Οι αγορές ποντάρουν ότι η AI νικά τη γεωπολιτική. Η Ευρώπη δεν κρατά τα χαρτιά
Η Wall Street ανεβαίνει ποντάροντας εναντίον της γεωπολιτικής. Η Ευρώπη ανεβαίνει ποντάροντας πάνω της, στον επανεξοπλισμό και στις τράπεζες. Είναι μια πιο εύθραυστη βάση.
Ζούμε μια αντίφαση που θα έπρεπε να μας προβληματίζει περισσότερο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η κυρίαρχη ακόμη υπερδύναμη, διαλύουν ενεργά τη διεθνή τάξη που οι ίδιες έχτισαν επί ογδόντα χρόνια. Κι όμως, οι χρηματιστηριακές αγορές γράφουν το ένα ρεκόρ μετά το άλλο, όχι μόνο στη Wall Street αλλά και στην Ευρώπη. Κάνουν λάθος οι επενδυτές, ή μήπως η εικόνα είναι πιο σύνθετη;
Ο Ίαν Μπρέμερ, ιδρυτής της Eurasia Group, δίνει μια χρήσιμη χαρτογράφηση. Τρεις δυνάμεις, λέει, διαμορφώνουν την επόμενη περίοδο: η πολιτικά ανεμπόδιστη ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης, η μετάβαση από τη λογική της παγκοσμιοποίησης στη σκέψη του μηδενικού αθροίσματος, και η αύξηση των κινδύνων χαμηλής πιθανότητας αλλά υψηλού αντικτύπου, των λεγόμενων tail risks. Η ανάλυσή του είναι σωστή. Της λείπει όμως ένα βήμα: οι τρεις δυνάμεις δεν είναι ξεχωριστές. Συγκλίνουν σε ένα και μόνο στοίχημα. Και αυτό το στοίχημα αφήνει την Ευρώπη πιο εκτεθειμένη από κάθε άλλον.
Ένα στοίχημα, όχι τρεις δυνάμεις
Ας δούμε πρώτα τι κρατά τις αγορές ψηλά. Ο S&P 500 πέρασε για πρώτη φορά το όριο των 7.600 μονάδων στις αρχές Ιουνίου, έχοντας σημειώσει 23 ιστορικά υψηλά μέσα στο 2026, μετά από 96 τα δύο προηγούμενα χρόνια. Το καύσιμο είναι ένα και σαφές: η Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως σημειώνουν οι αναλυτές, η αγορά απορρόφησε τεράστιο όγκο αρνητικών ειδήσεων, από το πετρέλαιο στα 93 δολάρια ως το αδιέξοδο στις συνομιλίες για το Ιράν, και συνέχισε ανοδικά μόνο και μόνο επειδή η ιστορία των κερδών της AI ξεπερνά τις ανησυχίες.
Με άλλα λόγια, η αγορά έχει πάρει μια απόφαση: ότι η παραγωγικότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα δημιουργήσει τόση αξία, ώστε να αντισταθμίσει τον γεωπολιτικό χαμό. Η αισιοδοξία για την AI λειτουργεί σήμερα ως ο μεγάλος απορροφητής κραδασμών, αυτός που επιτρέπει στους επενδυτές να αγνοούν την αναξιόπιστη Αμερική, τον κατακερματισμό του εμπορίου και τα tail risks του Μπρέμερ.
Κι εδώ κρύβεται ο πραγματικός κίνδυνος. Το στοίχημα είναι ακριβό και συγκεντρωμένο. Οι αποτιμήσεις στη Wall Street βρίσκονται κοντά στα επίπεδα της φούσκας του 2000, με τη συγκέντρωση της κεφαλαιοποίησης σε λίγες εταιρείες τεχνολογίας στο υψηλότερο σημείο που έχει καταγραφεί ποτέ. Η κλίμακα είναι ιλιγγιώδης: μόνο η Alphabet ανακοίνωσε άντληση 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων για να χρηματοδοτήσει την υποδομή της σε AI, ενώ οι αμερικανικοί κολοσσοί κινητοποιούν συνολικά περίπου 600 δισεκατομμύρια μέσα σε έναν χρόνο. Αν η AI απογοητεύσει στα κέρδη, καταρρέει ο μοναδικός πυλώνας που κρατά τα πάντα. Κι αν χτυπήσει ένα tail risk, η ίδια συγκέντρωση σε δέκα μετοχές που τραβά την άνοδο θα επιταχύνει την πτώση.
Γιατί η Ευρώπη είναι η πιο εκτεθειμένη
Όλα τα παραπάνω αφορούν κυρίως τη Wall Street. Το ερώτημα για εμάς είναι τι σημαίνουν για την Ευρώπη. Και η απάντηση είναι δυσάρεστη: η Ευρώπη φέρει και τις τρεις δυνάμεις του Μπρέμερ, χωρίς να διαθέτει τον απορροφητή κραδασμών που έχει η Αμερική.
Ξεκινάμε από την AI, γιατί εκεί φαίνεται καθαρά το πρόβλημα. Η ευρωπαϊκή χρηματιστηριακή άνοδος του 2025 και του 2026 δεν στηρίχθηκε σε κολοσσούς τεχνητής νοημοσύνης, για τον απλό λόγο ότι η Ευρώπη δεν έχει. Στηρίχθηκε στις τράπεζες και στις αμυντικές εταιρείες. Με άλλα λόγια, ενώ η Wall Street ανεβαίνει ποντάροντας εναντίον της γεωπολιτικής, η ευρωπαϊκή αγορά ανεβαίνει ποντάροντας πάνω στη γεωπολιτική, στον επανεξοπλισμό και στα υψηλά επιτόκια. Είναι μια εντελώς διαφορετική, και πιο εύθραυστη, βάση.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι η εξάρτηση. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: ενώ οι αμερικανικές εταιρείες κινητοποιούν περίπου 600 δισεκατομμύρια σε έναν χρόνο, η συνολική ευρωπαϊκή δαπάνη για κυρίαρχη υποδομή cloud προβλέπεται να φτάσει μόλις τα 10,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2026, ένα ποσό που, όπως σχολιάστηκε, είναι «λογιστικό σφάλμα» μπροστά στην αμερικανική επένδυση. Επιπλέον, σύμφωνα με την Κομισιόν, περίπου το 80% της ευρωπαϊκής δαπάνης για cloud καταλήγει σε αμερικανικές εταιρείες, και ακόμη και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι παραδέχονται ότι δεν υπάρχει βραχυπρόθεσμη εναλλακτική. Η Bruegel το θέτει ωμά: αν η Ευρώπη παραμείνει εξαρτημένη από αμερικανική ή κινεζική υποδομή υπολογιστικής ισχύος, αντιμετωπίζει δομική απώλεια οικονομικής αυτονομίας, καθώς η AI γίνεται η τεχνολογία γενικής χρήσης του αιώνα.
Έρχεται μετά η δεύτερη δύναμη, ο κατακερματισμός του εμπορίου. Εδώ η Ευρώπη είναι, εξ ορισμού, η πιο εκτεθειμένη. Είναι η πιο ανοιχτή, η πιο εξαρτημένη από τις εισαγωγές ενέργειας και πρώτων υλών, η πιο δεμένη με τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού από όλους τους μεγάλους παίκτες. Όταν ο κόσμος περνά σε λογική μηδενικού αθροίσματος, ο πιο ανοιχτός έμπορος χάνει περισσότερα. Το είδαμε ήδη στις διαταραχές μετά τον πόλεμο του Ιράν, στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας, στους νέους ενεργειακούς διαδρόμους.
Και τέλος, η αναξιόπιστη Αμερική και τα tail risks. Καμία περιοχή δεν εξαρτήθηκε περισσότερο από την αμερικανική εγγύηση ασφάλειας, και καμία δεν βρίσκεται πιο κοντά στους κινδύνους που η εγγύηση αυτή υποτίθεται ότι κάλυπτε, από τη Ρωσία στα ανατολικά ως τη Μέση Ανατολή στα νότια. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους θεωρούν τις χώρες τους υπερβολικά εξαρτημένες από την αμερικανική τεχνολογία.
Το διπλό αδιέξοδο
Βάλε τα τρία μαζί και προκύπτει μια θέση που πρέπει να μας απασχολήσει σοβαρά. Η Ευρώπη είναι «long» στα ρίσκα και «short» στην αντιστάθμιση. Κρατά, δηλαδή, όλους τους κινδύνους της εποχής, χωρίς το χαρτί που επιτρέπει στην Αμερική να τους αγνοεί.
Το αδιέξοδο είναι μάλιστα διπλό. Αν το αμερικανικό στοίχημα στην AI σκάσει, η Ευρώπη θα εισπράξει τη χρηματιστηριακή μετάδοση χωρίς να έχει απολαύσει τα κέρδη της ανόδου. Αν, αντίθετα, το στοίχημα πετύχει, η Ευρώπη θα βυθιστεί ακόμη βαθύτερα στην εξάρτηση, αφού η παραγωγικότητα της AI θα παράγεται με αμερικανικά τσιπ, σε αμερικανικά cloud, με αμερικανικούς όρους. Κερδίζει ή χάνει η Wall Street, η Ευρώπη χάνει σχετική θέση. Αυτή είναι η ουσία.
Η ελληνική ακραία εκδοχή
Για την Ελλάδα, η εικόνα είναι η ευρωπαϊκή σε μεγέθυνση. Δεν διαθέτει ούτε έναν τεχνολογικό πρωταθλητή. Είναι μικρή, ανοιχτή οικονομία, εισαγωγέας ενέργειας, με τον τουρισμό και τη ναυτιλία της εκτεθειμένους ακριβώς στα tail risks, στις τιμές καυσίμων και στην αντίληψη της αστάθειας. Όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η άνοδος του ελληνικού χρηματιστηρίου στηρίχθηκε κυρίως στις τράπεζες, όχι στην καινοτομία. Η Ελλάδα, δηλαδή, είναι αποδέκτης των κανόνων που γράφονται αλλού, σε μια εποχή που η τεχνολογία ορίζει την ισχύ.
Τι μένει να κάνει η Ευρώπη
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η Ευρώπη πρέπει να κερδίσει τον αγώνα της AI μέσα σε έναν χρόνο. Δεν μπορεί, και η αυταπάτη θα ήταν χειρότερη από την αδράνεια. Το συμπέρασμα είναι ότι οφείλει να χτίσει τους δικούς της απορροφητές κραδασμών, εκεί που σήμερα δεν έχει κανέναν: στην υπολογιστική και ενεργειακή της αυτονομία, στη δημοσιονομική της ικανότητα να απορροφά σοκ, στην άμυνά της απέναντι στους υβριδικούς κινδύνους.
Γιατί το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν ένα: να μπερδέψει η Ευρώπη την ηρεμία της Wall Street με δική της ασφάλεια. Η αμερικανική αγορά πόνταρε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα νικήσει τη γεωπολιτική. Η Ευρώπη κάνει, σιωπηρά, το ίδιο στοίχημα. Με τη διαφορά ότι δεν κρατά κανένα από τα χαρτιά που θα μπορούσαν να το κερδίσουν.



