήμερα, ωστόσο, μετά από μία δεκαετία μεταναστευτικών πιέσεων, διαδοχικών κρίσεων στα εξωτερικά σύνορα και την άνοδο πολιτικών δυνάμεων που ζητούν αυστηρότερο έλεγχο της μετανάστευσης, η συγκεκριμένη ιδέα έχει μετακινηθεί από το περιθώριο στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συμμαχία των δεκαεννέα χωρών υπερβαίνει παραδοσιακές πολιτικές διαχωριστικές γραμμές. Στο ίδιο μέτωπο συναντώνται συντηρητικές κυβερνήσεις, όπως αυτές της Ιταλίας και της Ουγγαρίας, με σοσιαλδημοκρατικές ή κεντρώες κυβερνήσεις, όπως αυτές της Δανίας και της Μάλτας.

Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι το μεταναστευτικό ζήτημα έχει εξελιχθεί σε παράγοντα που επηρεάζει το σύνολο του ευρωπαϊκού πολιτικού φάσματος και όχι αποκλειστικά τις δυνάμεις της δεξιάς.

Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που πρωταγωνιστούν σε αυτή τη νέα στρατηγική. Συμμετέπει ήδη, μαζί με τη Δανία, την Αυστρία και την Ολλανδία, σε διερευνητικές επαφές με τρίτες χώρες για τη δημιουργία τέτοιων κέντρων. Για την Αθήνα, η οποία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των μεταναστευτικών διαδρομών της Ανατολικής Μεσογείου, η αναζήτηση νέων εργαλείων διαχείρισης των ροών αποτελεί πάγιο αίτημα επί σειρά ετών.

Ωστόσο, η νέα αυτή προσέγγιση προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Χώρες όπως η Ισπανία έχουν εκφράσει εξαρχής την αντίθεσή τους, υποστηρίζοντας ότι η εξωτερικοποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής ενδέχεται να δημιουργήσει σοβαρά ζητήματα ως προς την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Οργανώσεις υπεράσπισης προσφύγων και μεταναστών προειδοποιούν ότι η μεταφορά ανθρώπων σε δομές εκτός Ευρώπης μπορεί να οδηγήσει σε αδιαφάνεια και δυσκολία ελέγχου των συνθηκών διαβίωσης και των διαδικασιών ασύλου.

Οι υποστηρικτές του σχεδίου απαντούν ότι τα εν λόγω κέντρα θα λειτουργούν σε πλήρη συμμόρφωση με το ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις των χωρών υποδοχής και υπό την εποπτεία διεθνών οργανισμών όπως η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης.

Για τον λόγο αυτό, ζητούν από τους δύο οργανισμούς να συμμετάσχουν ενεργά στον σχεδιασμό και την υλοποίηση του εγχειρήματος.

Πέραν της νομικής και ανθρωπιστικής διάστασης, η συζήτηση αφορά και το μέλλον της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η μεταναστευτική πολιτική έχει εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα που επηρεάζει εκλογικά αποτελέσματα, κυβερνητικές ισορροπίες και την κοινωνική συνοχή σε ολόκληρη την ήπειρο. Οι δεκαεννέα ηγέτες θεωρούν ότι η Ευρώπη οφείλει πλέον να μεταβεί από τις διακηρύξεις στην πράξη και να παρουσιάσει απτά αποτελέσματα στους πολίτες της.

Η επιστολή τους αποτελεί ουσιαστικά μια πολιτική διακήρυξη για τη νέα εποχή του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού δόγματος.

Εάν οι προτάσεις τους υλοποιηθούν, η ΕΕ θα εισέλθει σε μία περίοδο όπου η διαχείριση της μετανάστευσης δεν θα περιορίζεται στα εξωτερικά της σύνορα, αλλά θα μεταφέρεται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από αυτά. Αυτό ενδέχεται να αλλάξει ριζικά όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη μετανάστευση, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στον κόσμο.