Optima Bank: Οι 7 μετοχές που βλέπει για το β΄ εξάμηνο – Οι καταλύτες που κρατούν ζωντανό το ράλι
Το ανοδικό αφήγημα της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς παραμένει απολύτως ενεργό, παρά το εντυπωσιακό ράλι που έχει προηγηθεί από τις αρχές του έτους. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας στρατηγικής έκθεσης της Optima Bank για το δεύτερο εξάμηνο του 2026, με τίτλο «Greek Macro & Equity Market Strategy Update | Greece 2H26e: From Momentum to Selectivity», στην οποία η χρηματιστηριακή υποστηρίζει ότι η αγορά περνά πλέον από τη φάση της γενικευμένης ανόδου στη φάση της επιλεκτικότητας, όπου οι αποδόσεις θα προέλθουν κυρίως από τις εταιρείες με τα ισχυρότερα θεμελιώδη μεγέθη.
Η Optima Bank επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,8% το 2026, έναντι μόλις 1,1% για την Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που σημαίνει ότι η Ελλάδα θα αναπτυχθεί ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για έκτη συνεχόμενη χρονιά. Παράλληλα, συνεχίζεται η εντυπωσιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, με τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ να εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά ακόμη 8 ποσοστιαίες μονάδες μέσα στο 2026, επιβεβαιώνοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Σύμφωνα με την έκθεση, η σημαντική βελτίωση της ελληνικής οικονομίας αντικατοπτρίζεται και στην αγορά ομολόγων, καθώς το ασφάλιστρο κινδύνου (country risk premium) συνεχίζει να συμπιέζεται, με τις αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων να συγκλίνουν προς εκείνες των χωρών του πυρήνα της Ευρωζώνης, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημαντική ενίσχυση της πιστοληπτικής εικόνας της Ελλάδας.
Η χρηματιστηριακή τονίζει ότι το Χρηματιστήριο Αθηνών εξακολουθεί να υπεραποδίδει έναντι των διεθνών αγορών. Από τις αρχές του 2026 ο Γενικός Δείκτης καταγράφει άνοδο περίπου 22%, ενώ σε ετήσια βάση τα κέρδη προσεγγίζουν το 37%, επίδοση σημαντικά καλύτερη τόσο από τις ευρωπαϊκές όσο και από τις αμερικανικές αγορές. Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με την Optima Bank, στηρίζεται στην ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, στην ισχυρή κερδοφορία των εισηγμένων εταιρειών, στις στρατηγικές επιχειρηματικές συμφωνίες που πραγματοποιήθηκαν μέσα στη χρονιά, στις νέες εισαγωγές εταιρειών στο Χρηματιστήριο και στη συνεχιζόμενη ανάπτυξη της εγχώριας κεφαλαιαγοράς.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις εισροές ξένων κεφαλαίων, οι οποίες συνεχίζουν να ενισχύουν τη δυναμική της αγοράς. Η συνολική αξία συναλλαγών στο Χρηματιστήριο Αθηνών ανήλθε στα 6,3 δισ. ευρώ τον Ιούνιο, παρουσιάζοντας αύξηση 52,8% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Οι ξένοι επενδυτές πραγματοποίησαν το 69,3% του συνολικού τζίρου, έναντι 67,7% τον προηγούμενο μήνα, ενώ οι καθαρές εισροές διαμορφώθηκαν στα 158,3 εκατ. ευρώ τον Ιούνιο και στα 364 εκατ. ευρώ συνολικά κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους.
Η Optima Bank χαρακτηρίζει ως έναν από τους σημαντικότερους καταλύτες για την αγορά την αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε Ανεπτυγμένη Αγορά από τους δείκτες STOXX και FTSE, η οποία τίθεται σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου 2026. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε σωρευτικές καθαρές παθητικές εισροές άνω του 1 δισ. ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά τη ρευστότητα και τη συμμετοχή των διεθνών θεσμικών επενδυτών.
Αντίθετα, η αναβολή της αναβάθμισης από τη MSCI για τον Μάιο του 2027 αξιολογείται ως μάλλον θετική εξέλιξη, καθώς η αγορά αναμένει ότι κατά την τελική μετάβαση θα υπάρξουν εκροές από τα παθητικά κεφάλαια που παρακολουθούν τους δείκτες της MSCI. Σύμφωνα με την καθοδήγηση του οίκου, στον MSCI Mid Cap θα συμμετέχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, η ΔΕΗ και ο ΟΤΕ, ενώ η Allwyn δεν αναμένεται να ενταχθεί λόγω της σημερινής διασποράς των μετοχών της.
Την ίδια στιγμή, η Optima Bank εκτιμά ότι στον MSCI Small Cap θα μπορούσαν να προστεθούν οι Jumbo, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil, Optima bank, Titan, Cenergy, HELLENiQ ENERGY, Bally’s Intralot, Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, Viohalco, Credia Bank, Aktor Group, ΕΥΔΑΠ, Lamda Development, Σαράντης, ΑΔΜΗΕ Holding, ΟΛΠ και Autohellas, γεγονός που θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την επενδυτική τους προβολή και τη συμμετοχή ξένων χαρτοφυλακίων.
Παρά την έντονη άνοδο της αγοράς, η χρηματιστηριακή θεωρεί ότι οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Ο διάμεσος δείκτης P/E για το 2026 έχει αυξηθεί στις 12,3 φορές, από 10,4 φορές στην προηγούμενη έκθεση του Ιανουαρίου, ωστόσο εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με έκπτωση περίπου 22% έναντι επιλεγμένων ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη σχεδιαζόμενη ενσωμάτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών στο οικοσύστημα της Euronext, εξέλιξη που εκτιμάται ότι θα ενισχύσει περαιτέρω τη διεθνή προβολή της ελληνικής αγοράς, θα αυξήσει τη ρευστότητα, θα διευρύνει τη βάση των επενδυτών και θα ενδυναμώσει τη θέση της Αθήνας στον ευρωπαϊκό χρηματιστηριακό χάρτη.
Σε ό,τι αφορά τις επενδυτικές επιλογές, η Optima Bank διατηρεί στις κορυφαίες προτάσεις της την Τράπεζα Πειραιώς, τη METLEN, τη Motor Oil, τη Eurobank και τη ΔΕΗ, επισημαίνοντας πάντως ότι για τη ΔΕΗ τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου είναι πλέον πιο περιορισμένα μετά την ισχυρή πορεία της μετοχής. Στις βασικές επιλογές προστίθενται επίσης η Allwyn, λόγω των σημαντικών προοπτικών ανάπτυξης, καθώς και η Titan, η οποία, σύμφωνα με την έκθεση, διαπραγματεύεται με σημαντικό discount έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της, διαθέτει υψηλό περιθώριο ανόδου προς την τιμή-στόχο και εμφανίζει ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική.
Παράλληλα, η χρηματιστηριακή διατηρεί σε watch list τη HELLENiQ ENERGY, εκτιμώντας ότι εξακολουθεί να ευνοείται από το θετικό περιβάλλον στα περιθώρια διύλισης, την ΑΔΜΗΕ Holding, λόγω της συνεχούς αύξησης της ρυθμιζόμενης περιουσιακής βάσης και της ενίσχυσης της κερδοφορίας της, καθώς και τις δύο υπόλοιπες συστημικές τράπεζες.
Η Optima Bank καταλήγει ότι η ελληνική αγορά εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα ιδιαίτερα ισχυρό μείγμα παραγόντων, που περιλαμβάνει υψηλότερη οικονομική ανάπτυξη από την Ευρώπη, δημοσιονομική πειθαρχία, συνεχή βελτίωση του αξιόχρεου της χώρας, αυξημένες εισροές ξένων επενδυτών, ελκυστικές αποτιμήσεις και σημαντικούς καταλύτες, όπως η αναβάθμιση του Χρηματιστηρίου Αθηνών σε ανεπτυγμένη αγορά και η ένταξή του στο οικοσύστημα της Euronext. Ωστόσο, επισημαίνει ότι στο νέο περιβάλλον η επιλογή των σωστών μετοχών θα αποτελέσει τον βασικό παράγοντα διαφοροποίησης των αποδόσεων, ενώ στους κυριότερους κινδύνους συγκαταλέγει μια πιθανή διόρθωση των διεθνών αγορών, χαμηλότερη του αναμενόμενου οικονομική ανάπτυξη, αναζωπύρωση των γεωπολιτικών εντάσεων και αύξηση της πολιτικής αβεβαιότητας όσο πλησιάζει ο επόμενος εκλογικός κύκλος.
