Το ελληνικό βέτο που «νέρωσε» τις κυρώσεις — και ο φόβος ότι η Κίνα θα άρπαζε τα πλοία του LNG
Η ΕΕ ενέκρινε το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας με μια κρίσιμη ελληνική εξαίρεση για το LNG. Και πίσω από το παζάρι κρύβεται ένας αθέατος παίκτης: η κινεζική ισχύς στη ναυτιλία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε το 21ο πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Το χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο των τελευταίων τεσσάρων ετών. Δηλαδή, χτυπά τον ρωσικό τραπεζικό τομέα και τον σκιώδη στόλο. Μάλιστα, η συμφωνία ήρθε μόνο μετά την άρση του ελληνικού βέτο. Ωστόσο, η Αθήνα εξασφάλισε εξαίρεση για τις μεταφορές ρωσικού LNG. Έτσι, πίσω από το ευρωπαϊκό παζάρι αναδύεται ένας αθέατος παράγοντας: η Κίνα.
Τι προβλέπει το πακέτο
Ας δούμε πρώτα το συνολικό πλαίσιο των μέτρων. Το πακέτο δεν είναι αμελητέο. Πρώτον, αποκλείει 32 ρωσικές τράπεζες από διασυνοριακές συναλλαγές με ευρωπαϊκές. Δεύτερον, παγώνει το πλαφόν του ρωσικού πετρελαίου στα 44 δολάρια το βαρέλι. Μάλιστα, εντείνει τα μέτρα κατά του σκιώδους στόλου. Επιπλέον, οι εισαγωγές ρωσικού LNG στην ΕΕ απαγορεύονται κανονικά από την Πρωτοχρονιά. Ωστόσο, η έγκριση απαιτούσε ομοφωνία και των είκοσι επτά. Γι’ αυτό κάθε εθνική ένσταση απέκτησε τεράστια βαρύτητα.
Το ελληνικό βέτο
Και εδώ μπαίνει η Αθήνα στο κάδρο. Η στάση της καθόρισε το αποτέλεσμα. Καταρχάς, η Ελλάδα μπλόκαρε το πακέτο επί εβδομάδες. Έπειτα, ζήτησε εξαίρεση για τις μεταφορές ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες. Μάλιστα, κράτησε το βέτο μέχρι την τελική διαπραγμάτευση. Επιπλέον, τα υπόλοιπα κράτη υποχώρησαν για να κλείσει η συμφωνία. Ωστόσο, η εξαίρεση συνοδεύεται από όρους. Γι’ αυτό αξίζει να τους δούμε αναλυτικά.
Οι όροι της εξαίρεσης
Η ρύθμιση είναι πιο περιορισμένη από όσο ακούγεται. Τα όρια είναι συγκεκριμένα. Πρώτον, αφορά μόνο συμβόλαια που υπογράφηκαν πριν την εισβολή του Φεβρουαρίου 2022. Δεύτερον, οι όγκοι παγώνουν στα επίπεδα του 2025, χωρίς νέες δουλειές. Μάλιστα, η διάρκεια είναι ετήσια, με αυτόματη ανανέωση και δυνατότητα αναθεώρησης. Επιπλέον, η βασική ωφελημένη εταιρεία είναι η Dynagas του Γιώργου Προκοπίου. Ωστόσο, τα πλοία της εξυπηρετούν το αρκτικό πρόγραμμα Yamal με ειδικά δεξαμενόπλοια πάγου. Γι’ αυτό η υπόθεση δένει τη Μεσόγειο με την Αρκτική.
Το ελληνικό επιχείρημα
Δίκαιο είναι να αποδοθεί πλήρως η ελληνική θέση. Έχει τη δική της λογική. Πρώτον, η Αθήνα υποστήριξε ότι η πλήρης απαγόρευση δεν μειώνει τα ρωσικά έσοδα. Δεύτερον, εξήγησε ότι το φορτίο απλώς περνά σε πλοία τρίτων χωρών. Μάλιστα, ανέφερε την Κίνα, την Ινδία και τα Εμιράτα ως άμεσους αντικαταστάτες. Επιπλέον, τόνισε ότι έτσι χάνεται και η ευρωπαϊκή εποπτεία των φορτίων. Ωστόσο, οι ελληνικές εταιρείες κρατούν έτσι συμβόλαια και πλοία. Γι’ αυτό το επιχείρημα συνδυάζει στρατηγική λογική και εθνικό συμφέρον.
Ο κινεζικός φόβος
Και εδώ βρίσκεται το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της υπόθεσης. Το ανέδειξαν οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι. Πρώτον, ο πραγματικός φόβος αφορούσε τα στρατηγικά ναυτιλιακά περιουσιακά στοιχεία. Δεύτερον, τα ειδικά δεξαμενόπλοια πάγου είναι σπάνια και πολύτιμα. Μάλιστα, μια απαγόρευση ίσως ανάγκαζε τις ελληνικές εταιρείες να τα εγκαταλείψουν. Επιπλέον, η Κίνα κυριαρχεί στη ναυτιλιακή χρηματοδότηση μέσω των οίκων χρηματοδοτικής μίσθωσης. Ωστόσο, έτσι τα πλοία θα κατέληγαν πιθανότατα σε κινεζικά χέρια. Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες προτίμησαν την εξαίρεση από την απώλεια.
Όταν η Κίνα κάμπτει τις κυρώσεις
Το δίδαγμα αυτό ξεπερνά κατά πολύ την ελληνική υπόθεση. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής ισχύος. Καταρχήν, η ΕΕ χαρακτήρισε πρόσφατα την Κίνα «αναθεωρητική δύναμη». Ακολούθως, όμως, προσαρμόζει τη ρωσική της πολιτική εξαιτίας της κινεζικής οικονομικής διείσδυσης. Μάλιστα, η κινεζική ισχύς στη ναυτιλιακή χρηματοδότηση λειτούργησε ως αόρατος μοχλός. Επιπλέον, το ίδιο μοτίβο είδαμε στα λιμάνια και τις σπάνιες γαίες. Ωστόσο, τα λόγια της Ευρώπης συνεχίζουν να συγκρούονται με τους μοχλούς της. Γι’ αυτό η υπόθεση επιβεβαιώνει τη γνωστή μας εξίσωση.
Η κριτική
Δίκαιο είναι, όμως, να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Η κριτική υπήρξε σκληρή. Πρώτον, ευρωπαϊκά μέσα έγραψαν ότι «ένας Έλληνας δισεκατομμυριούχος νέρωσε» το πακέτο. Δεύτερον, το βέτο δημιουργεί προηγούμενο, όπως παλαιότερα η Ουγγαρία με τον αγωγό Ντρούζμπα. Μάλιστα, αναλύσεις δείχνουν ότι ελληνικές εταιρείες κέρδισαν δισεκατομμύρια από ρωσικά φορτία πετρελαίου. Επιπλέον, οκτώ από τις είκοσι πιο κερδισμένες εταιρείες είναι ελληνικές. Ωστόσο, η κατηγορία περί κερδοσκοπίας εν μέσω πολέμου βαραίνει. Γι’ αυτό η ελληνική επιτυχία έχει και το ηθικό της κόστος.
Δεν ήταν μόνο η Ελλάδα
Η πλήρης εικόνα, πάντως, απαιτεί ευρύτερη ματιά. Οι εξαιρέσεις ήταν πολλές. Πρώτον, η Αυστρία έθεσε ζήτημα για τις απώλειες της Raiffeisen στη Ρωσία. Δεύτερον, Γαλλία και Γερμανία μπλόκαραν την απαγόρευση ρωσικών αλιευμάτων. Μάλιστα, Βουλγαρία και Ιταλία πέτυχαν διαγραφές προσώπων από τις λίστες. Επιπλέον, διπλωμάτες παραδέχονται ότι «δεν έμειναν εύκολοι στόχοι» μετά από είκοσι πακέτα. Ωστόσο, η κόπωση των κυρώσεων είναι πλέον συλλογικό φαινόμενο. Γι’ αυτό η ελληνική εξαίρεση είναι σύμπτωμα, όχι εξαίρεση.
Το ελληνικό διακύβευμα
Για την Αθήνα, η υπόθεση κρύβει μια λεπτή ισορροπία. Το δίλημμα είναι πραγματικό. Πρώτον, η ελληνόκτητη ναυτιλία αποτελεί εθνικό στρατηγικό κεφάλαιο. Δεύτερον, η προστασία της είναι θεμιτή επιδίωξη κάθε κυβέρνησης. Μάλιστα, το επιχείρημα της εποπτείας έχει πραγματική βάση. Επιπλέον, όμως, η Ελλάδα επικαλείται διαρκώς την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στα εθνικά της θέματα. Ωστόσο, η αλληλεγγύη λειτουργεί αμφίδρομα, όπως σημείωσαν και διπλωμάτες. Γι’ αυτό το κέρδος του σήμερα χρειάζεται διαχείριση για το αύριο.
Το συμπέρασμα
Στο τέλος μένει μια εικόνα με τρία επίπεδα. Ένα βέτο, μια εξαίρεση, ένας αθέατος παίκτης. Πρώτον, η Ελλάδα προστάτεψε τον στόλο της και κέρδισε το παζάρι. Ωστόσο, η κριτική για το «νέρωμα» των κυρώσεων παραμένει. Μάλιστα, ο πραγματικός νικητής της αφήγησης είναι η κινεζική ισχύς στη ναυτιλία. Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες υποχώρησαν: φοβήθηκαν μην χάσουν τα πλοία στο Πεκίνο. Τελικά, στις κυρώσεις όπως και στη θάλασσα, μετρά ποιος ελέγχει το σκάφος — και ποιος το χρηματοδοτεί.
Σημ: Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί επενδυτική συμβουλή.

