Ο Γκιστάβ Μορό / Gustave Moreau γεννήθηκε στο Παρίσι το 1826. Από το 1846 μαθήτευσε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, με καθηγητή του τον Τεοντόρ Σασεριό (1819-1856), ο οποίος επηρέασε σημαντικά τον αισθητικό προσανατολισμό και την εξέλιξή του. Τη διετία 1857-1859 επισκέφτηκε την Ιταλία και ενθουσιάστηκε από το έργο του Μιχαήλ Αγγέλου και του Καρπάτσιο. Στο Σαλόν του 1853, ο Μορό πήρε μέρος με τα έργα «Σκηνή από το «Άσμα Ασμάτων» και «Ο θάνατος του Δαρείου», επηρεασμένα και τα δύο από τον δάσκαλό του Σασεριό. Αν και ποτέ του δεν ταξίδεψε ο ίδιος στην Ανατολή, ανέπτυξε έναν προσωπικό εξωτισμό και έναν στυλιζαρισμένο αισθησιασμό.
Έργα – σταθμοί
Ήταν διάσημος για τους πίνακες με μυθολογικά αλλά και θρησκευτικά θέματα από την Παλαιά Διαθήκη. Οι πίνακες του Μορό «Οιδίπους και Σφίγγα», 1864, «Οπτασία», 1874-76, και «Χορός της Σαλώμης» περ. 1876, δείχνουν το ενδιαφέρον του για τον έκδηλο ερωτισμό και τις απεικονίσεις με σκηνές βίας. Ο αριστουργηματικός πίνακάς του «Οπτασία»,1876, εικονίζει μια αισθησιακή και προκλητική Σαλώμη, με το πέπλο της να αποκαλύπτει το γυμνό κορμί της, να χορεύει μπροστά στον καθισμένο στον θρόνο του Ηρώδη, ενώ με το τεταμένο χέρι της δείχνει προς το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή, που αιωρείται στο κέντρο της σύνθεσης, περιβαλλόμενο από ένα εκθαμβωτικό φωτοστέφανο. Ο Μορό φιλοτέχνησε αργότερα δύο άλλους πίνακες με το θέμα της Σαλώμης: «Ο Χορός της Σαλώμης μπροστά στον Ηρώδη» περ.1876, όπου η Σαλώμη, με το γυμνό κορμί της, διάστικτο με τατουάζ, χορεύει προκλητικά μπροστά στον Ηρώδη. Ο δεύτερος πίνακας, «Η Σαλώμη στον Κήπο», 1878, εμφανίζει τη Σαλώμη να μεταφέρει την κεφαλή του Ιωάννη πάνω σε έναν δίσκο. Στον κατάλογο των μυθικών και των ιστορικών ερωτικών γυναικών, που αναπαράστησε με τον χρωστήρα του ο Μορό, εκτός από τη Σαλώμη, περιλαμβάνονται η Γαλάτεια, η Σεμέλη, η Ανδρομέδα, η Λήδα, η Αφροδίτη, η Ωραία Ελένη, η Σαπφώ, η Δηιάνειρα, η Βηθεσδά, η Δαλιδά, η Κλεοπάτρα, η Μεσσαλίνα κ.ά.
Δάσκαλος ζωγράφων της συμβολιστικής πρωτοπορίας
Ανάμεσα στους πιο γνωστούς πίνακες του Μορό περιλαμβάνονται και οι: «Σουλτάνα», περ. 1850, «Ορφέας», 1865), «Προμηθέας», 1868, «Η ανεύρεση του Μωυσή»,1878, «Ο Ιακώβ και ο Άγγελος», 1878, «Κλεοπάτρα». Το τελευταίο έργο του «Ζευς και Σεμέλη» αποτελεί το αποκορύφωμα της τάσης του για τις απεικονίσεις ερωτικών συνθέσεων που αναδύονται από τη δημιουργική του φαντασία. Ο Μορό, προσανατολισμένος στο πνεύμα του «Παρνασσισμού» και του «Οριενταλισμού», είναι κυριολεκτικά ο δάσκαλος ζωγράφων της συμβολιστικής πρωτοπορίας. Το έργο του αποτελεί μεν μια συνέχεια του ρομαντισμού, που θριάμβευσε έναντι του ψυχρού κλασικισμού με βασικά χαρακτηριστικά του τα έντονα κοινωνικά, επαναστατικά ιδεώδη, την δυναμική της φύσης και του συναισθηματικού υποκειμενισμού αλλά όλα αυτά τα επεξεργάζεται αυστηρά και τα προεκτείνει έντεχνα, εικονογραφικά και χρωματικά, με τις παραστάσεις μιας αρχαιότητας που τον εμπνέει αδιάκοπα. Συνθέτει με πειστικότητα τις ιστορίες με τον δικό του όμως τρόπο. Στο περίφημο έργο του με το κεφάλι του Ορφέα, εμφανίζει μια κοπέλα, να έχει βρει και να μεταφέρει το κεφάλι πάνω στη λύρα, ενώ η παραδοσιακή εκδοχή θέλει τις Μαινάδες να έχουν σκοτώσει τον Ορφέα και τον έχουν πετάξει στον ποταμό Έβρο.
Ιδιοφυής μυστικιστής της Αναγέννησης
Τα στοιχεία της τοπιογραφίας αντλούνται από την παράδοση, με αφηγηματικό χαρακτήρα και συμβολισμούς, που υποδηλώνουν τον διαχρονικό χαρακτήρα της λύρας του Ορφέα, δηλαδή της μουσικής τέχνης, η οποία θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από αυτόν. Καταδεικνύονται επίσης πολλές αναφορές στα μοτίβα της τέχνης του Ντα Βίντσι, που θεωρείται ο ιδιοφυής μυστικιστής της Αναγέννησης, με λυρική διάθεση και εκλεκτικισμό. Ο Μορό παίρνει ταυτόχρονα στοιχεία από πολλές Μεσαιωνικές ταπισερί και χειρόγραφα και τα αποδίδει με δυνατά χρώματα και έμφαση στα ποιητικά αφηγηματικά στοιχεία.
Έμπνευση από την αρχαιότητα
Η εκφραστική συμβολιστική του τεχνοτροπία έχει σε μεγάλο βαθμό συγγένεια με τις απόψεις των Παρνασσιστών που έδρασαν στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό προσκήνιο του Παρισιού από τα μέσα μέχρι και την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα με βασικές αισθητικές αξίες την τελειότητα της φόρμας, την έμπνευση από την ελληνορωμαϊκή εποχή καθώς και ινδική αρχαιότητα. Διακρίθηκαν για την προσοχή τους στην τελειότητα της φόρμας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφο Θεόφιλο Γκοτιέ, γενάρχη του κινήματος, υιοθέτησαν το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη». Ο Μορό δεν ακολούθησε όμως την αποστασιοποιημένη, ψυχρή και απαθή εκφραστική τους. Εφάρμοσε με επιτυχία τις προτροπές του ποιητή Αλμπέρ Ωριέ που διατύπωσε τις αρχές του συμβολισμού εκφράζοντας την ιδέα με συμβολικές μορφές, με κατανοητό και διακοσμητικό τρόπο.
Ο Γκιστάβ Μορό θεωρήθηκε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του κινήματος του συμβολισμού. Μαζί με τον ζωγράφο Πιβί ντε Σαβάν υπήρξε εκφραστής της κίνησης, η οποία αντέκρουσε τόσο τον ακμάζοντα ρεαλισμό των Μιλέ, Ντομιέ, Κουρμπέ, όσο και τις υπερβολές του συναισθηματικού ρομαντισμού, έχοντας περιεχόμενο γεμάτο συμβολικούς και λογοτεχνικές κλασικιστικές αναφορές. Ο Μορό υπήρξε επίσης μελετητής των ανατολικών προτύπων της βυζαντινής και της περσικής τέχνης. Υποστήριζε: «στην τέχνη επιτρέπεται η μεγαλύτερη ελευθερία της φαντασίας και ότι ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να καταφεύγει στο όνειρο και στο μυστήριο». Έλεγε επίσης: «Δεν πιστεύω σε αυτό που αγγίζω και βλέπω, αλλά σε αυτό που αισθάνομαι».
Σημαντική επιρροή στους καλλιτέχνες του «Φωβισμού»
Η τέχνη του αποτέλεσε σημείο αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους συμβολιστές καλλιτέχνες, αλλά και πολλούς σημαντικούς λογοτέχνες της εποχής του. Το 1891 έγινε καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και μεταξύ των μαθητών του συγκαταλέγονταν οι κορυφαίοι μοντερνιστές εικαστικοί δημιουργοί Ανρί Ματίς, Ζορζ Ρουό, Πιερ-Αλμπέρ Μαρκέ. Γενικά άσκησε σημαντική επιρροή στους καλλιτέχνες του «Φωβισμού». Πεθαίνοντας, το 1898, κληροδότησε στο γαλλικό κράτος το σπίτι του και πολλά έργα από την παραγωγική του προσφορά. Το 1903 ιδρύθηκε εκεί το σημερινό Μουσείο Γκιστάβ Μορό στο Παρίσι, ένας «ναός» των επιτευγμάτων του.

