Δεκαοκτώ Αμερικανοί βουλευτές ζητούν τον αποκλεισμό της Τουρκίας από τα F-35
Δεκαοκτώ μέλη του Κογκρέσου καλούν την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να εμποδίσει οποιαδήποτε ενέργεια για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35. Οι βουλευτές επικαλούνται τους υφιστάμενους περιορισμούς που τέθηκαν σε ισχύ μετά την απόκτηση του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400 από την Άγκυρα.
Μέσω επιστολής τους προς τον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας, Στιβ Σκαλίζ, και τον επικεφαλής της δημοκρατικής μειοψηφίας, Χακίμ Τζέφρις, οι Δημοκρατικοί βουλευτές ζητούν από την ηγεσία της Βουλής να είναι προετοιμασμένη να ασκήσει τις προβλεπόμενες από τη νομοθεσία εξουσίες, στην περίπτωση που η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρήσει να προχωρήσει σε πώληση ή μεταβίβαση αμερικανικών μαχητικών στην Τουρκία.
Η επιστολή, η οποία αποτελεί πρωτοβουλία της Δημοκρατικής βουλευτή Ντίνας Τάιτους, υποβάλλεται ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου. Έρχεται επίσης στον απόηχο πληροφοριών που αναφέρουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει τρόπους για την επαναφορά της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς.
Οι νομοθέτες αναφέρονται σε πρόσφατες δηλώσεις του πρώην προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος άφησε να εννοηθεί την πρόθεσή του να μεταφέρει ένα «μεγάλο δώρο» στον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, καθώς και σε δήλωση του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη αξιολόγηση για τις νομικές διαδικασίες μιας τέτοιας πώλησης.
Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες απέκλεισαν την Τουρκία από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την αγορά των S-400 από τη Ρωσία. Η Ουάσιγκτον είχε κρίνει τότε ότι η συνύπαρξη του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος με το αμερικανικό μαχητικό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο ευαίσθητες πληροφορίες σχετικά με τις επιχειρησιακές δυνατότητες του αεροσκάφους.
Οι βουλευτές επισημαίνουν επιπλέον ότι τον Δεκέμβριο του 2020, η τότε κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών βάσει του νόμου CAATSA, εξαιτίας της αγοράς των S-400. Όπως αναφέρουν, η εν λόγω απόφαση δεν έχει ανακληθεί και διατηρεί πλήρη νομική ισχύ.
Από νομικής πλευράς, οι υπογράφοντες επικαλούνται τόσο τον νόμο CAATSA όσο και τον νόμο περί Εθνικής Άμυνας για το οικονομικό έτος 2020. Ο τελευταίος απαγορεύει τη μεταβίβαση F-35 στην Τουρκία όσο η Άγκυρα συνεχίζει να κατέχει το σύστημα S-400 και δεν προσφέρει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα επιχειρήσει εκ νέου την απόκτησή του.
Σύμφωνα με την επιστολή, τα δημόσια διαθέσιμα στοιχεία δεν υποδεικνύουν ότι η Τουρκία έχει απομακρύνει το ρωσικό σύστημα, το έχει αποσύρει από επιχειρησιακή χρήση ή έχει άρει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την αιτία που οδήγησε στην επιβολή των κυρώσεων.
Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, μια ενδεχόμενη επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 θα έφερνε την κυβέρνηση σε σύγκρουση με τις νόμιμες υποχρεώσεις της. Επικαλούνται την κατάθεση του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, στις 3 Ιουνίου 2026, κατά την οποία, σύμφωνα με την επιστολή, αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση δεσμεύεται από τον νόμο να διατηρήσει τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και δεν μπορεί να επανεντάξει την Άγκυρα στο πρόγραμμα υπό τις παρούσες συνθήκες.
Πέραν του νομικού πλαισίου, οι υπογράφοντες προειδοποιούν ότι μια τέτοια απόφαση θα έστελνε ένα λανθασμένο στρατηγικό μήνυμα στους εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η επιστολή αναφέρεται στην τουρκική στάση έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, στην υποστήριξη προς το Αζερμπαϊτζάν στις επιχειρήσεις κατά της Αρμενίας και στη στάση της Άγκυρας απέναντι στο Ισραήλ.
Κατά τους βουλευτές, η παροχή ενός εκ των πλέον προηγμένων αμερικανικών οπλικών συστημάτων στην Τουρκία, χωρίς να έχουν αρθεί οι λόγοι που οδήγησαν στον αποκλεισμό της, θα μπορούσε να ενθαρρύνει περαιτέρω αποσταθεροποιητική συμπεριφορά και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη συμμάχων που έχουν τηρήσει τους κανόνες.
Οι υπογράφοντες τονίζουν ότι ο νόμος CAATSA εγκρίθηκε με συντριπτικές διακομματικές πλειοψηφίες, ώστε το Κογκρέσο να διατηρεί ουσιαστικό έλεγχο σε αποφάσεις που αφορούν την παροχή αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας σε χώρες που έχουν προχωρήσει σε σημαντικές συναλλαγές με αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η ακεραιότητα αυτού του πλαισίου, καθώς και το μήνυμα που στέλνει σε κάθε χώρα που σταθμίζει αν θα αγοράσει ρωσικά όπλα, εξαρτώνται από την προθυμία του Κογκρέσου να το εφαρμόσει», αναφέρουν χαρακτηριστικά στην επιστολή.
Την επιστολή υπογράφουν οι Ντίνα Τάιτους, Κρις Πάπας, Μάγκι Γκούντλαντερ, Γκρέις Μενγκ, Φρανκ Παλόουν Τζούνιορ, Μπραντ Σνάιντερ, Τζος Γκότχαϊμερ, Τζάρεντ Μόσκοβιτς, Τεντ Λιου, Μπραντ Σέρμαν, Μάικ Κουίγκλι, Νταν Γκόλντμαν, Τζέιμς ΜακΓκόβερν, Στίβεν Λιντς, Τζιμ Κόστα, Τζορτζ Λάτιμερ, Γκέιμπ Άμο και Ρόμπερτ Μενέντεζ.
